Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

29/09/2009

Philip Larkin, Aubade

Filed under: Αφορμές,Τεφλονομεταφράσεις,Τεύχος Ένα — pavlinamarvin @ 5:10 μμ

larkin460

Κατόπιν επικοινωνίας του με την τεφλόνια (όπως δαιμόνια) Δανάη, ο φιλόλογος, ποιητής και πεζογράφος Παναγιώτης Κουσαθανάς, μας έδωσε τη χαρά να συνεισφέρει στον ανοικτό διάλογο με θέμα τη μετάφραση του Λάρκιν. Το παρακάτω ποίημα θα συμπεριληφθεί σε μία συγκεντρωτική έκδοση με κείμενα του συγγραφέα που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ίνδικτος.

….

Φίλιπ Λάρκιν, Εωθινό

…………………………………(Ανάπλαση*: Παναγιώτης Κουσαθανάς)

Όλη μέρα δουλειά, το βράδυ σουρωμένος.
Ξυπνώ στις τέσσερεις· βουβό σκοτάδι, πίσσα.
Σε λίγο θ’ αρχίσει να φέγγει στις παρυφές της κουρτίνας.
Στο μεταξύ, ο πανταχού παρών μια μέρα πιο κοντά μου.
Μουδιασμένο μυαλό: πώς, πού, πότε; Άκαρπες ερωτήσεις.
Ωστόσο ο τρόμος της ώρας του θανάτου, ο φόβος πως θά ’μαι νεκρός
σαν αστραπή με αδράχνει και με γεμίζει φρίκη.

Το μυαλό αδειάζει μέσα σε τυφλωτική αντηλιά.
Δεν μιλώ για ενοχές –το καλό που δεν έκανα,
την αγάπη που δεν έδωσα, τις μέρες μου που φυλλορόησαν–
ούτε και για μιζέριες μιλώ: πολύ καιρό θέλει η ζωή να την ανεβείς
και τα πρώτα λάθη της μπορεί διά βίου να σε κυνηγάνε.
Το μυαλό αδειάζει μέσα στο μεγάλο κενό του πάντοτε,
στη βέβαιη εξαφάνιση προς την οποία οδεύουμε
και όπου παντοτινά θα καταποντιστούμε.
Ούτε εδώ ούτε πουθενά – όπου να ’ναι, να ’τος, θα φανεί.
Τίποτα πιο τρομερό, τίποτα πιο αληθινό.

Περίεργος φόβος, αδύνατο να τον κοροϊδέψεις.
Είναι αλήθεια πως η θρησκεία προσπάθησε!
Υφασμένο στο στημόνι της μουσικής το ράσο της,
βαρύτιμο και σκοροφαγωμένο, καμώνεται τάχα μου πως δεν θα πεθάνουμε.
και τι να πεις για την άλλη ψευτιά πως «ο μυαλωμένος άνθρωπος
δεν φοβάται κάτι που δεν πρόκειται να το αισθανθεί».
Μα αυτό ακριβώς τρέμουμε – τίποτα να μη βλέπεις, να μην ακούς,
να μην αγγίζεις, να μη γεύεσαι, να μη μυρίζεις,
να μην έχεις μυαλό για να σκεφτείς, ούτε ν’ αγαπάς και να δένεσαi.
Από τέτοιο αναισθητικό δεν συνέρχεσαι.

Έτσι είναι κι έτσι μένει μια θολή, ακαθόριστη εικόνα
άκρη άκρη στο μάτι, μια παγωνιά που επιμένει
να ναρκώνει τη θέληση, να εξανεμίζει τις αποφάσεις.
Πολλά τα πράγματα που δεν θα γίνουν· ο θάνατος, αυτός θα γίνει.
Όταν βρεθείς χωρίς παρέα και πιοτό, ο φόβος αβάσταγος ορμά,
πυρά του φούρνου σαν σύρεις την πλάκα.
Το κουράγιο ίσα ίσα φτάνει να μην τρομάζεις τον άλλο
κι η γενναιότητα δεν σε γλυτώνει από το μνήμα σου.
Είτε κλαψουρίζεις είτε τον αψηφάς, ίδιος ο θάνατος σιμά σου.

Σιγά σιγά το φως δυναμώνει κι όλα παίρνουν σχήμα στην κάμαρα.
Ό,τι ξέρουμε, ό,τι πάντα ξέραμε, είναι μπροστά μας χειροπιαστό
σαν την ντουλάπα εκειδά στη γωνιά. Να το αποφύγουμε δεν μπορούμε,
να το δεχτούμε δεν γίνεται· ας αποφασίσουμε επιτέλους.
Στο μεταξύ το τηλέφωνο παραμονεύει έτοιμο να χτυπήσει
στα μανταλωμένα γραφεία, και αδιάφορος ο περίπλοκος κόσμος,
ο κόσμος που νοικιάζουμε, αρχίζει ν’ ανακλαδίζεται.
Ουρανός μπαμπάκι, ο ήλιος καταχωνιασμένος κι η δουλειά περιμένει.
Οι ταχυδρόμοι σαν τους γιατρούς πάνε από πόρτα σε πόρτα.

* Η απόδοση στα Ελληνικά του ποιήματος του Philip Larkin (1922-1985) πρωτοδημοσιεύτηκε πριν από δεκαπέντε χρόνια στο περιοδικό Ευθύνη, τχ. 269 (Μάϊος 1994, σσ. 254-255). Παρ’ όλο που αυτή η προσπάθειά μου δεν αποτελεί διασκευή, αλλά απόδοση στη γλώσσα μας –ή καλύτερα δοκιμή να λειτουργήσω περισσότερο ως ερμηνευτής του (interpreter, interprète) παρά εκτελεστής (performer, exécutant), όπως θα λέγαμε στη Μουσική–, προτίμησα τον όρο «ανάπλάση» γιατί πιστεύω ότι το δύσκολο έργο της μετάφρασης από τη φύση του δεν μπορεί παρά να είναι αμφίδρομη ζύμωση – της γλώσσας πηγής και της γλώσσας στόχου, του ποιητή και του μεταφραστή· ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να διατηρεί κάτι, ελάχιστο έστω, από το πλάσιμο και τη μυρωδιά του επιούσιου.

Π.Κ.

—————————————————————————————————————————————————————

Εδώ θα βρείτε τη μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη που δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος  του Τεφλόν:

http://www.koutsourelis.gr/index1.php?subaction=showfull&id=1253559830&archive=&start_from=&ucat=5&

————————————————————————————————————————————————————-

Και το πρωτότυπο, βεβαίως βεβαίως…

Philip Larkin, Aubade

I work all day, and get half-drunk at night.
Waking at four to soundless dark, I stare.
In time the curtain-edges will grow light.
Till then I see what’s really always there:
Unresting death, a whole day nearer now,
Making all thought impossible but how
And where and when I shall myself die.
Arid interrogation: yet the dread
Of dying, and being dead,
Flashes afresh to hold and horrify.
The mind blanks at the glare. Not in remorse
– The good not done, the love not given, time
Torn off unused – nor wretchedly because
An only life can take so long to climb
Clear of its wrong beginnings, and may never;
But at the total emptiness for ever,
The sure extinction that we travel to
And shall be lost in always. Not to be here,
Not to be anywhere,
And soon; nothing more terrible, nothing more true.

This is a special way of being afraid
No trick dispels. Religion used to try,
That vast, moth-eaten musical brocade
Created to pretend we never die,
And specious stuff that says No rational being
Can fear a thing it will not feel, not seeing
That this is what we fear – no sight, no sound,
No touch or taste or smell, nothing to think with,
Nothing to love or link with,
The anasthetic from which none come round.

And so it stays just on the edge of vision,
A small, unfocused blur, a standing chill
That slows each impulse down to indecision.
Most things may never happen: this one will,
And realisation of it rages out
In furnace-fear when we are caught without
People or drink. Courage is no good:
It means not scaring others. Being brave
Lets no one off the grave.
Death is no different whined at than withstood.

Slowly light strengthens, and the room takes shape.
It stands plain as a wardrobe, what we know,
Have always known, know that we can’t escape,
Yet can’t accept. One side will have to go.
Meanwhile telephones crouch, getting ready to ring
In locked-up offices, and all the uncaring
Intricate rented world begins to rouse.
The sky is white as clay, with no sun.
Work has to be done.
Postmen like doctors go from house to house.

Advertisements

2 Σχόλια »

  1. Κι μια ακόμη μετάφραση για το Εωθινό που δημοσιεύτηκε στον Πόρφυρα, τ. 92, 1999, σσ. 167-170.

    Σχόλιο από greek-translation — 19/10/2009 @ 3:53 μμ | Απάντηση

  2. ετσι ειναι, οπως τα λεει, αλλα σκεψου και τη φρικη να μην τελειωνει.και μια εξυπναδα: ο φρουντ ειπε (περα απ`την αρχη της ηδονης) οτι ολοι εχουμε μια death wish γιατι εμεις ,η οργανικη υλη,τεινουμε να γυρισουμε στην ανοργανη

    Σχόλιο από Maria Androulakaki — 20/03/2013 @ 4:02 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: