Τεφλόν #24, Ριγιάντ Αλ Σαλέχ Αλ Χουσεΐν

ΚΑΠΝΟΣ

Μελαγχολικός κι ανοιχτός σαν τη θάλασσα,
σηκώνομαι να σας μιλήσω για τη θάλασσα.
Οργισμένος και θλιμμένος με τον κόσμο,
σηκώνομαι να σας μιλήσω για τον κόσμο.
Συνεκτικός, συμπαγής κι ασταμάτητος σαν ποτάμι,
σηκώνομαι να σας μιλήσω για το ποτάμι.
Όταν το παράθυρο αποκτήσει δυο μάτια για να κοιτάζει την απελπισία μου,
οι τοίχοι δάχτυλα για να ψηλαφίζουν τα πλευρά μου,
οι πόρτες γλώσσες για να με κουβεντιάζουν,
όταν το νερό έχει τη γεύση του νερού
κι ο αέρας τη γεύση του αέρα,
όταν αυτό εδώ το μελάνι έχει τη μυρωδιά του μελανιού,
όταν το τυπογραφείο αρχίσει να παράγει ποιήματα αντί για υπνωτικά χάπια,
τα χωράφια σιτάρι αντί για όπιο,
τα εργοστάσια πουκάμισα αντί για βόμβες,
τότε εγώ θα σηκωθώ, ξανά, θα σηκωθώ να σας μιλήσω για μένα.
Να σας μιλήσω για την αγάπη που δολοφονεί τα μοιρολόγια,
τα μοιρολόγια που άνοιξαν τα βασιλικά κατάστιχα
για να προσθέσουν τα ονόματά σας στη λίστα των νεκρών.
Θα σας μιλήσω για τους νεκρούς που περίμεναν μάταια
τους επιδέσμους και τ’ αντισηπτικά.
Θα σηκωθώ, ξανά, θα σηκωθώ
να σας μιλήσω για μένα
όπως ο δικτάτορας μιλά για τις φυλακές του,
ο εκατομμυριούχος για τα εκατομμύριά του,
ο εραστής για τα στήθη της αγαπημένης του,
το παιδί για τη μητέρα του,
ο κλέφτης για τα κλειδιά του,
ο κόσμος για όσους τον κυβερνούν.
Θα σας μιλήσω με αγάπη, αγάπη, αγάπη,
αφού όμως πρώτα ανάψω ένα τσιγάρο.


Μετάφραση από τα αραβικά: Jazra Khaleed

Ένας από τους πιο καινοτόμους ποιητές της γενιάς του, ο Αλ Χουσεΐν επηρέασε όσο λίγοι τη σύγχρονη συριακή ποίηση, παρά τον σύντομο βίο του. Τα ποιήματά του είναι βαθιά υπαρξιακά και συμβολικά, «απλά σαν νερό, καθάρια σαν σφαίρα», χαρακτηρίζονται από ιμπρεσιονιστικές εικόνες, σπαράγματα ενός παράλογου και βίαιου κόσμου στην «εποχή του νετρονίου/ την εποχή των βιαστικών φιλιών στη μέση του δρόμου/ την εποχή που περπατάμε στους δρόμους ισοπεδωμένοι».

Emily Graham, Το ψηφιακό γαλλικό μου καλοκαίρι: Συναντήσεις με Γάλλους ποιητές και ποιήτριες του μιλένιουμ

Είχα πάρει από πολύ νωρίς την απόφασή μου. Μετά το τέλος του πρώτου έτους στο Πανεπιστήμιο του Κονέκτικατ θα περνούσα το φθινόπωρο στη Γαλλία. Όμως ο κορονοϊός έδειξε το αποκρουστικό του πρόσωπο και η γαλλική μου περιπέτεια τελείωσε πριν καν ξεκινήσει. Πέρασα τα πέντε στάδια του πένθους, συμπεριλαμβανομένου αυτού της άρνησης, καθώς δεν ήθελα να πιστέψω ότι το ταξίδι μου είχε ακυρωθεί. Ηττημένη, ετοίμασα τις βαλίτσες μου και πήρα τον δρόμο για το σπίτι μου στο Οχάιο.

Με το που έφτασα σπίτι, το μυαλό μου άρχισε να σαπίζει. Λόγω του κορονοϊού δεν μπορούσα να δουλέψω, να ταξιδέψω ή να συναντήσω τις φίλες μου, έτσι λοιπόν οι πρώτες βδομάδες στο Οχάιο ήταν μουντές, ανθυγιεινές και βαρετές. Όταν δεν κοιμόμουν, έτρωγα ή έπαιζα σουντόκου στο ίντερνετ. Δεν μπορούσα να μείνω ξύπνια πάνω από δύο ώρες.

Συνειδητοποιώντας ότι έπρεπε να κάνω κάτι για να κρατήσω το μυαλό μου σε εγρήγορση, σκέφτηκα ότι θα ήταν καλή ιδέα να γραφτώ σε κάποιο διαδικτυακό μάθημα. Αφού ζύγισα τις επιλογές μου, αποφάσισα να παρακολουθήσω μια σειρά μαθημάτων λογοτεχνικής μετάφρασης, κυρίως επειδή η εν λόγω σειρά συνδύαζε δύο πάθη μου: τη γλώσσα και τη λογοτεχνία. Έπρεπε να κρατήσω τα γαλλικά μου σε καλό επίπεδο καθώς είχα συνειδητοποιήσει –με μεγάλη πικρία– ότι δεν θα μπορούσα να τα εξασκήσω όσο είχα σχεδιάσει. Ήδη από τις πρώτες μέρες της διάρκειας πέντε βδομάδων σειράς μαθημάτων ενθουσιάστηκα με τη διαδικασία της μετάφρασης.

Συνέχεια ανάγνωσης «Emily Graham, Το ψηφιακό γαλλικό μου καλοκαίρι: Συναντήσεις με Γάλλους ποιητές και ποιήτριες του μιλένιουμ»

Τεφλόν #24, Miyó Vestrini

Ο ΠΟΝΟΣ

Δίπλωσα τα πουκάμισά του με προσοχή
κι άδειασα το συρτάρι του κομοδίνου.
Δεδομένου του μεγέθους της θλίψης μου,
διάβασα Μαργκερίτ Ντιράς,
εχθρική και γλυκερή Μαργκερίτ Ντιράς,
πλέκει ένα σάλι για την αγάπη της.
Την πέμπτη μέρα
άνοιξα τις κουρτίνες.
Φως έπεσε στο λεκιασμένο κάλυμμα του κρεβατιού,
το διαμέρισμα γεμάτο σκουπίδια,
η κάσα της πόρτας ξεφλουδισμένη.
Τόσος πόνος,
από τόση ασχήμια.
Κοίταξα άλλη μια φορά την ποντικομούρη του
και τα πέταξα όλα στον αγωγό σκουπιδιών της πολυκατοικίας.
Η γειτόνισσα,
θορυβημένη απ’ την ποσότητα των απορριμάτων,
με ρώτησε αν είμαι καλά.
Πονάω, της είπα.
Στο γραμματοκιβώτιο βρήκα ένα ανώνυμο σημείωμα:
«Όποια έχει μια αγάπη
να τη φροντίζει
να τη φροντίζει
και τα σιφώνια να μη βρωμίζει».

Μετάφραση από τα ισπανικά: Kyoko Kishida, Πούθλε

Σε έναν κόσμο γεμάτο «εφιαλτικές καταιγίδες και σκοτεινές πεδιάδες», η ποιήτρια από τη Βενεζουέλα μιλά –με κυνικότητα, σκωπτικότητα και αυτοσαρκασμό– για τη γυναικεία εμπειρία και τη μνήμη, για την πολιτική ήττα της γενιάς της και τον θάνατο που μπορεί να είναι απλός «σαν κούπα ζεστό γλυκάνισο» ή να «απαιτεί χρόνο κι υπομονή», για το «μυστήριο των ακαθόριστων ωρών» και τον «εξολοθρευτή άγγελο που χορεύει στο ταβάνι».

Αφροδίτη Κατσαδούρη, Δύο ποιήματα

ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΛΕΠΤΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩ

Ακούστε
κύριε
λόγω αβάσταχτης κρίσης οικονομικής
τελικά
θα
συμβιβαστώ
με το άλλο μου τέταρτο.

ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΑΝΟΙΚΕΙΟ ΣΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΟΥ

Κανείς δεν μίλησε για τη γενναία σου φύση, την πολεμοχαρή σου φορεσιά, την πανοπλία που προβάλλει ηδονιστικά ανάμεσά μας, το ηρωικό και διόλου ερωτικό «θαρσείν χρή» σου, τη δύναμή σου να στέκεσαι χωρίς να καμπυλώνεις τρυφερά στις μεγάλες λεωφόρους, την ανασυρμένη ικανότητά σου να κυκλοφορείς ακέραιος, δίχως δάχτυλα που αρχέγονα πληκτρολογούν και ορέγονται μοντέρνο πόθο, την ανεξαρτησία της ρινικής σου κοιλότητας απαλλαγμένης απ’ το άρωμά μου, τη σηπτική σου δράση να αναπνέεις τα κατουρημένα της πόλης στενά ουραγός, διαπιστωμένος ξενύχτης αλλά πάντα μόνος, την εμμένειά σου να αψηφάς τα πρώτα πληθυντικά, εργαλειοποιώντας το δίκαιο του ισχυρού που μπορεί να υπάρξει χωρίς εσένα, τις παραβάσεις στοματικών υδάτων που αντάλλαξαν οι εραστές, κανείς δεν μίλησε για όλα αυτά˙ όλοι μιλούν για την προκλητικότητα της Τουρκίας.

Δέσποινα Τουρλακίδου Λαρούμ, Δύο ποιήματα

ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΜΕΤΑΞΙ

Οι άνθρωποι που λιώνουν
Σαν μετάξι
Φυτεύουνε στη θάλασσα
Τα κόκαλά τους
Δεν έχουν πρόσωπα
Μόνο σκιές
Και χρώματα

Παράγγειλα στην άκρη του θεού
Ένα πιάτο από σένα
Με υδατάνθρακες
Σοκ
Κανείς δεν το περίμενε

Το αγόρι με το σκούρο δέρμα
Μου δίνει ένα μπουκέτο λουλούδια
Με φιλά
Σταυρωτά
Με χρίζει αγία
Ανεβαίνει στο μηχανάκι του και φεύγει
(προβλέπεται μια άγευστη χρονιά)

Μαζεύω όλα μου τα πράγματα
Φτιάχνω με τα χέρια μου
Ένα σπίτι κινητό
Και μένω απ’ έξω!
Δε με χωράει ο τόπος
Σε λίγο θα συμβεί κάποιο ατύχημα

«κάνω παρέα με μαφιόζους
μόνο για να τρώμε
άφοβα τυραμισού»

Οι άνθρωποι που λιώνουν
Σαν μετάξι
Φυτεύουν ακόμη στη θάλασσα
Τα κόκαλά τους.

Συνέχεια ανάγνωσης «Δέσποινα Τουρλακίδου Λαρούμ, Δύο ποιήματα»