Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος


Σύλβια Πλαθ μεταφρασμένη

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 5:59 πμ


Για όσους έχουν βαρεθεί να διαβάζουν για την τραγική  μοίρα της οικογένειας, ορίστε κάποιες ελληνικές μεταφράσεις της Πλαθ για να αντιπαραβάλλετε τόσο με το πρωτότυπο όσο και μεταξύ τους.


The woman is perfected
Her dead

Body wears the smile of accomplishment,
The illusion of a Greek necessity

Flows in the scrolls of her toga,
Her bare

Feet seem to be saying:
We have come so far, it is over.

Each dead child coiled, a white serpent,
One at each little

Pitcher of milk, now empty
She has folded

Them back into her body as petals
Of a rose close when the garden

Stiffens and odors bleed
From the sweet, deep throats of the night flower.

The moon has nothing to be sad about,
Staring from her hood of bone.

She is used to this sort of thing.
Her blacks crackle and drag.


Η γυναίκα είναι πλέον καθ’ όλα τέλεια.
Το νεκρό της

Σώμα φοράει το χαμόγελο της εκπλήρωσης,
Η αυταπάτη κάποιου αρχαίου αναπόδραστου

Κυλά στις έλικες  της ρωμαϊκής της εσθήτας,
Τα γυμνά της

Πόδια μοιάζουν να λένε:
Φτάσαμε μέχρις εδώ, αυτό είναι το τέλος.

Το κάθε νεκρό παιδί κουλουριασμένο, ένα φίδι λευκό,
Ένα σε κάθε μικρό

Κανάτι   γάλα, άδειο πια.
Τα  δίπλωσε πάλι

Στο σώμα της πάνω σαν φύλλα
Ενός ρόδου που κλείνει όταν ο κήπος

Μουδιάζει και οι μυρωδιές αιμορραγούν
Από τους γλυκείς, βαθείς λαιμούς του

Η σελήνη δεν έχει  κανένα λόγο να λυπάται για όλα

Καθώς κοιτάζει   απ’ το  οστέινο κοίλωμά  της.

Είναι κάτι που το ‘ χει  συνηθίσει.
Τα μαύρα της τρίζουν και βαραίνουν.


Η γυναίκα τελειοποιήθηκε.
Το νεκρό της

Σώμα φοράει το χαμόγελο του επιτεύγματος,
Η παραίσθηση μιας ελληνικής αναγκαιότητας

Κυλάει στις πτυχές της τηβένου της,
Τα γυμνά της

Πόδια μοιάζουν να λένε:
Ήρθαμε ως εδώ, στο τέλος

Κάθε νεκρό παιδί τυλιγμένο, ένα άσπρο φίδι
Το καθένα σ’ ένα μικρό

Κεσέ από γάλα, τώρα άδειο.
Τα έχει διπλώσει

Πάλι μέσα στο σώμα της σαν τα πέταλα
Του κλειστού τριαντάφυλλου όταν ο κήπος

Σκληραίνει και οι οσμές αιμορραγούν
Από τους γλυκούς, βαθιούς λαιμούς του λουλουδιού της νύχτας.

Η σελήνη δεν έχει κανένα λόγο να λυπάται για όλα αυτά,
Κοιτάζοντας μέσα από την κοκάλινη σκούφια της.

Είναι συνηθισμένη σ’ αυτού του είδους το πράμα.
Τα μαύρα της τρίζουν και έρπουν.


Η γυναίκα έχει τελειοποιηθεί.
Το νεκρό της

Σώμα φοράει το χαμόγελο της επίτευξης,
Η ψευδαίσθηση μιας ελληνικής αναγκαιότητας

Ρέει στις πτυχές της τηβένου της,
Τα γυμνά της

Πόδια μοιάζουν να λένε:
Φτάσαμε ως εδώ,αρκεί.

Κάθε νεκρό παιδί κουλουριασμένο, λευκό ερπετό,
Ένα σε κάθε μικρή

Κανατούλα του  γάλακτος, τώρα άδεια.
Τα έχει διπλώσει

Ξανά στο σώμα της, όπως τα πέταλα
Ενός ρόδου που κλείνουν όταν ο κήπος

Πετρώνει και  αρώματα αιμορραγούν
Από τους γλυκείς, βαθείς λαιμούς του νυχτολούλουδου.

Η σελήνη δεν έχει λόγο να θλίβεται,
Ατενίζοντας επίμονα μέσα απ’ την  οστέινη κουκούλα της.

Είναι συνηθισμένη σε τέτοιου είδους πράγματα.
Οι σκοτεινιές της τριζοβολούν και έλκουν.


After whose stroke the wood rings,
And the echoes!
Echoes traveling
Off from the center like horses.

The sap
Wells like tears, like the
Water striving
To re-establish its mirror
Over the rock

That drops and turns,
A white skull,
Eaten by weedy greens.
Years later I
Encounter them on the road-

Words dry and riderless,
The indefatigable hoof-taps.
From the bottom of the pool, fixed stars
Govern a life.


Που μετά τον χτύπο τους το ξύλο αντηχεί,
Και ηχώ!
Ηχώ που ταξιδεύει

Οι χυμοί
Αναβλύζουν σαν δάκρυα, σαν το
Νερό που παλεύει
Να συναρμολογήσει το κάτοπτρό του
Πάνω στην πέτρα

Που στάζει και γίνεται,
λευκό καύκαλο,
φαγωμένο από αγριόχορτα.
Χρόνια μετά
Τις συναντώ στο δρόμο-

Λέξεις στεγνές και αδέσποτες,
Το ακαταπόνητο ποδοβολητό.
Απ’το βυθό της λίμνης, απλανείς αστέρες
Ορίζουν τη ζωή.


Που με την κρούση τους γεννιούνται οι δακτύλιοι του ξύλου
Και η ηχώ!
Φυγόκεντρα σαν άλογο

Ο χυμός
Αναβλύζει σαν δάκρυ, σαν το
Νερό που πασχίζει
Να αποκαταστήσει το κάτοπτρό του
Πάνω απ’ το βράχο

Που πέφτει και στριφογυρνά
λευκό κρανίο,
φαγωμένο απ’ τ’ αγριόχορτα.
Χρόνια αργότερα
Τυχαία τις συναντώ στο δρόμο-

Λέξεις στείρες  και αχαλίνωτες
Η ακούραστη βουή των όπλων.
Από το βυθό της λίμνης, απλανή αστέρια
Κυβερνούν μια ζωή.



I have done it again.
One year in every ten
I manage it—-

A sort of walking miracle, my skin
Bright as a Nazi lampshade,
My right foot

A paperweight,
My face a featureless, fine
Jew linen.

Peel off the napkin
0 my enemy.
Do I terrify?—-

The nose, the eye pits, the full set of teeth?
The sour breath
Will vanish in a day.

Soon, soon the flesh
The grave cave ate will be
At home on me

And I a smiling woman.
I am only thirty.
And like the cat I have nine times to die.

This is Number Three.
What a trash
To annihilate each decade.

What a million filaments.
The peanut-crunching crowd
Shoves in to see

Them unwrap me hand and foot
The big strip tease.
Gentlemen, ladies

These are my hands
My knees.
I may be skin and bone,

Nevertheless, I am the same, identical woman.
The first time it happened I was ten.
It was an accident.

The second time I meant
To last it out and not come back at all.
I rocked shut

As a seashell.
They had to call and call
And pick the worms off me like sticky pearls.

Is an art, like everything else,
I do it exceptionally well.

I do it so it feels like hell.
I do it so it feels real.
I guess you could say I’ve a call.

It’s easy enough to do it in a cell.
It’s easy enough to do it and stay put.
It’s the theatrical

Comeback in broad day
To the same place, the same face, the same brute
Amused shout:

‘A miracle!’
That knocks me out.
There is a charge

For the eyeing of my scars, there is a charge
For the hearing of my heart—-
It really goes.

And there is a charge, a very large charge
For a word or a touch
Or a bit of blood

Or a piece of my hair or my clothes.
So, so, Herr Doktor.
So, Herr Enemy.

I am your opus,
I am your valuable,
The pure gold baby

That melts to a shriek.
I turn and burn.
Do not think I underestimate your great concern.

Ash, ash —
You poke and stir.
Flesh, bone, there is nothing there—-

A cake of soap,
A wedding ring,
A gold filling.

Herr God, Herr Lucifer

Out of the ash
I rise with my red hair
And I eat men like air.


Το κατάφερα πάλι.
Μια φορά στα δέκα χρόνια
Το καταφέρνω –

Ένα είδος θαύματος που περπατάει, το δέρμα μου
Λαμπερό σαν αμπαζούρ των Ναζί,
Το δεξί μου πόδι

Ένα βάρος για τα χαρτιά,
Το πρόσωπό μου ένα χωρίς χαρακτηριστικά, τέλειο
εβραϊκό λινό.

Τράβηξε την πετσέτα
Ω εχθρέ μου.
Σε τρομοκρατώ;  –

Η μύτη, οι κόγχες, ολόκληρες οι οδοντοστοιχίες;
Η χαλασμένη αναπνοή
θα χαθεί σε μια μέρα.

Γρήγορα, γρήγορα η σάρκα
Που έφαγε ο σοβαρός τάφος θα είναι
Σα στο σπίτι της πάνω μου

Κι εγώ μια χαμογελαστή γυναίκα.
Είμαι μόνο τριάντα ετών.
Και σαν τη γάτα έχω εννέα φορές για να πεθάνω.

Αυτή είναι ο Αριθμός Τρία.
Τι χαλασμός κόσμου
Για να εκμηδενίσει κανείς κάθε δεκαετία.

Τι ατέλειωτα νήματα.
Το πλήθος που μασουλάει
Σπρώχνεται μέσα για να τους δει

Να με ξετυλίγουν από το κεφάλι ως τα πόδια –
Το μεγάλο στριπτήζ.
Κύριοι, κυρίες,

Αυτά είναι τα χέρια μου,
Τα γόνατά μου.
Μπορεί να είμαι πετσί και κόκαλο,

Εντούτοις, είμαι η ίδια, αυθεντική γυναίκα.
Την πρώτη φορά ήμουνα δέκα ετών.
Ήταν ένα ατύχημα.

Τη δεύτερη φορά το εννοούσα
Να κρατήσω ως το τέλος και να μην επιστρέψω καθόλου.
Κουνούσα κλειστή

Σα μια αχιβάδα.
Χρειάστηκε να φωνάζουν και να φωνάζουν
Και να μαζέψουν τα σκουλήκια από πάνω μου σα γλοιώδη μαργαριτάρια

Το να πεθαίνεις
Είναι μια τέχνη, σαν καθετί.
Το κάνω ιδιαίτερα καλά.

Το κάνω τόσο καλά που είναι η κόλαση.
Το κάνω τόσο καλά που μοιάζει αλήθεια.
Θα μπορούσατε να επίτε ότι το έχω ταλέντο.

Είναι αρκετά εύκολο σε ένα κελί.
Είναι αρκετά εύκολο να το κάνεις και να μείνεις έτσι.
Είναι η θεατρική

Επιστροφή στο φως της μέρας
Στον ίδιο τόπο, στο ίδιο πρόσωπο, στην ίδια κτηνω΄δη
Απολαμβάνουσα φωνή:

«Έγινε ένα θαύμα!»
Αυτό μου κόβει την αναπνοή.
Πρέπει να πληρώσετε

Για να δείτε τις ουλές μου, πρέπει να πληρώσετε
Για ν’ ακούσετε τηνκαρδιά μου –
Πραγματικά χτυπάει

Και πρέπει να πληρώσετε, να πληρώσετε, να πληρώσετε πολύ ακριβά,
Για μια λέξη ή για ένα άγγιγμα
Ή για λίγο από το αίμα μου

Ή για ένα κομμάτι από τα μαλλιά ή τα ρούχα μου.
Έτσι, έτσι λοιπόν, Χερ Ντόκτορ.
Έτσι, Χερ Εχθρέ μου.

Είμαι το έργο σου,
Είμαι το πολύτιμό σου,
Το όλο χρυσό μωρό

Που λιώνει σε μια κραυγή.
Περιστρέφομαι και καίγομαι.
Μη νομίσετε ότι υποτιμώ τη μεγάλη σας προσοχή.

Στάχτη, στάχτη –
Χώνετε κάτι και ανακατεύετε,
Σάρκα, κόκαλα, δεν υπάρχει τίποτα –

Ένα κομμάτι σαπούνι,
Ένα δαχτυλίδι γάμου,
Ένα χρυσό σφράγισμα.

Χερ Θεέ, Χερ Λούσιφερ,

Μέσα από τη στάχτη
Βγαίνω με τα κόκκινα μαλλιά μου στη μέρα
Και τρώω τους άντρες σαν αέρα.


Το έκανα ξανά.
Κάθε δεκαετία μια φορά
Το καταφέρνω –

Κάτι σαν θαύμα ζωντανό, το δέρμα μου
Φωτεινό σαν ναζιστικό αμπαζούρ,
Το δεξί μου πόδι

Ένα παπιέ μασέ,
Το προσωπό μου χωρίς χαρακτηριστικά, φίνο
Εβραϊκό λινό.

Ξετύλιξε τη γάζα
Ω  Εχθρέ μου.
Είμαι τρομακτική;  –

Η μύτη, οι κόγχες των ματιών, οι οδοντοστοιχίες;
Η ξινισμένη ανάσα
Σε μια μέρα θα χαθεί.

Σύντομά, σύντομα η σάρκα
Που στη σπηλιά του τάφου έχει φαγωθεί
Σε μένα θα επιστραφεί

Κι εγώ μια χαμογελαστή γυναίκα.
Είμαι μόλις τριάντα.
Και σαν τη γάτα μπορώ να χάσω τη ζωή μου εφτά φορές.

Η Τρίτη είναι αυτή.
Τι σκουπιδαριό
Να εκμηδενίζεις τις δεκαετίες.

Πόσα μύρια νήματα.
Το πλήθος που μασουλά φιστίκια
Στριμώχνεται να δει

Να με ξετυλίγουν χέρια και πόδια –
Το μεγάλο ξεγύμνωμα.
Κυρίες και κύριοι,

Αυτά είναι τα χέρια μου
Τα γόνατά μου.
Μπορεί να είμαι πετσί και κόκαλο,

Αλλά είμαι η ίδια, πανομοιότυπη γυναίκα.
Όταν συνέβη για πρώτη φορά ήμουν δέκα.
Ήταν ατύχημα.

Τη δεύτερη σκόπευα
Να διαρκέσει και να μην ξαναγυρίσω πια.
Λικνιζόμουν κλειστή

Σαν όστρακο
Αναγκάστηκαν ξανά και ξανά να με φωνάξουν
Κι από πάνω μου να βγάλουν τα σκουλήκια σαν κολλώδη μαργαριτάρια.

Το να πεθαίνεις
Είναι μια τέχνη, όπως και καθετί άλλο.
Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά.

Έτσι όπως το κάνω είναι σαν κόλαση.
Έτσι όπως το κάνω μοιάζει αληθινό.
Μπορείς να πεις ότι έχω χάρισμα.

Είναι εύκολο να το κάνεις μέσα σε ένα κελί.
Είναι εύκολο να το κάνεις κι ακίνητος να μείνεις.
Είναι η θεατρική

Επάνοδος μέρα μεσημέρι
Στο ίδιο μέρος, στο ίδιο πρόσωπο, στην ίδια
Βάρβαρη, εύθυμη κραυγή:

Που μου δίνει τη χαριστική βολή.
Υπάρχει χρέωση

Για τη θέαση των ούλων μου, υπάρχει χρέωση
Για της καρδιάς μου το άκουσμα –
Πραγματικά χτυπά.

Και υπάρχει χρέωση, πολύ μεγάλη χρέωση
Για μια λέξη, ένα άγγιγμα,
Ή για μια στάλα αίμα,

Ή ένα κομμάτι απ’ τα ρούχα ή τα μαλλιά.
Λοιπόν, λοιπόν, Herr Doctor.
Λοιπόν, Herr Εχθρέ.

Είμαι το μεγάλο έργο σου,
Είμαι το τιμαλφές σου,
Το βρέφος από καθαρό χρυσάφι

Που λιώνει με μια στριγκλιά.
Στριφογυρνώ και καίγομαι.
Μη νομίζεις πως υποτιμώ τη μεγάλη σου έγνοια.

Στάχτη, στάχτη –
Σκαλίζεις κι αναδεύεις.
Σάρκες, κόκαλα, δεν υπάρχει τίποτα εκεί –

Μια πλάκα σαπούνι,
Μια βέρα,
Ένα σφράγισμα χρυσό.

Herr Θεέ, Herr Εωσφόρε

Μέσα από τις στάχτες αναδύομαι
Με τα μαλλιά μου τα πορφυρά
Και σαν αέρα χάφτω όλα τ’ αρσενικά.


I am silver and exact. I have no preconceptions.
Whatever I see, I swallow immediately.
Just as it is, unmisted by love or dislike
I am not cruel, only truthful –
The eye of a little god, four-cornered.
Most of the time I meditate on the opposite wall.
It is pink, with speckles. I have looked at it so long
I think it is a part of my heart. But it flickers.
Faces and darkness separate us over and over.

Now I am a lake. A woman bends over me.
Searching my reaches for what she really is.
Then she turns to those liars, the candles or the moon.
I see her back, and reflect it faithfully
She rewards me with tears and an agitation of hands.
I am important to her. She comes and goes.
Each morning it is her face that replaces the darkness.
In me she has drowned a young girl, and in me an old woman
Rises toward her day after day, like a terrible fish.


Είμαι ασημένιος και ακριβής. Δεν έχω εδραιωμένες
Αυτό που κοιτώ το δέχομαι αμέσως
Όπως είναι, δίχως το θάμπος της αγάπης ή της έχθρας.
Δεν είμαι σκληρός, μονάχα ειλικρινής –
Το μάτι ενός μικρού θεού, κε τέσσερις γωνίες.
Τον περισσότερο καιρό προσηλώνομαι στον αντικρυνό
Είναι ροζ, με στίγματα. Κάθομαι και τον κοιτώ με τις
μου φαίνεται πια κομμάτι της καρδιάς μου. Μα
Πρόσωπα και σκοτάδια ολοένα μας χωρίζουν.

Τώρα είναι λίμνη. Μια γυναίκα σκύβει πάνω μου,
Ψάχνει τις εσοχές μου γι’ αυτό που είναι αληθινά.
Ύστερα στρέφεται σ’ αυτούς τους ψεύτες, τα κεριά ή
τη σελήνη.
Βλέπω την πλάτη της, και τη συλλογίζομαι ευλαβικά.
Με ανταμείβει με δάκρυα και μια αναστάτωση στα
Είμαι σημαντικός γι’ αυτήν. Έρχεται και φεύγει.
Κάθε πρωί το πρόσωπο της παίρνει τη θέση της
Σ’ εμένα έχει πνίξει ένα νεαρό κορίτσι, και σ’ εμένα μια
γριά γυναίκα
ανασηκώνεται προς το μέρος της κάθε μέρα, σαν ένα
τρομερό ψάρι.




Είμαι ασημένιος και ακριβής. Δεν έχω προκαταλήψεις.
Ό, τι κι αν δω το καταπίνω αυτομάτως,
Ακριβώς όπως είναι, αθάμπωτο από αγάπη ή απαρέσκεια.
Δεν είμαι σκληρός, μόνο ειλικρινής –
Το μάτι ενός μικρού θεού, τετραγωνισμένο.
Τον περισσότερο καιρό αυτοσυγκεντρώνομαι στον απέναντι τοίχο.
Είναι ροζ, με στίγματα. Τον έχω κοιτάξει τόσο πολύ
Που νομίζω πως είναι μέρος της καρδιάς μου. Αλλά τρεμοσβήνει.
Πρόσωπα και σκοτάδι μας χωρίζουν ξανά και ξανά.

Τώρα είναι μια λίμνη. Μια γυναίκα σκύβει από πάνω μου,
Ψάχνοντας στις εκτάσεις μου να βρει ποια είναι στ’ αλήθεια
Έπειτα γυρνά σ’ αυτούς τους ψεύτες, στα κεριά ή στο φεγγάρι.
Βλέπω τη ράχη της, και την καθρεφτίζω πιστά.
Με ανταμείβει με δάκρυα κι ένα αγωνιώδες σφίξιμο των χεριών.
Είμαι σημαντικός για κείνη. Έρχεται και φεύγει.
Κάθε πρωί το πρόσωπο της αντικαθιστά το σκοτάδι.
Μέσα μου έχει πνίξει ένα νεαρό κορίτσι, και από μέσα μου μια
γριά γυναίκα
αναδύεται προς το μέρος της μέρα με τη μέρα, σαν ένα τρομερό


Not easy to state the change you made.
If I’m alive now, then I was dead,
Though, like a stone, unbothered by it,
Staying put according to habit.
You didn’t just tow me an inch, no-
Nor leave me to set my small bald eye
Skyward again, without hope, of course,
Of apprehending blueness, or stars.

That wasn’t it. I slept, say: a snake
Masked among black rocks as a black rock
In the white hiatus of winter-
Like my neighbors, taking no pleasure
In the million perfectly-chisled
Cheeks alighting each moment to melt
My cheeks of basalt. They turned to tears,
Angels weeping over dull natures,
But didn’t convince me. Those tears froze.
Each dead head had a visor of ice.

And I slept on like a bent finger.
The first thing I was was sheer air
And the locked drops rising in dew
Limpid as spirits. Many stones lay
Dense and expressionless round about.
I didn’t know what to make of it.
I shone, mice-scaled, and unfolded
To pour myself out like a fluid
Among bird feet and the stems of plants.
I wasn’t fooled. I knew you at once.

Tree and stone glittered, without shadows.
My finger-length grew lucent as glass.
I started to bud like a March twig:
An arm and a leg, and arm, a leg.
From stone to cloud, so I ascended.
Now I resemble a sort of god
Floating through the air in my soul-shift
Pure as a pane of ice. It’s a gift.



Εύκολο δεν είναι να ορίσω την αλλαγή που έφερες.
Αν τώρα είμαι ζωντανή, τότε ήμουνα νεκρή.
Όμοια  με πέτρα, όμως, δε μ’ένοιαζε καθόλου,
Ακίνητη ως είθισται.
Ούτε καν με πάτησες μια μικρούλα σπιθαμή, όχι-
Ούτε μ’ άφησες να στεριώσω το μικρό γυμνό μου μάτι
Στον ουρανό πάλι, χωρίς ελπίδα, φυσικά,
Να κατανοήσει γλαυκό, ή τα’αστέρια.

Δεν ήταν έτσι. Κοιμόμουν, φερ ειπείν: ένα φίδι
Κρυμμένο σε μαύρες πέτρες ανάμεσα έμοιασε μαύρη πέτρα
Στη λευκή χασμωδία του χειμώνα –
Σαν τους γειτόνους μου, που ευχαρίστηση δε βρίσκουν
Στις μύριες όσες καλο- σμιλεμένες
Παρειές που παρατάσσονται κάθε στιγμή να λιώσουν
Το κοίλον μου πλασμένο από βασάλτη. Στράφηκαν στα δάκρυα
Άγγελοι θρηνούντες θλιβερές φύσεις,
Μα να με πείσουν δεν μπόρεσαν. Τα δάκρυα πάγωσαν.
Και κάθε νεκρό κεφάλι, είχε μια προσωπίδα πάγου.

Και συνέχισα να κοιμάμαι όμοια με δάκτυλο κλειστό.
Το πρώτο πράγμα που αντίκρισα ήταν αέρας μόνο
Και τις κλειδωμένες στάλες της δροσιάς να σηκώνονται
Διάφανες σαν πνεύματα. Πλήθος οι πέτρες γύρω
Συμπαγείς και ανέκφραστες κάθονταν
Δεν ήξερα τι να σκεφτώ.
Έλαμπα, φολιδωτή και μαρμαρόεσσα, και ξεδιπλώθηκα
Να ξεχειλίσω και να χυθώ σαν το υγρό
Ανάμεσα σε πόδια πουλιών και κλώνους φυτών.
Δεν ξεγελάστηκα. Ευθύς σε αναγνώρισα.

Δέντρα και πέτρες λαμπίριζαν, χωρίς σκιές.
Το δάχτυλό μου γίνηκε στιλπνό σαν το γυαλί.
Να βλαστάνω αρχίνησα σαν το κλαράκι Μάρτη μήνα:
Ένα χέρι, ένα πόδι, πάλι χέρι, πόδι.
Από πέτρα έγινα σύννεφο, έτσι λοιπόν σηκώθηκα ψηλά.
Τώρα μοιάζω με κάτι σαν θεό
Που πλέει στους αιθέρες με την ψυχή μεταλλαγμένη
Άσπιλη σαν ένα κομμάτι πάγος. Μου εδόθη δώρο.


Δεν είναι εύκολο να εκφράσω την αλλαγή που επέφερες.
Αν τώρα είμαι ζωντανή, ήμουν νεκρή τότε.
Αν και, όπως μια πέτρα, αυτό δε μ’ενοχλούσε,
Να μένω στη θέση μου ακολουθώντας τη συνήθεια.
Δεν είναι ότι μ’έσπρωξες απλά μια ίντσα, όχι-
Ούτε ότι μ’ άφησες να στυλώσω το μικρό γυμνό μάτι μου
Στον ουρανό πάλι, χωρίς ελπίδα, φυσικά,
Κατανόησης της κυανότητας ή των αστεριών.

Δεν ήταν αυτό. Ας πούμε πως κοιμήθηκα: ένα φίδι
Κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρους βράχους σαν  μαύρος βράχος
Στο λευκό υατό του χειμώνα –
Όπως οι γείτονές μου, δεν μπορώ να χαρώ
Με τα εκατομμύρια τέλεια σμιλευμένα
Μάγουλα που ανάβουν κάθε στιγμή για να λιώσουν
Το μάγουλό μου από βασάλτη. Τους πήραν τα κλάμματα,
Άγγελοι θρηνούντες πάνω από φύσεις βουβές,
Αλλά δε με έπεισαν. Εκείνα τα δάκρυα πάγωσαν.
Κάθε νεκρό κεφάλι είχε ένα προσωπείο πάγου.

Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν λυγισμένο δάκτυλο.
Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας
Και οι εγκλωβισμένες σταγόνες που ανέβαιναν ως πάχνη,
Διαφανείς σαν πνεύματα. Πολλές πέτρες κείτονταν
Πυκνές  και ανέκφραστες ένα γύρο
Δεν ήξερα τι να υποθέσω.
Έλαμπα, με γυάλινα λέπια, και ξεδιπλώθηκα
Να εκρεύσω απ’τον εαυτό μου, σαν υγρό
Ανάμεσα από πόδια πτηνών και φυτών μίσχους.
Δεν ξεγελάστηκα. Σε γνώρισα αμέσως.

Δέντρο και πέτρα έλαμπαν, δίχως σκιές.
Το ανάστημά μου έγινε διαυγές σαν γυαλί.
Άρχισα να μπουμπουκιάζω σαν μαρτιάτικο κλαδί:
Ένα μπράτσο κι ένα πόδι, ένα μπράτσο, ένα πόδι.
Από πέτρα σε σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.
Τώρα μοιάζω με ένα είδος θεότητας
Πλέοντας στον αέρα μες τον χιτώνα της ψυχής μου
Καθαρή σαν ένα θραύσμα πάγου. Είναι ένα δώρο.

Νανά Ησαϊα ( Μπουκουμάνης 1974 )
Κατερίνα Ταβαρτζόγλου ( περιοδικό Διαβάζω Μάιος 1999 )
Ελένη & Κατερίνα Ηλιοπούλου ( Κέδρος 2003 )

2 Σχόλια »

  1. Πέλεκεις (!)
    Που με την κρούση τους γεννιούνται οι δακτύλιοι του ξύλου (!!!)

    After whose stroke the wood rings…)

    Χρήσιμη η συμπαράθεση, Τελέσιλλα.

    Βλέπει κανείς καθαρά πόσο οι νεώτεροι μεταφραστές επιμένουν να αγνοούν τους παλιότερους, και να πολλαπλασιάζουν γι’ αυτό όχι τα επιτεύγματα, αλλά τα λάθη τους…

    Σχόλιο από Συμβολαιογράφος — 18/04/2009 @ 11:31 πμ | Απάντηση

  2. Προσωπικά προτιμώ την μετάφραση της Ταβαρτζόγλου.

    [Θυμάμαι επίσης πως το συγκεκριμένο τεύχος του «Διαβάζω» περιείχε
    μια πολύ καλή ανάλυση της ζωής και του έργου της]

    Σχόλιο από Me:moir — 13/10/2010 @ 1:57 μμ | Απάντηση

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI


Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: