Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

02/04/2009

b-sides: Γιώργος Ιωάννου

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 2:22 πμ
pola_14347_12383928936_l1Όπως η δεύτερη πλευρά των πάλαι ποτέ επτάιντσων η οποία, σε αντίθεση με την πρώτη των επίδοξων επιτυχιών, περιείχε κομμάτια που συνήθως δε συμπεριλαμβάνονταν στο δίσκο και , όχι σπάνια, για πολλούς αποδεικνύετο πιό ενδιαφέρουσα από την πρώτη, έτσι κι εγώ καταθέτω εδώ σπαράγματα του έργου του Ιωάννου που δύσκολα θα ανθολογούνταν, τουλάχιστον όχι από όσους χαρακτηρίζουν την ομοφυλοφιλία του Ιωάννου «σεξουαλική ιδιαιτερότητα» (βλέπε πρόσφατη ανθολόγηση του ποιητικού του έργου στο Ποιείν).
Ένα απόσπασμα από τη τελευταία του ποιητική συλλογή και ένα διήγημα, για να αντιπροσωπευτούν αμφότερες η ελάσσων και η μείζων πλευρά του, θεματικά στις τολμηρότερες των εκφάνσεων τους :

II

Κλεισμένος είμαι
καρτεράω το μήνυμα.
Κι άλλα σινιάλα μάζεψα που έκανες·
το χέρι που απάνω μου ξεχάστηκε,
θερμό ιδιαίτερα της χειραψίας σου το σφίξιμο,
και το φιλί αποχαιρετισμού δεν έμοιαζε.

Κάποιο σημείωμα,
κάποιο βαθύ ξεμακρισμένο τηλεφώνημα
από το δορυφόρο θα χυμήξει απάνω μου.
Του βλέμματός σου θα ’ναι η αντανάκλαση,
λάμψη μεταλλική στο αεροδρόμιο,
την ώρα που περνούσες απ’τον έλεγχο.

Γελούνε γύρω, για κορόιδο μ’ εχουνε.
Ούτε για πασατέμπο τέτοια δεν τους φτάνουνε.
Μα εγώ τραβάω στις λεωφόρους σαν αόμματος,
ζέστα βαθιά ανακαλύπτω μέσα μου,
καθώς μ’ όλα τα ράκη μου τυλίγομαι
και εισχωρώ μες στην καρδιά της χόβολης.

Το νιώθω τώρα πώς θα ’ρθεις,
αν όχι, φτάνει μόνο που με κοίταξες,
εμένα τον ουτιδανό, τον άσχημο,
τον τιποτένιο, το φρικτό και τον απαίσιο.

Αχ, θέλω να τ’ ακούσω από το στόμα σου,
μια γεύση κι εγώ να’χω απ’ το μαρτύριο.

Ευτυχισμένος πέφτω στο κρεβάτι μου,
δεν νιώθω πια την επανάσταση της σάρκας μου.
Εσύ με νοιάζεις και θα έρθεις κάποτε.
Μπορώ να περιμένω χρόνους άπειρους,
να περπατώ και να μη βλέπω γύρω μου.
Έστω για να με φτύσεις, έλα κάποτε.

«Δούλος Ιερός του Έρωτα»
1980
********************************************************************************************************

Το ξεσκάτωμα

Τον είχα δει από μακριά κι άλλες φορές τελευταία. Κάθε φορά όμως υπήρ­χαν διάφορα εμπόδια και δεν μπορούσα να τον φωνάξω. Πάντως, από τις ώρες που τον έβλεπα στην ίδια  περιοχή, από τα ρούχα του και το ύφος, έβγαλα το συμπέρασμα πώς έμενε και δούλευε τώρα πια στην πόλη μας. Κι έτσι ήμουν αρκε­τά βέβαιος πως κάποια μέρα θα τον σταυρώσω και θα τα λέγαμε, αν ήταν βέβαια πιο βολικές oι συνθήκες. Και πράγματι, τις προάλλες, καθώς πήγαινα σχεδόν α­μέριμνος στο δρόμο κρυφοκοιτάζοντας τις ομορφιές του κόσμου τούτου –αγγέλους, αρχαγγέλους, τα χερουβείμ και τα σεραφείμ– νάσου και ξεπροβάλλει απέναντι μου γεροδεμένος και λαμπερός με μια  γλυκιά κοπελίτσα στo πλευρό του. Άναφτερούγισα. Αυτός όμως κατέβασε το κεφάλι, κοκκίνησε ως τ’ αυτιά, κι έδειχνε γενικά πως θα προτιμούσε να μη με είχε συναντήσει. Ξέροντας τον μάλλον παιδιάστικο λόγο της ταραχής του, και μη εννοώντας να ξαναχάσω την ευκαιρία ή να επιτρέψω σα μεγαλύτερος να παγιωθεί καμιά κατάσταση ψυχρότητας, σταμάτησα μές στη μέση στο πεζοδρόμιο και τον ανάγκασα τελικά να σταθεί και να μου μιλήσει,. Βιά­στηκε να μου συστήσει την κοπέλα του. ήταν μνηστή του. Πρόσθεσε κατόπι πως από τότε που αποστρατεύτηκε, δούλευε σε μια αντιπροσωπεία στην πόλη μας και πως σκόπευε να εγκατασταθεί εδώ οριστικά. Πάντως, όλο αυτό το διάστημα που μου μιλούσε έδειχνε ιδιαίτερα ανήσυχος, πράγμα που μ’ έκαμνε να γελάω από μόνο μου και να νιώθω όπως η γάτα με το ποντίκι. Αν ήταν ποτέ δυνατό να ξεφύγει από μένα κουβέντα σχετική με κείνο το πάθημα του. Παιδιά είναι όμως –τί να τα κάνεις ;  Από λόγο σε λόγο η ατμόσφαιρα ημέρεψε και χωρίζοντας είμασταν όλοι, θαρρώ, κατευχαριστημένοι. Και είμαι σίγουρος πως θα ‘πε καλά λόγια για μένα στην αρραβωνιαστικιά του. Ευτυχισμένη η κοπελίτσα, συλλογιόμουνα. Και ήξερα πολύ καλά τί λέω.

Τον γνώριζα από καιρό τον αρραβωνιαστικό της. Τυχαία, εντελώς του είχα παρασταθεί, όταν σε κάποιο διαγωνισμό για κάτι θέσεις, βρέθηκε σε μεγάλη α­νάγκη. Ήταν η αρχαία εκείνη εποχή που η χώρα μας η κατακαημένη «ανεγεννάτο και πάλιν εκ της τέφρας της». Επιτηρούσα σε αίθουσα κάποιας σχολής θηλέων. Μαζί μου ήταν και μία επιτηρήτρια ολοφάνερα κακιά και άσχημη σαν καλοπόδι. Αισθήματα βαριά περιτύλιγαν την καρδιά μου.

Όταν δόθηκαν τα θέματα, ανέλαβα έγώ να αναλύσω καί πάλι στους υποψήφιους τον εξωφρενικό εκείνο φετφά, που ούτε λίγο ούτε πολύ έλεγε τα ακόλουθα: «Ουδείς και δι’ ουδένα λόγον θα εξέρχεται της αιθούσης μέχρι πέρατος του χρόνου της γραπτής εξετάσεως». Αφού εξήγησα τ’ ανεξήγητα, τα παιδιά σκοτεινιασμένα άρχισαν να γράφουν.

Σε λίγο στο βάθος της αίθουσας κάποιος υποψήφιος κάτι έλεγε στην επιτηρήτρια.Αντήχησε ένα αυστηρό «απαγορεύεται», ο νεαρός ξαναμίλησε, κι αυτή του ξαναφώναξε εκνευρισμένη: «Γράφετε –θα σας πάρω την κόλλα».  Ύστερα απ’ αυτά ο υποψήφιος εξαφανίστηκε. Από μακριά καθόλου δε φαινόταν.

Πλησίασα. Είχε ακουμπήσει το μούτρο του στο θρανίο και κρατούσε το κεφά­λι του με τα δύο του χέρια. ‘Ηταν καταϊδρωμένος και γύρω του πλανιόταν μια πη­χτή βρώμα. Τα κατάλαβα αμέσως όλα, δεν είπα όμως λέξη. Αυτό που φοβόμουνα είχε κιόλας γίνει. Το πράγμα θα μπορούσε να γίνει αστείο, αν έπιανε όλους μας καμιά τέτοια επιδημία και ιδίως τον ξυλοπινάκα την επιτηρήτρια, που κοίταζε τόσο χαιρέκακα προς το νεαρό. Έτρεξα κατά την πόρτα, μα όπως τη Μαρία την Αιγυπτία κάτι το αόρατο με σταμάτησε. Δεν επιτρέπονταν ούτε κι εμείς να βγούμε απ’ την αίθουσα. Όποιος είχε συχνουρία ή κόψιμο, ήταν χαμένος. Και μεγαλοφυία να ήσουν,   στις ανώτατες σχολές και τις υπηρεσίες δεν έμπαινες τότε, αν σ’ έπιανε χεζοβολιό ή συχνοκατούρημα. Τόλμησα τέλος ενα βήμα εξω άπ’ την πόρτα. Απελπι­στικά έρημος ο τεράστιος διάδρομος σα λαϊκό νοσοκομείο. Αλίμονο στο φιλότιμό μας όμως, και προπάντων αλίμονο στο παιδί, αν σ’ αυτά τα χάλια περιμέναμε να περάσει ο χρόνος. Στήθηκα πλάι στην πόρτα. Οι υποψήφιοι οργίαζαν κιόλας στο κλέψιμο. Μέχρι και αστειάκια έλεγαν αναμεταξύ τους. Πολύ που μ’ ένοιαζε. Κά­ποια στιγμή πέρασε ο κύριος Επιστάτης. Επιστάτης και σπιούνος συνάμα, για να είμαστε ακριβολόγοι. Του είπα να καλέσει αμέσως τον προεδρεύοντα. Ο κύριος Πρόεδρος –Κούρκος το παρατσούκλι του– άλλες φορές είχε το συνήθειο να ‘ναι αργός κι ασήκωτα βαρύς, μα τώρα έφτασε τρεχάτος και κατακόκκινος, σα να μυ­ρίστηκε κάτι. Τον οδήγησα στο ταπεινωμένο παλικάρι. Ο Κούρκος έπιασε τη μα­λακιά μύτη του. Συγχρόνως ακούστηκαν γελάκια από κάτι τσουλίτσες,  που με το αζημίωτο παρίσταναν και τις υποψήφιες. Ο Κούρκος αφού αφαιρέθηκε, ξεφούρνισε τη μεγάλη του φράση: «Ατυχήσατε, αγαπητέ μου, ατυχήσατε». Κι άπλωσε για ν’ αρπάξει την κόλλα. Το παιδί την τράβηξε. «Τα ξέρω, ψιθύρισε, τα ξέρω όλα. Μα, δεν είναι δυνατό να γράψω έτσι». «Αν θέλετε συνεχίστε, έτσι όπως είστε. Όταν βγείτε όμως έξω, το χάνετε τo γραπτό», είπε ο Κούρκος. Τα γέλια είχαν φουντώσει για καλά. Όλοι ήταν γυρισμένοι και κοίταζαν. Το παιδί παράτησε την κόλλα. Ο Κούρκος ξαναφούσκωσε. Το «εχειρίσθη» κι αυτό το θέμα -όχι παίζουμε.

Πήρα το δυστυχισμένο παλικάρι και το πήγαινα προς το αποχωρητήριο. Ο Κούρκος το κατόπι μας. Με ανάγκασε να μπώ κι εγώ μέσα στο καμπινέ. «Μπορεί να ‘χει κανέναν πομπό», μου σφύριξε ο μπουμπούνας.

Το αποχωρητήριο είχε δύο χώρους. Στον πρώτο ήταν το λαβομάνο και στον άλλο ο απόπατος. Στάθηκα φυσικά στον πρώτο. Και να ‘θελα να μπω στον άλλο, δε χωρούσαμε. Η μέσα πόρτα δεν έκλεινε καλά, όλο άνοιγε, κι από μια στιγμή και πέρα φάνηκε ολόγυμνο το ανυπεράσπιστο χωριατόπουλο. «Μεγαλοφυής», συλλογιόμουν, «μεγαλοφυής», κι εννοούσα φυσικά τη λέξη με την αρχική της έννοια, έτσι καθώς έβλεπα τα μαραμένα μα παρόλ’ αυτά τεράστια όργανά του, που σα να θρη­νούσαν κι εκείνα του δυστυχισμένου γένους μας την κατάντια. «Ίδού, ο πομπός του Κούρκου», σκέφτηκα. Και τί πομπός! Και θωρώντας τα άρχισα να -ψιθυρίζω το γνωστό στιχάκι, που ‘χει κυκλοφορήσει απ’ τις πρώτες κιόλας μέρες της ήττας του ’97 :

Ουδείς αντέστη
το πάν εχέσθη

Μετά το καθάρισμα έβαλε μονάχα το παντελόνι του.Το σώβρακο μέ την «υ­δαρή αποπάτησιν» το έκαμε δεματάκι και τ’ άφησε σε μια γωνιά – σκάνδαλο και αίνιγμα για τη σχολή των θηλέων.
Ό Κούρκος απέξω μας παραμόνευε. Ήθελε να μας τονίσει πως ο υποψήφιος μολονότι παρέδωσε το γραπτό του, δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από το χώρο των εξετάσεων, προτού παρέλθει «ο κεκανονισμένος χρόνος». Γι’ αυτò άλλωστε υπήρχε στην εξώπορτα και χωροφύλακας. Αλλά κι εγώ δεν μπορούσα να ξαναμπώ στην αίθουσα, παρόλο που οι υποψήφιοι είχαν αλαλιάσει στο κλέψιμο την αγιούσα. Τόσο το καλύτερο, ήμουν μες στη χαρά μου. Ένιωθα σχεδόν ευγνωμοσύνη προς το νεαρό.
Καθισμένοι σε μια γωνιά του διαδρόμου σιγομιλούσαμε. Θέλοντας και μη έ­μαθα αρκετά για τη ζωή  του. Ήταν απ’ τα παραμεθόρια. «Μαύρη ζωή που κά­νουμε, εμείς οι μαύροι κλέφτες». Όσο περνούσε η ώρα, τόσο η μελαγχολία τον κυ­ρίευε. Δεν τον πείραζε και πολύ ο αποκλεισμός του από τις εξετάσεις. Το ρεζίλεμα ήταν που τον έκαιγε μπροστά σε τόσους νέους. «Είναι και καναδυό συγχωριανοί μου μέσα», είπε σα να παραμιλούσε.
Για να τον παρηγορήσω έβαλα μπρος τα μεγάλα μου  μέσα. Άρχισα να διη­γούμαι μερικά απ’ τα κατά καιρούς παρόμοια παθήματα μου. Γέλασε τ’ αχείλι του, το ματάκι του πήρε να ξαστερώνει, κι εγώ συνέχιζα με περισσότερο κέφι. Άλλω­στε, για να ‘μαι ειλικρινής, αυτό το θέμα με θέλγει.
«…Μια φορά, θά ‘μουν έξι χρονώ, χέστηκα απογευματάκι μέσα στα Καμένα, στην πλατεία Δικαστηρίων δηλαδή. Εκεί ακριβώς που έχουν σκάψει για να χτίσουν τα δικαστήρια, κι υστέρα το μετάνοιωσαν γιατί βρήκαν κάτι αρχαία. Μολονότι είχε τόσους λάκους, θάμνους ψηλούς και ντουβαράκια μισογκρεμισμένα, εγώ ντροπαλός δεν ξεροκάθισα εκεί, γιατί υπήρχε πιθανότητα να με δούνε απ’ τα γύρω μπαλκό­νια –καλοκαιράκι ήταν και καθόντουσαν για φρέσκο– μα έτρεξα στο σπίτι, βρή­κα κλειδωμένα, ξαναγύρισα στην πλατεία, κάθισα σ’ ένα ντουβαράκι σφιγμένος κι εκεί χωρίς να το περιμένω κάποια στιγμή μου ξέφυγαν. Ευτυχώς ήταν πολύ σφι­χτά, από κείνα τα σκληρά που πιέζουν και πονούν σαν κανένα ρόπαλο εκ των έσω. Πάντως, ακόμα θυμάμαι πώς πήγαινα προς το σπίτι, όταν νύχτωσε…

Την άλλη φορά που εγινε κάτι παρόμοιο, ήμουν αρκετά μεγάλος, στην πρώτη ή δευτέρα οχταταξίου, μα και πάλι το πράγμα δικαιολογείται. Είχαμε πάει ημερή­σια εκδρομή στην Αρετσού με το σχολειό μας. Όλη τη μέρα έτρεξα με την ψυχή μου, σκαρφάλωσα στις μουριές, κολύμπησα, έδειξα όλες μου τις ικανότητες, και προπάντων έφαγα αμέτρητα παγωτά,  ανταλλάσσοντας τους εικοσιοχτώ μεγάλους κεφτέδες –οι δικοί μου ακόμα δεν ξεχνούν τον αριθμό– τα αυγά, τα κασέρια και τα τυριά, με παγωτά χωνάκια, μια και τα λεφτά μου ήταν ελάχιστα. Θυμάμαι που απ’ την κούραση δεν μπορούσα να πάω στο σπίτι –τόσο πονούσαν τα ποδάρια μου. Καθόμουν από κατώφλι σε κατώφλι. Μόλις έφτασα, έπεσα για ύπνο. Ξύπνησα μέσα σε μια σκάφη με νερό καυτό, όπου δυο γυναίκες με πλέναν και φυσικά με δέρναν. Θα ‘ταν ξημερώματα…
Κάποτε πάλι που είχαμε πάει επίσκεψη σε μια φαρμακομύτα φιλενάδα της μαμάς μου, έμενα μου ήρθε έντονα η ανάγκη να τα κάνω, αλλά δεν ήξερα πώς να το πω. Εξάλλου μιλούσανε συνεχώς. Γλίστρησα με τρόπο στην κουζίνα γυρεύοντας τη γνωστή πορτούλα του καμπινέ. Πάνω στην απελπισία μου άστραψε εντός μου μια μεγάλη ιδέα. Κατέβασα αθόρυβα μια καλογανωμένη κατσαρόλα απ’ το ράφι, την έβαλα κάτω και ξεσκεπάζοντας την τα ‘κανα ωραία ωραία και κουλουριαστά εκεί μέσα. Ξανάβαλα σκεπασμένη την κατσαρόλα στη θέση της και μισάνοιξα το παράθυρο. Σε λίγες μέρες έφτασαν τα μαντάτα. Έγιναν ανακρίσεις με βασανιστή­ρια και το τί ξύλο έφαγα ήταν άλλο πράμα…»

Τελειώνοντας την αφήγηση κόντεψα να του πώ εκείνο που συνήθως λένε στο τέλος των παραμυθιών: «Ήμουνα κι εγώ εκεί μ’ ενα κόκκινο βρακί». Γιατί, όπως θα κατάλαβε πιστεύω ο αγαπητός αναγνώστης, τα περιστατικά αυτά δεν ήταν βε­βαίως όλα δικά μου κατορθώματα, τα φορτώθηκα όμως κι αυτά προκειμένου να τα­πεινώσω βαθιά τον εαυτό μου, να λαφρύνω τη θέση του παλικαριού και να γίνω ακόμα πιο αστείος. Αχ, «γέγονα τα πάντα τοις πάσι», αλλά πόσοι το έχουν εκτι­μήσει ;

Κάποτε έφτασε το περίφημο «πέρας των εξετάσεων». Χωρίσαμε με το παιδί. Στην αίθουσα ο αέρας βαρύς, η μπόχα της αγωνίας. Η αγιούσα με κοίταζε βλο­συρά, σα να της είχα φάει το δίκιο της.

Όταν τα πάντα τέλειωσαν και μετρήθηκαν ξανά καί ξανά, με κάθε δυνατή καχυποψία τα γραπτά, αρχίσαμε να μαζευόμαστε στο γραφείο του Κούρκου. Το λαχταριστό νέο είχε, βέβαια, διαδοθεί. Όλοι χαχάνιζαν ζητώντας αχόρταγα λεπτο­μέρειες. Η άχαρη ζωή μας είναι διψασμένη για κάτι τέτοια. Όμως τα πολλά γέ­λια τους κόπηκαν απότομα, όταν διαπιστώθηκε πως δεν μπορούσαμε να φύγουμε α­μέσως για φαγητό. Έπρεπε να συνταχτεί πραχτικό όπου να εξιστορούσαμε το έ­ξης: Ένας υποψήφιος χέστηκε στο βρακί του και γι’ αυτό αποχώρησε του διαγω­νισμού, μολονότι του συνεστήθη αρμοδίως ότι μπορούσε να γράψει έστω καί χε­σμένος.

Τα τυπικά γράφτηκαν γρήγορα: η ημερομηνία, ο τόπος συνεδριάσεως, τα ο­νόματά μας ιεραρχικώς –σιγά τον πολυέλαιο– και οι βαθμοί μας. Όταν όμως φτάσαμε στην αφήγηση τού περιστατικού, εκεί κομπιάσαμε. Φούντωσε η συζήτηση. Τί να γράψουμε και πώς; Τελικά, μετά από εμβριθή συζήτηση περί το ρήμα χέζω-χέζομαι, την ακριβή σημασία και χρήση του, τους ανώμαλους χρόνους του, τα συνώνυμά του, τις ρίζες του και τις φύτρες του, διατυπώσαμε ένα κείμενο που σχε­δόν καμιά σχέση δεν είχε με το περιστατικό. Το όνομα του παιδιού, πάντως, φιγου­ράριζε μεγαλοπρεπώς. Ευτυχώς, όλα αυτά γράφτηκαν στην καθαρεύουσα που ση­κώνει όσες θέλεις αρλούμπες και βρωμόλογα. Κλείσαμε το πραχτικό με το πομπώδες εκείνο: «Εφ’ ω συνετάγη η παρούσα πράξις και υπογράφεται ως έπεται». Υπο­γράψαμε όλοι ιεραρχικά και σε λίγο φεύγαμε –κούρκοι, κότες και χήνες.

Πήγαινα αργά για το σπίτι μου χειρότερα κι από χεσμένος. Εμένα όμως ποιός χριστιανός θα βρεθεί να με ξεσκατώσει;

 
Περιοδικό Τράμ
τεύχος 5
Απρίλης 1972
(οι υπογραμμίσεις δικές μου )
Advertisements

1 σχόλιο »

  1. το απόλαυσα το διήγημα.

    Σχόλιο από ειρήνη — 03/04/2009 @ 1:49 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: