Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

05/07/2009

Ζάφοντ Ρέπλικαντ, Σχετικά με τον Καρυωτάκη

Filed under: Θραύσματα — pavlinamarvin @ 6:46 μμ

Γράφει μεταξύ άλλων ο Καρυωτάκης στους –ιδανικούς αυτόχειρες-. -Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το, σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει, αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο, για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει. Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα, ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος, -όλα τελείωσαν- ψιθυρίζουν –τώρα-, πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος-. Αυτό το έξοχο στυλ περί του αυτοκτονώ, δεν αυτοκτονώ, -τώρα το πήρα απόφαση-, και, -για να το ξανασκεφτώ-, -πρέπει να σοβαρευτώ και να τελειώνω-, και, -μήπως υπάρχουν κι άλλες εναλλακτικές;- και τέτοια, το χει πιάσει και ο Ρασούλης με όχι λιγότερη ειρωνεία, -γιατί να σ’ αγαπήσω; Θα ζησαυτοκτονήσω, θα πέσω απ το παράθυρο στην αγκαλιά σου λάφυρο-. Εν πάσει περιπτώσει, αν δεν υπαναχωρούσε ο αυτόχειρ τελικώς, ο Ρασούλης περιγράφει και αυτό το ενδεχόμενο, -έγινε η ψυχή μου Αχέροντας που έφυγε μακριά σας χαίροντας-, αναφερόμενος σε στυλ χαρμολύπη στον Καρυωτάκη.

-Έρχονται φορές που τι να σου κάνουν πια και τα χαμόγελα, και τότε αρχίζουν όλα να κραυγάζουν, δεν ωφελεί πια να κρατάς το στόμα κλειστό όταν όλα κραυγάζουν, και τι να την κάνεις την διπλομανταλωμένη αξιοπρέπεια της σιωπής τώρα που είναι το πρόσωπο σαν νταμάρι ρημαγμένο-, γράφει ο Χριστιανόπουλος για τα ερωτικά του. Εκτιμώ ιδιαιτέρως την διπλομανταλωμένη αξιοπρέπεια της σιωπής και τα κλειστά στόματα, αλλά επίσης εκτιμώ ότι εδώ έχουμε κάποια ιδιαίτερα εκτιμητέα και αξιοπρόσεκτη δήλωση περί του αντιθέτου, υπάρχει λόγος σοβαρός, είναι κάτι τέτοιες ώρες που δεν μπορούν να αγνοηθούν, τέτοιες, όπως τις εννοεί και ο Ρασούλης στιχουργώντας για κάποια άλλη οριακή μετεξέλιξη της σιωπής, -κι όταν τα χείλη σου ακούμπησαν τα χείλη αλληνής, κρακ! Έκανε και σπάει το ποτήρι της σιωπής. Κι από τότε μόνο ουρλιαχτά μες το φωταγωγό κι ένα κρυμμένο, καταραμένο, που τρέχει ολούθε, εγώ-.

Γράφει ο Καρυωτάκης για κάποιον που τύπωνε τα ποιήματά του σε φυλλάδια προσπαθώντας έτσι να βρει αναγνώστες, και για να τον βοηθήσει του κάνει κι αυτός μια παρουσίαση σε κάποιο έντυπο, μιάς που ο ίδιος όντας πιο αναγνωρίσιμος, είχε ευκολότερη πρόσβαση στα πολυπόθητα έντυπα. Το γράψιμο λοιπόν, και καλά, βάϊ, βάϊ, βάϊ, θα έλεγα, που έλεγε και η γιαγιά μου. Γράφω σε στυλ, σας έχω γραμμένους και δεν δίνω δεκάρα περί του πώς τα βρίσκετε τα λεγάμενα; Αλλά αυτή η στάση προϋποθέτει ότι θα τα διαβάσετε, ότι θα προσπαθήσω, ότι πιθανολογώ ότι θα τα διαβάσετε. Υποδύομαι ότι δεν με νοιάζει αν θα διαβαστούν, ξέροντας ότι δεν θα διαβαστούν; Είμαι ειλικρινής στο στυλ ζαμανφού; Αυτή μοιάζει καλή βάση εκκίνησης, και μετά, τι; Να τα τυπώνω σε φυλλάδια όπως ο προαναφερθείς και να τα μοιράζω στο δρόμο όπως ο Νικόλας Άσιμος; Να τα υποβάλλω ευσεβάστως στην κρίση του κάθε επαγγελματία περί τας γραφάς, για να μου πει εις απάντησιν, το και το, δεν γράφουν έτσι, γράφουν αλλιώς, κι αν δεν ήξερες, δεν ρώταγες; Να γράφω ό,τι είναι να γράφω και να κάνω σαν να μην συμβαίνει τίποτα; Σε στυλ αδιάφορο τουτέστιν, σε στυλ γράφω αλλά κάνω σαν να μην γράφω, γράφω υπό προϋποθέσεις, εν πάσει περιπτώσει, προϋποθέσεις κάπως φλου; Θέλω να διαλέγω ποιός θα τα διαβάσει, μάλλον με ενδιαφέρει να διαλέγω ποιός δεν θα τα διαβάσει, αλλά από την άλλη θα με ενδιέφερε υπό προϋποθέσεις, άγνωστες προς στιγμήν, να μπω και στο μάτι κάποιων από αυτούς που δεν τους γουστάρω και δεν γουστάρω, κατ αρχήν, να τα διαβάσουν. Και διαβάζοντας κάποιες κριτικές για τον Καρυωτάκη και κάποιες κριτικές για τις κριτικές, δημόσιες αντιδράσεις, όπως τις λέει και ένας κριτικός, θα έλεγα ότι ο ενδιαφερόμενος ήλπιζε μάλλον περισσότερο στις ιδιωτικές αντιδράσεις που θα προκαλούσε, και γω νομίζω πως οι ιδιωτικές μοιάζουν πιο ενδιαφέρουσες, αλλά αυτές που θα εμφανιστούν θα είναι οι δημόσιες και το πράγμα γίνεται περίπλοκο. Πάντως ο Άρθουρ και ο Φορντ, στο –γυρίστε τον γαλαξία-, μιμούνται με τον καλύτερο τρόπο το στυλ της επαγγελματικής κριτικής στην οποία αποβλέπει κάθε καθωσπρέπει ποιητής, το θολό και λασπώδες και ανυπόφορα λάγνα βερμπαλιστικό, με ψυχαναγκαστικά καταχρηστική και εντελώς ύποπτη χρήση εννοιολογικών τροπικοτήτων, που ο ενδιαφερόμενος ποιητής δεν καταλαβαίνει, ούτε και το νοήμον κοινό βέβαια, και το μόνο που καταλαβαίνει και εννοεί βέβαια ο κριτικός, είναι μια ενίσχυση της θέσης του, για όποιον ψαρεύει στα θολά, που λένε, και οι κριτικοί βεβαίως είναι οι κυρίαρχοι στην κουλτουριάρικη επικράτεια της θολούρας. Και ο ποιητής βόγκον παραλίγο να τσιμπήσει τα θεωρητικά νεροζούμια που ειλικρινώς και απεγνωσμένως του εκτόξευαν μήπως και τον τουμπάρουν, αλλά σε μια ύστατη στιγμιαία προσπάθεια αυτογνωσίας και έστω πρόσκαιρης αναλαμπής πνευματικής υγείας, τους πέταξε στο κενό έξω από το διαστημόπλοιο, μουρμουρίζοντας ότι σε μια τέτοιου είδους κριτική, ο θάνατος είναι ανεπαρκέστατος ως τιμωρία. Επιπροσθέτως ο Ντάγκλας Άνταμς κάνει μια ανατριχιαστικά εύστοχη λεπτομερώς αναλυτική απαρίθμηση μπόλικης αρλουμπολογίας από αυτήν που συχνά έχω δει, με συγκρατημένη βδελυγμία ομολογουμένως, να χρησιμοποιούν ποικίλοι συγγραφείς και ποιητές βαθύτατα διαλογιζόμενοι, και η αρλουμπολογία είναι τόσο σύνθετη και δύσχρηστη, που ο Νταγκ βάζει τον Άρθουρ και τον Φορντ να εναλλάσσονται δίνοντας πάσες ο ένας στον άλλο για να προχωρήσουν αλληλοϋποστηριζόμενοι εργωδώς βαριανασαίνοντας βήμα βήμα στον γλοιώδη βούρκο, διεκδικώντας με συγκινητική λύσσα την προσθήκη της κάθε πομπώδους παπάρας στην απολύτως χρησιμοθηρική λογοτεχνική τους ανάλυση, ώστε να μπορέσει να σταθεί και να λειτουργήσει, όπως την είχαν δει αλλού να λειτουργεί. Έβλεπα τον Πωλ Ώστερ σε μια συνέντευξη να λέει ότι φοβάται όταν βλέπει κάποιον άγνωστο να διαβάζει κάποιο βιβλίο του κάπου έξω και φεύγει αμέσως και μάλιστα σκυφτός. Και αυτή του την στάση την εξηγεί κάπως με κάτι που έγραφε. Έγραφε για κάποιον συγγραφέα που είδε σε κάποιον χώρο αναμονής στο αεροδρόμιο κάποια να διαβάζει ένα βιβλίο του και την παρατηρούσε. Κάποιες σελίδες τις γύριζε διαβάζοντας κάπως ακροθιγώς και ο ενδιαφερόμενος έφριξε συγκρίνοντας την τόση σημασία που επένδυσε γράφοντάς τις, με την σκανδαλώδη έλλειψη σημασίας που έδειχνε γι αυτές η αχαρακτήριστη αναγνώστρια. Της είπε λοιπόν τις ανησυχίες του, χωρίς να συστηθεί, κι αυτή του είπε ότι δεν έχει σημασία, μην το παίρνει και τόσο βαριά, στο κάτω κάτω δεν είναι παρά ένα βιβλίο. Τον καταπτόησε κάπως τον συγγραφέα αυτή η δραματική υποτίμηση. Συμφωνώ. Κάποια βιβλία δεν είναι απλώς βιβλία, αλλά σε τελική ανάλυση είναι, πάντως ο Καρυωτάκης θα έφριττε ακόμα περισσότερο μέσα στην τέλεια φρίκη του βλέποντας ας πούμε τους στίχους της –πρέβεζας- να αντιμετωπίζονται τοιουτοτρόπως, αυτό που έβαλε σε στίχους (κάποιο κομμάτι του), να αντιμετωπίζεται σαν, απλώς στίχοι!

(σημ. οι Βόγκον ανάμεσα στα άλλα ελλαττώματά τους, έγραφαν ποίηση. Κατά κοινή ομολογία θεωρούταν η τρίτη χειρότερη στο γνωστό Σύμπαν. Ο Φορντ και ο Άρθουρ έπρεπε να κάνουν ικανοποιητική φιλολογική κριτική στο ποίημα του Βόγκον για να σώσουν την ζωή τους. Όλα αυτά περιέχονται στο μυθιστόρημα του Ντάγκλας Άνταμς, -γυρίστε τον γαλαξία με ωτοστόπ-)

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Το ιστολόγιο του Ζάφοντ: http://www.argumentumadhominem.wordpress.com

    Σχόλιο από pavlinamarvin — 05/07/2009 @ 6:53 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: