Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

05/06/2009

Παυλίνα Μάρβιν, Η Συντριβίκη

Filed under: Τεφλονοποιήματα — pavlinamarvin @ 4:46 πμ

062508112539

Λες, είμαι η γκόμενα η γαμάτη, με τη γόβα και με τον πλάστη, όταν θυμώνω, καθαρίζω αχλάδια πάνω απο τη βρύση της κουζίνας, μουρμουράω, σιγοβρίζω-δεν σας κοιτάζω, με θαυμάζετε, σαν να πρόκειται για κάποια θεατρική παράσταση, αν και ζητώ επαφή, αν και κόβομαι με το χασαπομάχαιρο, σχολιάζετε απο μέσα σας
το ντύσιμο, τα βήματα μου, και το ξέρετε πως εγώ δεν είμαι απο αυτούς που ζουλάνε το σωληνάριο της οδοντόπαστας απο τα κάτω, και πως όταν είπα στον παππού, «παππού, ηθοποιός θα γίνω»
(απόπειρα πιρουέτας στην αυλή, χαριτωμένο κοριτσάκι χαμογελαστό, στραμπουληγμένο σπαγγάτο)
Παύλος ο παππούς, Μικρασιάτης, άκου να δεις, μου λέει, τα καλά κορίτσια δε σηκώνουν τα πόδια τους ψηλά, απο τότε πέρασε καιρός και δεν έγινα τελικά, μας τελείωσε κι ο παππούς,
αλλά θυμάμαι πάντα αυτό που μας έλεγε η Σάρα, οτι δηλαδή όποιον και να κοιτάξεις, κάποιος, κάπου, βαρέθηκε κάποια στιγμή να τον γαμάει, κι ενώ το θυμάσαι οτι το θυμάμαι, εσύ τα ίδια, το ίδιο τροπάρι, πως είμαι η γκόμενα η γαμάτη με τη γόβα και με τον πλάστη, δεν το εννοείς, απλά θα θελες να κοιμάμαι ίσως λίγο πιο ήσυχη τα βράδια, άμα στο επισημάνω, τίποτα εσύ, αυτό δεν είναι αλήθεια, μου λες, ούτε και το αντίθετό του είναι αλήθεια, πίστεψε με αλήθεια σου λέω, αλλά τίποτα και γω, όμως στ’αλήθεια κοιμήθηκα πιο ήσυχα αυτή τη βδομάδα, έτυχε μάλιστα να γίνει σεισμός, δεν με ξύπνησες, ήταν ασήμαντο, με κοίταξες που ανασήκωσα το δείκτη, τον ακούμπησα στα χείλη και έκανα «σσσσσσσσ» ενώ δονούμασταν, ηθελα να κοιμηθώ ήσυχα που να πάρει, αυτό ήταν όλο, κατά τα άλλα με συντρίβει αυτή η αδιαπραγμάτευτη ησυχία μεταξύ μας τώρα τελευταία,
κι αν θες να ξέρεις, όταν φεύγεις για τη δουλειά μένουμε οι δυό μας, της φτιάχνω καφέ, κάνουμε παρέα, με φωνάζει Βίκη, ή Φρικάσο, Φρίκη, δεν ξέρει πώς να με καλέσει, μου λέει πως εσύ τη δασκαλεύεις, εγώ πάλι νευριάζω, την πιάνω απ’το μαλλί και της φωνάζω «Συντριβίκη θα σε σκοτώσω, θα σου μπήξω τη γόβα και θα βάλω τον πλάστη στον αυτόματο πιλότο να σε πλάθει επ’αόριστον ενώ εσύ θα μου καθαρίζεις αχλάδια», αλλά που ν’ακούσει η Συντριβίκη, χέστηκε με το συμπάθειο, ασ’τα αυτά κι έλα να σου πω τον καφέ, μου λέει, χωρίς φλυτζάνι, χωρίς τίποτα,τους ξέρω απ’έξω ολουνού του κόσμου τους καφέδες, κάθομαι, άβουλη, εδώ, κάθε μέρα η ίδια ιστορία, η ίδια συντριβή- στα κατώτερα των απορρημάτων μας λοιπόν, κι εσύ κι εγώ, και η γόβα κι ο πλάστης.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: