Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

24/09/2009

Ζάφοντ Ρέπλικαντ, Σχετικά με τον Καβάφη

Filed under: Θραύσματα — pavlinamarvin @ 9:16 μμ

 

Γράφει ο Καβάφης σε ένα ποίημα, ότι η μαμά του Αχιλλέα πολύ χάρηκε όταν ο Απόλλων, ως αρμόδιος θεός της μαντικής, βλέποντας τον Αχιλλέα που μόλις γεννήθηκε, προανήγγειλε οτι το βρέφος απο μικρό φαίνεται πόσο ωραίο και θαυμαστό και πολύφερνο και αθάνατο θα γίνει, όταν μεγαλώσει. Το πράγμα εξελίχθηκε πράγματι τοιουτοτρόπως, και η μαμά ήταν αρκούντως περήφανη για τον κανακάρη, που γαμούσε και έδερνε, κατά την μεταφορική έκφραση, μόνο που αυτός κυριολεκτικώς κυριαρχούσε στο παιχνίδι, ήταν κι ο πρώτος. Και κάποια στιγμή έρχονται τα μαντάτα απο την Τροία, ότι πάει ο Αχιλλέας, και η μαμά έξαλλη αναρωτιέται θρηνώντας, -πού είναι ο Απόλλωνας να του θυμίσω τι μου έλεγε όταν τον γεννούσα-, και της απάντησε ο κήρυξ του κακού μαντάτου, -μα, ο Απόλλων είναι στην Τροία και πήγε ακριβώς για να δείξει στους ντόπιους πώς να σκοτώσουν τον Αχιλλέα-. Δύσκολη στο σχολιασμό η κατραπακιά, για την οδυρόμενη βαρυπενθούσα μαμά, και έμεινε ασχολίαστη.

Ήταν και κάτι που έγραφε ο Εμπειρίκος. Οδυρόμενος και βαρυπενθών ο Οιδίποδας, μόλις έχει βγάλει τα μάτια του αυτοτιμωρούμενος για την αιμομιξία μετά πατροκτονίας που διέπραξε εξ αμελείας, και συναντιέται με έναν φίλο του, τον Εμπειρίκο αυτοπροσώπως, μεταμφιεσμένο σε βοσκό της εποχής. Αγαναχτεί ο λάγνος ελευθεριάζων και μουρντάρης βουκόλος απο τον υπερβολικό θρήνο του φίλου άρχοντα, και του λέει οτι βρίσκει παντελώς αδικαιολόγητη την αυτοτιμωρία του και γελοιωδώς ασύμμετρη, μιάς που εκείνος, ως χίπης και ελεύθερο πνεύμα του βουνού και του λόγγου, και βέβαια θα πήγαινε, εκ προθέσεως και με άμεσο δόλο, με τη μαμά του, αν υπήρχε αμοιβαία έλξη, ή έστω και μονομερής εκ μέρους του, και μάλιστα αν προέκυπταν κόρες απο την χαριτωμένη αιμομιξία,θα έκανε σεξ και μαζί τους, και μάλιστα απο τα 9 τους, άντε ως τα 14 το αργότερο, γιατί μετά του φαίνονται μεγάλες και σιτεμένες. Διαβεβαίωνε τον αρχοντικό φίλο του οτι την αιμομιξία και την παιδεραστία και γενικά την αχαλίνωτη λαγνεία, μόνο οι καθυστερημένοι πουριτανοί τα θεωρούν κακά, και θα ήθελε να προσθέσει και οτι ο Οιδίποδας εθελοτυφλεί εν προκειμένω, αλλά τελευταία στιγμή το ξανασκέφτηκε και δεν το είπε. Και τα υπόλοιπα έφταναν για να μείνει έκθαμβος ο ευγενής Οιδίποδας, αλλά εν πάσει περιπτώσει η μεταμοντέρνα σουρεαλιστική κεραμίδα τον άφησε εξ ίσου απαρηγόρητο και συνέχισε τον θρήνο του, χωρίς να κάνει σχόλια επί της εν λόγω προοδευτικής ρηξικέλευθης πρότασης.

Τις κεραμίδες που έφαγαν κατακέφαλα η μαμά του Αχιλλέα και ο Οιδίποδας, σε απάντηση δικών τους σχολίων και δηλώσεων, μάλλον όσο κι αν πρόσεχαν δεν θα μπορούσαν να τις προλάβουν. Ούτε και ο γνωστός ενός εβραίου θεσσαλονικιού συγγραφέα την είχε προβλέψει, αλλά στην περίπτωσή του θα μπορούσε ίσως, και θα έπρεπε, εν πάσει περιπτώσει, να δει την επερχόμενη κεραμίδα. Εν προκειμένω ισχύει, δεν ήξερες, δεν ρώταγες; Μόλις γύρισε λοιπόν απο το γερμανικό στρατόπεδο εξόντωσης ο λεγάμενος εβραίος θεσσαλονικιός στο σπίτι του, αφού παρά τρίχα την γλύτωσε, σε αντίθεση με τους περισσότερους απο τους υπόλοιπους. Πιάνει δουλειά σε ένα σινεμά, μια δουλειά που σήμερα έχει καταργηθεί, έλεγχε τα εισιτήρια στην είσοδο της αίθουσας, μετά απο το ταμείο. Έλειπε όμως καιρό, και είχε χάσει επεισόδια, τα πράγματα είχαν αλλάξει στο μεταξύ, λόγω εμφυλίου, με τρόπο επικίνδυνο. Έρχεται ένας τύπος χωρίς εισιτήριο και του λέει στα μουλωχτά, -Χι-. -Δεν καταλαβαίνω τι μου λες-, του απαντάει, -χωρίς εισιτήριο δεν μπαίνεις-. Ο τύπος έφυγε γερτός απο τη μαγκιά και τη ζοχάδα, χωρίς αντίλογο. Μετά έρχεται ένας άλλος χαμούρης βλοσυρός και του λέει, -Χι!- και πάει να μπει άνευ εισιτηρίου. -Εγώ δεν ξέρω απο χι και ψι-, τον σταματάει αγανακτισμένος ο άφρων συμπαθής εβραίος, -χωρίς εισιτήριο δεν μπαίνει κανείς!- Έφυγε αμίλητος ο χαμούρης και σε λίγο ξαναγύρισε με μερικούς σκοτεινούς τύπους με κατεβασμένα στα μάτια καπέλα και σηκωμένους γιακάδες, και τον άρπαξαν και τον πήραν μαζί τους, -αστυνομία! τώρα θα σου δείξουμε εμείς!- Και του έδειξαν, και έμαθε στο μπουντρούμι με την συνοδεία κλωτσοπατινάδας, ότι οι Χι ήταν κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό και επικινδύνως αξιοσέβαστο και όποιος δεν καθόταν ευσεβάστως προσοχή μπροστά τους, τεκμαιρόταν ως άθλιος εαμοβούλγαρος, κουμουνιστοσυμμορίτης ή τουλάχιστον συνοδοιπόρος, και θα έπαιρνε το λιγότερο το ξύλο της αρκούδας που του άξιζε, για αρχή, και μετά ποιός ξέρει τι άλλο. Αφού τιμωρήθηκε με μπόλικα μπερντάκια και τρομοκρατία για την αδικαιολόγητη άγνοιά του, μόλις που (ξανα)γλύτωσε τα χειρότερα, όταν το αφεντικό του τους έπεισε με το ζόρι οτι έλειπε μέχρι προσφάτως υποχρεωτικές διακοπές στη Γερμανία, και έτσι θα μπορούσαν να τον δικαιολογήσουν, ίσως.

Αυτή η υπόθεση με τον Αλέξανδρο και τους έλληνες, που καθάριζαν κάθε εκδοχή μεγάλου και φοβερού και εξαιρετικώς πολυαριθμότερου στρατού που τους εμφάνιζαν διαδοχικώς οι Πέρσες και οι πάσης φύσεως αντίπαλοι, έχει δύο όψεις. Η μία είναι ότι αποτελεί δικαιολογία για κάτι θλιβερούς άσχετους, οιονεί απόγονους, να παραμυθιάζονται και να καυχιούνται περί του πόσο δικαιούνται μερίδιο από το οπισθέλκον υπολειμματικό πρεστίζ, και το χειρότερο, περί του πόσο αποτελούν συνέχεια, ενώ ως απολίτιστο καρακατσουλιό όντες, μόνο ειρωνία μπορεί να προκαλέσει η εν λόγω συγκριτική οικειοποίηση κάποιας συνέχειας και κάποιας σχέσης, και καλά. Η άλλη όψη είναι ότι, πράγματι εδώ υπάρχει ζήτημα, πράγματι είναι διασταυρωμένο πολλαπλώς ότι έτσι έγινε, οι εξαιρετικά λιγότεροι έλληνες ήταν τόσο μάγκες, που όσους και να τους έβαζαν απέναντι οι διάφοροι αντίπαλοι μεγάλοι βασιλείς, περνούσαν από μέσα τους, σαν να μην είχε καμία σημασία ότι παραήταν περισσότεροι και πολεμούσαν και εντός έδρας και εκπροσωπούσαν και μια τεράστια αυτοκρατορία, μπα, τίποτα. Δικαιολογημένα λοιπόν τους καμαρώνει ο Καβάφης και δικαίως οικειοποιείται μερίδιο από την κληρονομιά τους, σε πλήρη αντίθεση με κάτι άλλους, μιάς που πολιτισμικώς και προσωπικώς είναι αντάξιός τους και μιάς που η πατρίδα του η Αλεξάνδρεια ήταν ακόμα στα χρόνια του, το τελευταίο ίσως κατάλοιπο της μεγάλης ελληνόφωνης αυτοκρατορίας που δημιούργησαν. Και κάτι που έχει γούστο, οι Έλληνες κέρδιζαν ξανά και ξανά, εκεί που δεν πιθανολογούταν εκ πρώτης οψεως ότι θα μπορούσαν, και πήραν το παγκόσμιο πρωτάθλημα, χωρίς να έχουν τους καλύτερους παίκτες τους, τους Λακεδαιμόνιους. Ιδιαιτέρως ακατάδεκτοι, αλλά δικαιούμενοι σχετικώς, το είχαν αποδείξει ξανά και ξανά ότι δικαιούνταν να είναι ψηλομύτες, δεν δέχτηκαν καμία θέση εκτός από την πρώτη, που δεν ήταν διαθέσιμη. Κι ο Καβάφης καταλαβαίνει την θέση τους και την δέχεται. Κρίμα, διαπιστώνει, αλλά δικαιούνται εν πάσει περιπτώσει, είναι οι καλύτεροι και η μετριοφροσύνη επί του ζητήματος περιττεύει, πάντως οι άλλοι τα πήγαν τόσο καλά και χωρίς αυτούς, που την απουσία τους την βρίσκει σχεδόν απαρατήρητη, ο χαριτωμένος απόγονος ποιητής, που μου μοιάζει σαν ο τελευταίος του ελληνιστικού πολιτισμού, και από τους καλύτερους, που έκλεισε και την πόρτα πίσω του, αποχωρώντας.
Και ειρωνεύεται όμορφα κάπου αλλού, ο έξοχος τελευταίος εκπρόσωπος του ελληνιστικού διεθνικού στυλ, ότι ένιωσαν δικαιωμένοι οι χριστιανοί όταν κάποιος άγιός τους έκαψε το ιερό του Απόλλωνα, για να δείξει σε όλους ποιός είναι αυθεντικά θεϊκός. Και κυρίως χαίρονταν που τον έσκασαν τοιουτοτρόπως τον Ιουλιανό, τον τελευταίο κι αυτόν, εκπρόσωπο του παλιού ελληνικού στυλ, που προσπαθούσε να το ξανακάνει της μόδας σε βάρος του νέου χριστιανικού στυλ, αυτή την ανυπόφορη μπασκλασαρία. Και σημασία πάνω απ’ όλα έχει αυτό, ότι έσκασε ο Ιουλιανός και οι οπαδοί του, ο αυθεντικός θεός επενέβη και έδειξε ποιός είναι το αφεντικό, καίγοντας τον ναό του ανταγωνιστή Απόλλωνα, κι ας ήταν οι χριστιανοί και όχι ο θεός τους, που βάλαν τη φωτιά, δεν πάει να το λέει και να το φωνάζει ο αποστάτης, κι ας κλείνουν το μάτι μεταξύ τους συνομωτικά, δεν αποδείχτηκε…
Ήταν τόσο ωραίος κάποιος νεαρός, και μη βρίσκοντας ο Καβάφης καλύτερο τρόπο να δείξει πόσο μα πόσο ωραίο τον έβρισκε, γράφει παραπονιάρικα ότι δεν απαθανάτισαν αυτή την ομορφιά σε κάποιο άγαλμα ή σε κάποιον πίνακα, υπονοώντας ότι αδίκως δεν εκτιμήθηκαν τέτοια προσόντα, και δεν έγιναν τα δέοντα σε τέτοιες περιπτώσεις. Λες και ένα γλυπτό ή μια ζωγραφιά αποτελούν το καλύτερο που μπορεί να γίνει για να εκτιμηθεί ένα όμορφο πρόσωπο, λες και είναι σημαντικό για τον ενδιαφερόμενο ωραίο, εκτός αν είναι ανόητος, να αρέσει σε κάποια επιτροπή που θα αποφασίσει την αναπαράστασή του και την έκθεσή του ως αξιοθέατο. Λες και είναι σημαντικό να γίνει ένας μη ανόητος, αξιοθέατο για ανόητους, μιάς που στο δικό τους λεξιλόγιο και στην δική τους αξιολογική κλίμακα ανήκουν τα -αξιοθέατα-, δηλαδή οι με πλήρη επίγνωση σε κοινή θέα εκτεθειμένες ασημαντότητες. Ο λεγάμενος ήταν τόσο ωραίος ώστε να αρέσει στον μερακλή ποιητή, και τόσο ωραίος για να το εκμεταλλευτεί σεξουαλικώς, αλλά και αρκετά αξιοπρεπής για να μην το κάνει και τόσο μεγάλο θέμα, και να αφήσει την λεγόμενη ομορφιά του να μαραθεί, προς κάποια απογοήτευση του Καβάφη, που το διαπιστώνει. Λες και θα μπορούσε να γίνει κάτι καλύτερο, ας πούμε, στο στυλ που ο Μάικλ Τζάκσον, φερ ειπείν, ή η Αλίκη Βουγιουκλάκη, τερατοποίησαν θανατερά την χυδαία αντίληψη περί διαρκούς αγοραίας ομορφιάς.

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. καλό φθινόπωρο!
    με, αν μου επιτρέπετε, ένα ‘σουβενίρ’ της γνωριμίας μας:
    http://xylokopoi.blogspot.com/2009/09/blog-post_27.html

    Σχόλιο από παναγιώτης ιωαννίδης — 27/09/2009 @ 2:02 πμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: