Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

29/07/2009

Η παρωδία μιας μετακόμισης

Filed under: Αφορμές — raniatef @ 10:50 μμ

Κι εκεί που έλεγες ότι θα’ χεις χρόνο να κάνεις μια μετακόμιση της προκοπής, να διαλέξεις με την ησυχία σου –και με την ανάλογη τελετουργικότητα- την αφρόκρεμα της χαρτούρας από τη σαβούρα που έχει συνωστιστεί στα 40 τετραγωνικά της γκαρσονιέρας σου τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ξυπνάς και συνειδητοποιείς ότι ο χρόνος σου τελείωσε. Τρέχεις στο σουπερμάρκετ, αρπάζεις μερικές κούτες – νου νου, κυρίως- και στοιβάζεις μέσα τους επιμελώς ατημέλητα όλα τα χαρτιά και φύλλα,  που κυκλοφορούν αδέσποτα, μουντζουρωμένα, τσαλακωμένα, μισοσκισμένα, επίσημα, ανεπίσημα, όλα… από φόβο μήπως μαζί τους πετάξεις καμιά ζωντανή ανάμνηση και την πεθάνεις πρόωρα. Πού και πού βρίσκεις κάτι ενδιαφέρον, κάτι που δεν θυμάσαι ακριβώς τι είναι ή γιατί το κράτησες, κοντοστέκεσαι, το κοιτάζεις, το διαβάζεις, το ξανακοιτάζεις  μέχρι να ανασύρεις όλες τις πληροφορίες που θα χορτάσουν τη μνήμη σου.

Μέσα σ’ αυτή την κυριολεκτικά άνω κάτω ατμόσφαιρα, έπεσα πάνω σε κάτι στιχάκια που είχα σκαρώσει όταν πίστευα,σαν παιδί κι εγώ,  ότι οι στίχοι μου δεν θα κατέληγαν στο ράφι του Στιχοταφείου αλλά θα προβιβάζονταν σε άσματα. Κι επειδή είναι αστείο όσο και τραγικό, το μοιράζομαι μαζί σας χωρίς φόβο και πάθος μα με πολλή ντροπή

Μικρή ασυμφωνία εις  Γ(άμο).. μείζον  

 

A, κύριε κύριε Κραουνάκη

Ποιος θα βρεθεί με μουσική να ντύσει της ψυχής  μου το στιχάκι;

Απόστασα, απηύδησα δεν ξέρω τι να κάμω

Γι’ αυτό απεγνωσμένα  σας ζητώ σε γάμο!

Μικρή εγώ κι εσείς  μεγάλος

Με νου εσείς  κι εγώ με κάλλος

Θα φτιάξουμε  το τέλειο ζευγάρι

-σα στρείδι  με μαργαριτάρι.

Το κόκκινο  γυαλί που σας βοηθάει

Να βλέπετε  ψηλά και ολίγον τι στο πλάι

Το πιάνο σας, του σολ τα αντικλείδια

Οι νότες τα σκεπτόμενα τα φρύδια

Η δίεση κι η  ταξιδιάρα  μελωδία

Τ’  ονείρου  το κυνήγι κι η βακχική λατρεία

Οι στίχοι π’ όλη νύχτα ξαγρυπνάτε

Όσοι μοιάζουν ξέφρενοι κι επαναστάται

Η τιράντα που σας σφίγγει

Από τη μια μεριά  στης παντρειάς το ζύγι

Κι από την  άλλη εγώ σαν τη μύγα μες στο  ξίγκι

μ’ ένα χαμόγελο στα μάτια

να σας κοιτώ και να ποθώ οι στίχοι μου να γίνονται  κομμάτια

Α κύριε κύριε  Κραουνάκη

Ποιος θα δώσει  σημασία σε τούτο το σαράβαλο στιχάκι;

Διαβάζοντάς το ξανά, άρχισαν να μου ‘ρχονται στο μυαλό ένα σωρό σκέψεις, κυρίως σκέψεις αυτολογοκρισίας (μα δεν είναι θράσος να «πειράζεις» τον Καρυωτάκη για κάτι τόσο ευτελές; μα το στιχούργημα δεν είναι λίγο αστείο; μα αφού μου βγήκε, τι να κάνω, μα δεν ήθελα να θίξω κανέναν  κλπ κλπ). Οπότε μ’ αυτά και μ’ αυτά, άφησα τις κούτες κι άρχισα ν’ αναζητώ στο ίντερνετ παρωδίες ποιημάτων μήπως εξιλεωθώ η αμαρτωλή. Ιδού μερικά από όσα εντόπισα στη βραχύβια έρευνά μου:

Ένας από τους πιο «παρωδημένους» ποιητές μας είναι ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Μάλιστα, ο  Δ. Δασκαλόπουλος εξέδωσε το βιβλίο Παρωδίες καβαφικών ποιημάτων (εκδόσεις Πατάκη) που περιλαμβάνει 170 ελληνικές παρωδίες που γράφτηκαν το διάστημα μεταξύ 1917 και 1997

Ο Κώστας Βάρναλης – χρησιμοποιώντας το ευρηματικότατο ψευδώνυμο Καρχαρίας Παφαταούλας!-  παρώδησε με έντονα καυστική διάθεση το ποίημα «Προσευχή του Πετεινού»  του Ζαχαρία Παπαντωνίου.

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω τη προσευχή μου:
‘Αλλη ψυχή δεν έβλαψα στο κόσμο απ’ τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήσαν αγαπημένοι.
Τη πίκρα μου τη βάσταξα, μου δίνεις και τη ξένη.

Μ’ απαρνηθήκαν οι χαρές. Δε τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Ειν’ αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στη πόρτα μ’ άλλος δε χτυπά κανείς, απ’ τον αγέρα.

Δεν έχω δόξα. Ειν’ ήσυχα τα έργα που ‘χω πράξει.
‘Ακουσα τη γλυκειά βροχή, τη δύση ‘χω κοιτάξει,
έδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι,
ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδι.

Τώρα δεν έχω τίποτε να διώξω ή να κρατήσω.
Δε περιμένω ανταμοιβή, πολλή ‘ναι τέτοια ελπίδα!
Ευδόκησε ν’ αφανιστώ, χωρίς να ξαναζήσω.
Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά και μάτι δεν μας βλέπει

βρέχε σωρό διορισμούς στην ταπεινή μου τσέπη.

Την προσευχή μου, Κύριε, σου λέω με προθυμία

καμιά ψυχή δεν έβλαψα, μονάχα τα Ταμεία.

Εκείνοι που με πλήγωσαν ήσαν αγαπημένοι.

Που να μην την εβούτηξα θέση καμιά δε μένει.

Ήσυχα εγώ κι αθόρυβα τα έργα μου έχω πράξει

κι από Γραικύλους και Γραικούς το σύμπαν έχω αρπάξει

Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ’ τον αέρα

κι όλες εγώ τις χτύπησα (δουλειά μου κάθε μέρα).

Ήμουνα των μικρών παιδιών και των σκυλιών ο φίλος

κι όλων εγώ των αρχηγών πιστός χαδιάρης σκύλος.

Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.

Αφού το κράτος πλήρωνε, ζήτω η γλυκειά Πατρίδα!

Σ’ ευχαριστώ που μου’ δωκες χωρίς να μου ανήκει

τη θέση της Εκδοτικής και την Πινακοθήκη.

Για την καπατσοσύνη μου οι εχθροί θα με μισήσουν.

Ευδόκησε ν’ αφανιστούν χωρίς να ξαναζήσουν.

Με τρόπο της Ποιήσεως δώσε μου, Κύριε, τώρα

τα πενήντα χιλιάρικα, τ’ αληθινά «θεία δώρα».

Κώστας Βάρναλης

Ο Σεφέρης παρώδησε το τέλος του Ε’ μέρους της Ερημης Χώρας του Τ. Σ. Ελιοτ «Τι είπε ο κεραυνός» χρησιμοποιώντας τον γαργαλιστικό τίτλο «Τι είπε η γκαμήλα» ποίημα που αναφέρει ως παστίτσιο!

Απόσπασμα από το «Τι είπε ο κεραυνός», σε μτφρ Σεφέρη

Μίλησε τότε ο κεραυνός

ΝΤΑ

Ντάττα: τι έχουμε δώσει;

Φίλε μου τραντάζει το αίμα την καρδιά μου….()

Κάθισα στην όχθη

Ψαρεύοντας , και πίσω μου ο ξερός κάμπος

Τάχα θα βάλω πια τις χώρες μου σε τάξη;

Της Λόντρας το γιοφύρι πέφτει πάει και πέφτει

πάει και πέφτει

Poi s’ ascose nel foco che gli affina

Quando fiam chelidon- Ω χελιδόνι χελιδόνι

Le prince d’ Aquitaine a la tour abolie

Με τα συντρίμμια αυτά στύλωσα τα ερείπιά μου

Ωραία, θα σας τα κανονίσω. Πάλι τρελός ο Ιερώνυμος.

Ντάττα. Ντάγιαντβαμ. Ντάμυατα.

Σάντι σάντι σάντι

Τι είπε η γκαμήλα

(Παστίτσιο)

… Κάθισα σ’ ένα πάγκο χαζεύοντας
Τάχα θα ‘ρθει κανείς για πασατέμπο
Τα κόκκινα μήλα, τα πράσινα φύλλα μ’ αρέσουν πολύ, μ’ αρέσουν πολύ
«Κάθε που πέφτουν τα μεσάνυχτα το λύνω»
Πότε θα πιάσω το κοτσύφι – Ω κότσυφα, κότσυφα
«Ενθάδε κείται Ταρσεύς μη γήμας»
Με τα στραγάλια αυτά πέρασα τ’ απόγεμά μου.
«Έχω ακατάλυτα μαλλιά και δόντια». Πάλι μαλακίζεται ο μπαγάσας.
Evlendirelim. Nerede bulalim. Suradan buradan bulalim.
Tamam Tamam Tamam.

[1948;]

Άκρως ενδιαφέρουσα είναι και η ακόλουθη σεφερική ωδή που παρωδεί την ποίηση του Κάλβου:

Ωδή εις μιξοκαλβείους στροφάς

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΥΣΕΒΕΣΤΑΤΟΝ, ΕΜΒΡΙΘΕΣΤΑΤΟΝ, ΠΡΟΣΗΝΕΣΤΑΤΟΝ ΟΤΡΗΡΟΝ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΤΑΚΗΝ ΠΑΠΑΤΖΩΝΗΝ, ΣΥΝΤΑΧΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΠΑΣΚΑΛΗ ΤΟΥ ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΟΥ ΠΑΡΑ ΤΙΣΙΝ ΑΝΙΔΕΟΙΣ ΚΑΙ ΕΛΑΦΡΟΙΣ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΠΕΠΟΡΩΜΕΝΟΥ, ΥΠΟΨΗΦΙΟΥ ΔΙΑ ΤΟ ΕΠΑΘΛΟΝ ΝΟΒΕΛ, ΕΝ ΠΕΠΟΡΩ, ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΚΣΤ΄ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΕΤΟΥΣ 1946

Κατέβα, ω Παν! Και συ Πρίαπε
του καλαμαρίου, ελθέ! Νύμφαι
των πεύκων κρυφθήτε! Τώρα θα υμνήσω
τον Παπατζώνην!

Όπως ο ναύτης, μετά πολλάς Ιθάκας
και ναυάγια, φθάνει εις την όχθην
όπου προσμένει κρονόληρος πατήρ
και κατεβαίνει
μαζί του εις τον υπόγειον τάφον

να προσκυνήσει κάρας προγόνων·
έτσι στρέφω τα νώτα στην φθινοπωρινήν
ισημερίαν.

Ο πείσμων γέρων με τας δασώδεις
οφρύς και το αργυρούν ρεύμα του πώγωνος,
άχυμος, παγερός, τυφλός τον νουν και τα όμματα,
κυφός εμπρός μου,

με σύρει εν μέσω αρπακτικών
τρωκτικών με βλέμμα πολιτευομένου
παμπόνηρον και την ουράν
σαν τριπιτσόνι.

Φεύγει το ριγηλόν πέλαγος
ωσάν το κυανούν πτερούγισμα
της Αλκυόνος, και του παρθένου κύματος
η συνουσία

φεύγει, ανελήφθη, καθώς
κύπτω τον θλιβερόν αυχένα μου
στο σκοτεινόν ανώφλι
με μαύρας σκέψεις.
Τι μ’ απομένει; Πού θέλω ευρείν

παρηγορητικόν ελιξίριον;
Συ το κατέχεις, πάροικε του ευγενούς
Κολωνακίου!

Πτωχός ο βίος, πορνικός
ωσάν το κεκμηκός γύναιον
της Τρανσυλβανίας πάλλει
μπλε βλεφαρίδας·

χασμάται και ονειρεύεται
εν εγρηγόρσει πράξεις
πανούργους και μιαράς
και ψυχοφθόρους.

Δεν με τρομάζει, μήτε
θέλω δειλιάσειν, αφ’ ου
ΣΥ μένεις στην ταράτσαν σου
πιστός εις τ’ άστρα!

Άγε, λοιπόν, άδραξον
την Λύραν και τον Στέφανον,
Φίλε, και δώσε με λέξεις
εσταυρωμένας!

Πιο σύγχρονο παράδειγμα αποτελούν οι παρωδίες ποιημάτων του Καββαδία από το Γιώργο Σκαμπαρδώνη  ( “Τα ταμπού και μούσι”, εκδ.Οργ. Θεσ/νίκης, 1991 ο οποίος χρησιμοποίησε το  ψευδώνυμο “Nίκος Καββαθίας”). Και για του λόγου το αληθές:

Στον τηλεοπτικό του captain Jimmy
που αυτόν χαζεύετε κι εσείς
σήμερα εκφωνεί μια δεσποινίς
που ‘χει τα προσόντα της στην κνήμη.

Μήνες τώρα που ‘χει ξεκινήσει
ο σταθμός αυτός με δανεικά
κι ώσπου ν’ ανθιστεί τα μυστικά
το κεφάλαιο θα το ‘χει αφανίσει.

Πλέκει σ’ ουρανό που θέλει τέχνη
με λογής λογής ερτζιανά.
Έχει ραγισμένα πλαϊνά
και για κάπτεν ένα βιοτέχνη.

Οι ρεπόρτερ πέφτουν όλοι ηρωϊκά,
των ειδήσεων το τιμ βαθιά σφαγμένο
κι αν ρωτάς για τα αθλητικά
μοιάζουνε σκαρί φουνταρισμένο.

Και ο πλοιοκτήτης του σταθμού,
βάζοντας στη μύτη άσπρη σκόνη,
στέκεται στην άκρη του γκρεμού
κι ονειρεύεται να γίνει Μπερλουσκόνι.

Η παρωδία είναι ένα είδος πολύ παρεξηγημένο, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Κ.Κωστίου, ο όρος παρωδία συνήθως έχει χρησιμοποιηθεί και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται εναλλακτικά με τους όρους σάτιρα, ειρωνεία, παστίς κτλ., όρους που σχετίζονται μεταξύ τους, αλλά που αποτελούν τελείως διαφορετικά και ανεξάρτητα εργαλεία της κριτικής. Η πιο συνηθισμένη κατάχρηση είναι ότι η παρωδία υπάγεται στη σάτιρα ή αντιστρόφως, εφόσον οι δύο όροι συχνά εμφανίζονται μαζί.( http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=114&artid=94946&dt=20/06/1999)

 …κι αποφάσισα να διακόψω τα ιντερνετικά ταξίδια γιατί η ώρα ήταν περασμένη κι η χαρτούρα ακόμα εκεί στεκόταν και με κοίταζε. Και καθώς αναδυόμουν από την κριτική διάσταση της παρωδίας στης μετακόμισης την παρωδία, κατέληξα στο εξής συμπέρασμα : τελικά  τόσα χρόνια εδώ,  ούτε ένα παστίτσιο δεν μπορώ να φτιάξω ακόμα!

Ρ.

(Με το παραπάνω παρωδικό «κρέμασμα», αποχαιρετώ τας αθήνας καθώς επανα-πατρα-ίζομαι, τα λέμε από κάτω πια)

Advertisements

4 Σχόλια »

  1. Καλή Πάτρα λοιπόν,
    Περί Κραουνάκη ο λόγος: το ποίημα σου θα ήταν κάλλιστα ωδή από ανώνυμη groupie. Ο Κραουνάκης θα έπρεπε να επανεξετάσει;)
    Σου ευχομαι να βρεις το δρόμο της συγκινησιακής γραφής. Με στόχο όχι να τέρπονται οι λασπολάγνοι ποιητές, αλλά ο ευσυγκίνητος κοσμάκης.

    Φιλιά
    στην γλυκιά
    Ράνια
    Ο ουρανός επέστρεψε στην Πάτρα Πατρίδα του

    Σχόλιο από Κασσάνδρα Αλογοσκούφι — 30/07/2009 @ 8:32 μμ | Απάντηση

  2. Ωραίο άρθρο!

    Ρίξε μια ματιά κι εδώ:

    http://www.poiein.gr/archives/1026/index.html

    Σχόλιο από skolotourou — 24/10/2009 @ 6:19 μμ | Απάντηση

  3. […] και του περιοδικού Τεφλόν: https://teflon.wordpress.com/2009/07/29/%ce%b7-%cf%80%ce%b1%cf%81%cf%89%ce%b4%ce%af%ce%b1-%ce%bc%ce%b… […]

    Πίνγκμπακ από Πούσι-Μούσι-Σούσι « To blog της Σοφίας — 14/04/2010 @ 9:50 πμ | Απάντηση

  4. Επανέρχομαι για να τονίσω την άποψή μου ότι το «πλέκει» στον στίχο: Πλέκει σ’ ουρανό που θέλει τέχνη
    είναι λάθος (προφανώς τυπογραφικό) και πρέπει να αντικατασταθεί από το πλέει (κάποιος πρέπει να βρει και να ρωτήσει τον Σκαμπαρδώνη, μάλλον! ) Δείτε και εδώ στο μπλογκ μου: http://blog.sofiakolotourou.gr/archives/921

    Σχόλιο από Σοφία Κολοτούρου — 14/04/2010 @ 9:52 πμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: