
—-Η Νύχτα, με το μουσούδι υγρό, περνάει ανάμεσα στα δέντρα και μέσα απ’ τα χωράφια με τα νερά και τα καλάμια.
—-Στη σοφίτα του παλιού σπιτιού φέγγει ένα πορτοκαλένιο φως. Είναι μια άδεια κάμαρη με σπασμένα τζάμια.
—-Τρεις ωραίες φωτιές ανάβουν πάνω στο φαρδύ κρεβάτι που αιωρείται μ’ αλυσίδες στη μέση της κάμαρης.
—-Ένα εξασκημένο χέρι με μαύρο γάντι και δαχτυλίδι τις πιάνει απαλά και τις φυτεύει σε μιαν αραχνιασμένη γλάστρα.
—-Μια μικρή τίγρις με μαύρες ραβδώσεις, που ήταν κρυμμένη πίσω απ’ το κουμάρι, βγαίνει απ΄τη μισάνοιχτη πόρτα· κοιτάζει για λίγο το φεγγάρι και με μουδιασμένες βηματισιές χάνεται μες στο ψηλό χορτάρι του κήπου. Στα πόδια της φοράει μεγάλους κίτρινους μενεξέδες.
—-Θα ξανάρθει όμως αύριο το βράδυ. Όλη τη μέρα στο βαγόνι του τραίνου που θα την οδηγεί στο κλουβί της και ύστερα στον απέραντο παγωμένο στίβο, την ώρα της παράστασης, θα νοσταλγεί το χάδι του χεριού με το μαύρο γάντι.
—-Θα ΄ρθει ξανά αύριο το βράδυ, νοσταλγική και υπάκουη στη διαταγή του γαντοφορεμένου χεριού, ν’ ανάψει φωτιές απάνω στο φαρδύ κρεβάτι.
Οι υπόλοιπες εδώ








Allmählich entfallen mir

Το Τακουμπόκου δεν είναι το επώνυμο, αλλά το λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Χάτζιμεϊ(=αρχή) Ισικάουα, γιου βουδιστή ιερέα (ο πατέρας του ήταν μυστικά παντρεμένος με τη μητέρα του και είχε μαθητεύσει δίπλα σε μεγάλους δασκάλους της ιαπωνικής παραδοσιακής ποίησης). Τακουμπόκου σημαίνει τρυποκάρυδος στα κινέζικα (η αντίστοιχη ιαπωνική λέξη είναι kitsutsuki) και είναι το τελευταίο και οριστικό μιας σειράς ψευδωνύμων με τα οποία υπέγραφε τις δημοσιεύσεις του. [Η επιρροή της κινέζικης λογοτεχνίας στην ιαπωνική, κορεάτικη κλπ. υπήρξε παρόμοια με αυτή που είχαν τα λατινικά στην Ευρώπη, περισσότερα επ' αυτού σε άλλη ανάρτηση]