Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

26/07/2009

Χάρης Ψαρράς, επιλογές από τις τρεις συλλογές

Filed under: Αφορμές,Τεφλονοποιήματα — kyokokishida @ 3:36 πμ

POLA_11845_12384046456_lΤΕΝΙΣ

Παλατινή μου φύση
είσαι
καρούμπαλο ραφής
μην απορείς
η δύση δεν ευτελίζεται
παίζοντας τένις
ερωτωμένη μένεις
μα της ρακέτας
την ταχεία ανταπόκριση
ο ουρανός δεν έχει
σύστημα, βρέχει
αυτό που λέμε τούμπαλιν
είναι λυκόφως ποιητικό
ριξιά της αντισφαίρισης εκεί και ‘δω
μπούμερανγκ που ανασαίνεις
δεν παίζει όμως ο ορίζοντας τένις
κι ας είναι ο ήλιος
μπαλάκι σε εγρήγορση.

ΕΠΙΚΛΗΣΗ

Δώσε μου δυό λέξεις να σταθώ
ρυθμό και μέτρο, μέτρο και ρυθμό
δώσε μου ένα μέτρο
μέτρο ασφαλείας.

Δώσε μου δύο φανάρια
κι άλλο φως θέλω να πω
από την αρμονία
δυό φανάρια της τροχαίας.

Δώσε μου ύφος, δύναμη
στο ολισθηρό μονοπάτι της ποιήσεως
περίεργο, περίφρακτο, περίλυπο, λοιπά.

Ποιά ποίηση, πώς ζει, μέλλον σημαίνει τί;
Δώσε εδώ και τώρα
βιταμίνες.

ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Ι.
Εγώ που εκμισθώνω
γκαρσονιέρες υπόγειες
στην υπηρεσία του ουρανού πάντα
ημίψηλα καπέλα, στρουθοκαμήλους, μιναρέδες
τις κατακόρυφες κατασκευές
τρίμματα νοσηλεύω.
Πιό συμφέρον αντίτιμο και λιγότερος κόπος
να αρκείται κανείς στου γαλάζιου τα θραύσματα
προς λαϊκή κατανάλωση
τα παρέχει αφειδώς
του μισθίου ο φεγγίτης.

Ο WHITMAN ΚΑΙ ΟΙ ΒΑΤΡΑΧΟΙ

Κατασκηνώνει ο ποιητής σε όχθη λίμνης
στα βαθυπράσινα νερά, στην επιφάνειά τους
ιδέες, σκέτο κρύσταλλο συναιρούνται και φαίνονται
ελευθερίες, ανεξαρτησίες, έθνος υπό κατασκευή
εκείνος πάλι ύμνο συσκευάζει
και κάτι βάτραχοι συγκάτοικοί του εκεί γύρω
όχι σπουδαία αμφίβια, σχεδόν γυρίνοι
προσεύχονται κι ας μην αγγίζει
ύψος προσευχής το βρεκεκέξ τους
προσεύχονται να πέσει, όχι η Μούσα
στον αντοκατοπτρισμό της λίμνης,
μα ο ποιητής μες στα νερά
να μείνει άθικτο το προϋπάρχον ποίημα.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΝΟΙΧΤΟ

Τα σιταρένια φάσματα
ανήκουν στην ματιά σου
νυφούλα του Πηγάσου
γαλάζια υφάσματα

σου πλέξαν την ανταύγεια
μιας κόρης αφανούς
λύσε μου τους λωτούς
κουρδίζοντας τα μάγια

τοξεύουνε τα κύτταρα
χαρμόσυνα βραχιόλια
και ζωντανεύουν ύστερα

σουτιέν καβούρια και δεσμοί
θροΐζουσα φουριόζα
στη νεραϊδοσχισμή.


ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

ΙV.
Ένα παιδί προσελήφθη στο τσίρκο
Αρχή είναι και του ανέθεσαν το μαχαίρι
Του εμπιστεύτηκαν ακίνδυνα νούμερα
Παιδί είναι
Πέντε έξι δέκα εκατό
Αύξηση φαντασμαγορίας γεωμετρική
Επαληθεύτηκε το τσίρκο
Κήρυξε την πτώχευση
Έφτασε το παιδί πολύ πέρα.

Οι γονείς λένε
το τσίρκο μας χρωστά το παιδί.
Οι λοιποί λένε
ένα παιδί ήταν.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ

Επέστρεψε εκείνο το παιδί
γύρισε πίσω, περιφέρεται
στη γενέτειρα τώρα
χαίρεται την επάνοδο.
Με απολύσανε οι ακροβάτες
δε με εμπιστεύονται οι κλόουν
ήσυχο με αφήσαν.
Γυρίζει γύρω-γύρω, τι δυσχέρεια
τι γενέθλιος τόπος
ο μαιευτήρας που το είχε φέρει
στο φως, βγήκε στη σύνταξη
πέταξε ο παππούς εδώ και χρόνια
στο δρόμο συναντά παλιό συμμαθητή
γυρνά από γραφείο και εκείνος
και οι λοιποί πάντα λοιποί
ασήμαντοι, να μην αναγνωρίζουν.
Νοικιάζει γκαρσονιέρα το παιδί
χώνεται στα σκεπάσματα
βαρύς τον παίρνει ο ύπνος.
Στο όνειρο γυρνά ξανά η φαντασμαγορία
το νούμερο με τα μαχαίρια, τα τεντωμένα σχοινιά
από κάτω του πάλι
το κοινό, τα θηρία.


Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ

Ο κηπουρός μες στο κλουβί του πώς περιφέρεται
λουλούδια υδρεύει, ρίζες χαϊδεύει
καλά ξοδεύεται.
Επιδιώκει να εξημερώσει την άγρια φύση
γιατί η δική του η δράση τώρα
τείνει να δύσει.
Έτσι φορτώθηκε στην πλάτη του ογδόντα χρόνια
μαύρος ο άνεμος και ξεπουπούλιασε
μικρή μπιγκόνια.
Στο κλαδευτήρι απευθύνεται κι όλο λέει
βραχύ μου χέρι οι κήποι που έστησα
ήταν ωραίοι.
Ω δεν τον πείθει η πρασινάδα και καταρρέει
ενώ λυτό το ποτιστήρι του
θρηνεί και ρέει.
Κακός ο χρόνος αμείλικτος με λογής αυτουργούς
έστω κι αν πρόκειται για μαραμένους
κηπουρούς.
Θα τον ξαπλώσει ο χρόνος τώρα πάνω σε στρώμα
εν συντομία θα παραπέμψει
αυτόν στο χώμα.
Άνθος απότιστο ο θάνατος του χαμογελάει
ο κηπουρός εκεί που έσκαβε
εκεί θα πάει.
Τι αστοχία χώμα να γίνεσαι κι όχι ουρανόςCopy (2) of POLA_11845_12384046456_l
κι ας ήσουν κάποτε αξιολογότατος
ως κηπουρός.

ΣΥΜΒΑΣΗ

http://mogolospolemistisvalkaniosagrotis.blogspot.com/2008/03/blog-post_19.html

[Σπίρτα χειρός, Πλανόδιον 2002]

———————————————————————————————-


Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ

Είμαι στην αίθουσα που φέρναμε
εις πέρας τις μετρήσεις.
Σπάσανε τα θερμόμετρα
το βαρομετρικό είναι χαμηλό
στο χάρτη ένα σύννεφο
καρφώθηκε δε βλέπω
στα μάτια, την υδρόγειο
πετώ.

Εδώ υπόθεση, εκεί
διευρύνοντας την ερμηνεία η επαλήθευση
εκφράζοντας
με γράμματα και όχι με ψηφία
τη σταθερή αυτή θερμοκρασία.

Ας είναι η πιο εύστοχη  πρόβλεψη
για όσα μας μέλλονται η
αποσιώπηση, κατευθείαν από
τη γνησιότατη άγνοια δείχνει να ξεπηδάει.

Ανοίγω τα παράθυρα
ιπτάμενοι κι εμείς για τα καλά
αφού το έδαφος υποχωρεί
πετάμε και τα όργανα γης για παρακαταθήκη.

Καλύτερα με τα χέρια μες στις τσέπες παρά
μπροστά στους σεισμογράφους
των νεκρών
να κόβουμε τα νύχια.

ΤΥΧΗ ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΗ

Δε σκαλώνει ο καπνός στα κλαδιά
με το χέρι του ψαύει πιο πάνω
ήταν δέντρο η φωτιά
πριν ξοφλήσουν τα σπίρτα
με τα δάχτυλα πάει ν’ αγγίξει
ήταν φως η φωτιά, όλο φως
ακουμπάει τ’ αστέρια
δε διαβάζει τ’ αστέρια
στάχτες νου εν προόδω
οιωνοί στα χαρτιά
ρίχνοντας ολοένα βαθύτερα
το βαλέ και την κούπα
ή κατ’ άρθρο άλλη γη, ουρανός
ο κινούμενος στόχος
μ’ ένα γδούπο βουτάνε στο τζάκι
τσουρουφλίζονται άπραγα
τα αστέρια κι εγώ δίπλα δίπλα
ζεστασιά πυρκαγιά και τα δύο
φυλλαράκια καπνού μες στα δέντρα
πυρπολούνε τον ήλιο για να
ξαφνιαστούν προτού κλείσει η παρτίδα
του τυχαίου τα βλέφαρα.

Η ΛΥΔΙΑ ΛΙΘΟΣ

Δε θα ρωτάς τη μάνα σου
για τη αρχή και το τέλος αλλά
στα μάτια της θα εκφράζεται
για χάρη σου το τίποτα.
Θα σταματούνε τα ποτάμια
μια σπιθαμή πριν προκαλέσουν τον πνιγμό σου.
Τα χρήματα θα είναι αρκετά
τα όνειρα ολοκαίνουργια.
Η ευαισθησία μας όλους θα τους νικά
θα την τυλίγουν οι συντριπτικές μειοψηφίες
μες στα σύννεφα
θα τρέχει κι ο ασκός
της έμπνευσης o πάντα κούφιος Αίολος.
Στο στόχaστρο
θα βάζεις την καρδιά
αυτό που αξίζει είναι πως
θ’ αστοχείς αραιά
σπανιότατα.
Τα άλογα θα τρέχουνε στο δάσος
μονάχα τα κορίτσια δε θα τρέχουν
θα σταματούν για το φιλί
και θα μένουνε έπειτα σπίτι.
Θ’ ακούς «η λάσπη χτίζεται με φως»
μα δε θα μείνεις άφωνος
θα έχεις με το μέρος σου τους ποιητές
όσους γράφουν στη γλώσσα σου τουλάχιστον.
Ο χρόνος θα περνάει από πάνω σου
χωρίς να σε αγγίζει.
Γι’ ανθρώπους σαν κι εμάς
όλο και κάποια πρόνοια θα βρεθεί
κανείς δε θα πιστεύει
πως γεννήθηκες
έτσι και ξαφνικά
μεσ’ από δυό αστέρια.
Δε θα ‘ναι πάντα το φεγγάρι στο πλευρό σου
όποτε όμως έχεις την ανάγκη του
θα σου συμπαραστέκεται
με τρόπο πλάγιο τρυφερά
όσο για τα παιδιά
δε θα σου φέρονται άσχημα
αν και δεν παίρνω όρκο πως
θα έχουν όρεξη να σε κοιτούν στα μάτια.


JOYCE

Μήνες εννιά κρατούσε η Τζόις
στο σώμα της την ερημιά
η μήτρα της την έτρεφε
κι όλο αγκάλιαζε φίλαγε
μια γερή μοναξιά.
«Ξένο παιδί η αναπνοή στους πνεύμονές του ας σβήσει.»
Δεν είχε κλείσει τα τέσσερα, θυμάμαι
ήταν Χριστούγεννα, ο πατέρας της
της χάρισε ένα τόπι
και ένα καροτσάκι πλαστικό.
«Με το τόπι θα βάζεις στόχο τον ήλιο
να τον ρίξεις μικρή
ζωή να βρεις για να την περπατήσεις. Στο καρότσι
το μωρό σου θα βάζεις, το μωράκι μας, Τζόις
για να μη σου βραχει και αλλάξει
όταν ο ουρανός
με σταγόνες ποτίσει τη γη
και την κάνει δική του.»
Έλεγε ο πατέρας γελούσε. Σκιά
στη βροχή, που αγαπόυσε, τα χρόνια
όμως η Τζόυς τον έκανε να κλαίει τον πατέρα της
αργότερα τον έκανε κομμάτια
πες πως τον πήρε η θάλασσα.

«Ήταν κακιά πριν γεννηθεί
νεκρή προτού πεθάνει.»

Τυχαία τις προάλλες είδα
τον πατέρα της Τζόυς στο δάσος
παιδί κοιμάται κάτω από τις φυλλωσιές
και δεν τον νοιάζουν πλέον τα πουλιά ούτε τα σύννεφα
που φεύγαν για να δώσουνε
τη θέση τους στον ήλιο
και παίρνανε μακριά του τη βροχή
και παίρναν τη βροχούλα.


ΤΕΧΝΗΤΗ ΒΡΟΧΗ

Τεχνίτης μ’ όνομα φτωχό
γλιστρά και σπάει στον άνεμο
η φήμη του πέτρα κλειστή
τον άνεμο προτρέπει.
Πες τη φωνή μου καθαρά
σε όσους είναι κύματα
κι ορθώνονται για να βιαστεί
του χρόνου η συγκατάβαση.
Αναψηλάφηση ζεστή
πλάι στου σφυριού τον ήχο
κι άσε να με εκλάβουνε
ως γύρη απανταχού
παρούσα γύρη τεχνητή
βροχή που τους αξίζει.

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΤΗ.
ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΡΩΜΗ, Κ.Λ.Π. ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1922

Πλατεία Αγίου Μάρκου ξημερώματα
τουρίστες κάποιας ηλικίας και ο βόμβος
τη σκόνη του επάνω μου αφήνει

ανάμεσα τους νομίζω πως είδα
το σύζυγο ενός φίλου διπλωμάτη
«ναι, γνωριστήκαμε στο σπίτι του γιατρού»

κυρία Leid ή κάπως έτσι, δε θυμάμαι
η κόρη τους είχε πεθάνει νέα
κανείς δεν έθιγε αυτό το θέμα τότε

πίνω καφέ αφήνω να με δει
του ήλιου η πρώτη ακτίνα «πρέπει!»
πως με βαραίνει το ότι έχω όρεξη

φύγανε ξένοι ως ήρθαν, ησυχία
δεν είχα χρόνο να τη δω μονοπωλεί
το ενδιαφέρον μου την ώρα που σερβίρει

μια Ιταλίδα, πιθανό
να φύγω για τη Νάπολη.


ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΑΝΘΙΖΕΙ

Ανέβαινε Copy (3) of POLA_11845_12384046456_l
κρατούσε το νερό
στο χέρι κατακόρυφο περίπατο
κι όλοι οι σπόροι φτιάχναν σκαλωσιά
στον άνεμο για να φανούν λουλούδια.
Ήταν δουλειά της άνθησης κι αυτή
προοπτική μες στο κενό
πως θα βλαστήσει πάλι
ό,τι περίσσεψε απ΄τη γη
και τα αρώματα
τα φύλλα στη στιγμή
σκαρώνανε μια κάποια αναρρίχηση.
Υφαντουργία η υφή
δουλειά της άνθησης θα πεις
εικόνα δίχως ύλη
χώμα προτού να ποτιστεί
εμείς αλλού σκυμμένοι
δίναμε ανταπόκριση
σ’ ένα χειμώνα που θα ‘ρθει
σ’ αυτόν που έχει φύγει.

[Στην αγκαλιά του κύκλου, Κέδρος 2004]

——————————————————————————————————

ΡΕΒΕΓΙΟΝ (ΑΓΡΥΠΝΙΑ)

Ευχές στη φιέστα ανταλλάσσουμε και πάμε
μια ώρα αρχύτερα ευτυχείς να κοιμηθούμε.
Ναι, το μη χείρον βέλτιστον! «Πεινάμε»
φωνάζουν οι φτωχοί κι εμείς ακούμε

τις οιμωγές ρακένδυτων λιμάρηδων
αστέγων καθημένων στην Κλαυθμώνος.
Καθώς χαράζει η πρώτη μέρα του αιώνος
οι ιαχές αμίμητων λυράρηδων

Φοίβου, Καρβέλλα και λοιπών μας κατακλύζουν.
Πως θα ‘κανα το ρεβεγιόν στο δρόμο δεν το πίστευα.
Ξανθομαλλούσα καλλονή διαβάζει Τζούλια Κρίστεβα
σ’ ένα παγκάκι στη Σταδίου. Μας ορίζουν

και οι κλοσάρ και η ποπ και η κουλτούρα.
Δες, ξημερώνει η πρώτη πρώτου δύο χιλιάδες
με όλα της τα συμπράγκαλα. Κατούρα
στου μέλλοντος κι εσύ τις συμπληγάδες!

Ο ΟΙΚΟΣ

Γκρεμίζεται η παλιά μου εστία.
Τα σπίτια ερήμωσαν γοργά.
Κρότος κτιστών. Δίχως αιτία
χτυπούν και χτίζουν. Στα σκαριά

κι αν ειν’ το μέλλον μας, κοιτάω
της τρύπιας στέγης μας το γείσο.
Με μέτρα και ρυθμούς κρατάω
του αρχιτέκτονα το ίσο.

Σαν βρίσκω το τσαρδί ρημάδι
ο πρωτομάστορας στενάζει
πλην απ’ την πίκρα μου ένα βράδυ

ίππος χρυσός αν με ανασύρει
δε θα ‘ναι κι άσχημα. Χαράζει
κι έχω τον ήλιο μουσαφίρη.


ΕΡΑΤΩ

Μιαν είσοδο θεαματική
στην αιωνιότητα που όλα τα παλαιώνει
επιφυλάσσουν οι αρτίστες στη θεά.
Τα σανδάλια της τα ‘δωσε
στους ανέμους και κόσμημα
του ορίζοντα είναι η ματιά της
και το σέλας φορά
τον λευκό της στηθόδεσμο
και το φόρεμα
που αγοράσαμε μαζί
απ΄τους πλανόδιους εμπόρους
μιας πόλης άπαρτης και θείας κι υπαρκτής
το φόρεμα των αγοραίων
ερώτων τώρα υπηρετεί
των τρωκτικών
την πρόσκαιρη ασχολία, την εκζήτηση.
Σάλι φθαρμένο το κατάντησαν για να
τυλίγουνε τα πλέον φθαρτά τους τα σώματα.Copy of POLA_11845_12384046456_l
Κι εκτός των άλλων
παστρική, στοργική
έγινε η θεά
χαλί να την πατήσουν.
Τα ευτράπελα που λαμβάνουνε χώρα
στην κραταιά, δική της επικράτεια
δεν περιγράφονται, γιατί
όποιος χορτάσει από τα κλέη εν σιγή
τελεί κι εν απογνώσει.
Η ίδια όμως η θεά περιγράφεται
γιατί την αγναντεύω.

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ (ΙΙ)

http://pampalaionero.wordpress.com

[Η δόξα της ανεμελιάς, Κέδρος 2008]

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: