Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

21/10/2009

Έχεις σκεφτεί τη ρινοπλαστική; (Πύνσωνας #2)

Filed under: Θραύσματα — kyokokishida @ 5:14 πμ

nose Μην ακούσω κανένα να γκρινιάζει πως ο Πύνσων δεν είναι ποιητής, τι γυρεύει εδώ πέρα κλπ. -κάτι τέτοιο πρωτίστως καταμαρτυρά πως ο ενιστάμενος δεν τον έχει διαβάσει. Επιφυλάσσομαι να ανεβάσω τις αποδείξεις στο μέλλον, σήμερα επέλαξα εν τούτοις να παραθέσω ένα απόσπασμα που δείχνει γλαφυρά την άνεση και το στυλ με τα οποία καλύπτει ένα ευρύ πεδίο θεμάτων, τα οποία προσαρμόζει στην πλοκή προς μεγάλη τέρψη και, ενίοτε, όπως εδώ, ανατριχίλες του αναγνώστη…

[τον Ιούλη στην Αλόννησο, φτάνοντας στην τελευταία λέξη του V και κλείνοντάς το, σκέφτηκα για μια στιγμή να σταματήσω το περαιτέρω διάβασμα, να αρχίσω να καταφεύγω στον Πύνσωνα για ό,τι χρειαστώ και να ερμηνεύω τα πάντα κατ’ αυτόν. Διάβασα βεβαίως έκτοτε αρκετά, ο ενθουσιασμός παραμένει παραταύτα.]

Διαβάστε μέχρι τέλους:

[…]Ήταν μια επέμβαση ρουτίνας˙ ο Σενμέικερ δούλευε με ταχύτητα, χωρίς ούτε αυτός ούτε η νοσοκόμα του να κάνουν την παραμικρή άσκοπη κίνηση. Τα απαλά περάσματα του σφουγγαριού έκαναν την όλη διαδικασία σχεδόν αναίμακτη. Πού και πού του ξέφευγε καμιά σταγόνα αίμα, αλλά την προλάβαινε λίγο πριν φτάσει στις πετσέτες.

Αρχικά πραγματοποίησε δύο τομές, μία σε κάθε πλευρά, διαπερνώντας την εσωτερική επένδυση της μύτης, κοντά στο διάφραγμα, δίπλα στο κάτω άκρο του πλευρικού χόνδρου. Έσπρωξε ύστερα μέσα στο ένα ρουθούνι ένα ψαλίδι με μακριά λαβή και μυτερές, κυρτές λεπίδες. Προσπέρασε το χόνδρο με κατεύθυνση το ρινικό οστό. Το ψαλίδι ήταν σχεδιασμένο ώστε να κόβει όταν έκλειναν, αλλά και όταν άνοιγαν οι λεπίδες του. Με γρήγορες κινήσεις, σαν κουρέας που βιάζεται να τελειώσει μ’ έναν πελάτη που αφήνει συνήθως γενναίο φιλοδώρημα, χώρισε το κόκαλο από τη μεμβράνη και το δέρμα που την κάλυπτε. «Αυτό που κάνω τώρα το ονομάζουμε υποσκαφή», της εξήγησε. Επανέλαβε τη διαδικασία με το ψαλίδι και στο άλλο ρουθούνι. «Βλέπεις, Έσθερ, έχεις δύο ρινικά οστά, που τα χωρίζει το διάφραγμά σου. Και τα δύο συνδέονται στο κάτω μέρος με ένα κομμάτι πλευρικού χόνδρου. Υποσκάπτω λοιπόν όλη την περιοχή που ξεκινά από αυτή την ένωση και καταλήγει στο σημείο όπου τα ρινικά οστά ενώνονται με το μέτωπο».

Η Έρβινγκ τού πέρασε ένα εργαλείο που έμοιαζε με σμίλη. «Αυτός είναι ο ανελκτήρας ΜακΚέντι». Καθάρισε την περιοχή με τον ανελκτήρα, ολοκληρώνοντας έτσι την υποσκαφή.

«Τώρα», της είπε με την τρυφερή φωνή ενός εραστή, «θα πριονίσω το κύρτωμα». Η Έσθερ παρατηρούσε τα μάτια του όσο πιο προσεκτικά μπορούσε, παλεύοντας ν’ ανακαλύψει μέσα τους κάτι το ανθρώπινο. Ποτέ της δεν είχε αισθανθεί τόσο ανίσχυρη. «Έμοιαζε με μυστικιστική εμπειρία», θα έλεγε αργότερα στους φίλους της. «Ποια είναι εκείνη η θρησκεία –μια απ’ τις ανατολίτικες– όπου η υψηλότερη κατάσταση στην οποία μπορούμε να περιέλθουμε είναι αυτή του αντικειμένου, της πέτρας; Κάπως έτσι αισθανόμουν κι εγώ˙ ένιωθα να βουλιάζω όλο και πιο βαθιά, να προσεγγίζω την υπέροχη απώλεια της “Εσθεροσύνης” μου˙ ένιωθα να μετατρέπομαι όλο και περισσότερο σε μια άμορφη μάζα, χωρίς ανησυχίες, χωρίς τραύματα, χωρίς τίποτε: απλώς Υπήρχα…»

Η μάσκα με την πήλινη μύτη βρισκόταν πάνω σ’ ένα τραπεζάκι εκεί κοντά. Ο Σενμέικερ, που τη συμβουλευόταν με βιαστικές λοξές ματιές, πέρασε τη λεπίδα του πριονιού μέσα από μία από τις τομές που είχε πραγματοποιήσει προηγουμένως και την έσπρωξε μέχρι να φτάσει στο κόκαλο. Στη συνέχεια την ευθυγράμμισε με τη γραμμή που θα  όριζε την οροφή της νέας μύτης, και άρχισε προσεκτικά να πριονίζει το ρινικό οστό από εκείνη την πλευρά. «Το κόκαλο πριονίζεται εύκολα», σχολίασε απευθυνόμενος στην Έσθερ. «Τελικά είμαστε όλοι μας αρκετά εύθραυστοι». Η λεπίδα έφτασε στο μαλακό διάφραγμα και ο Σενμέικερ την τράβηξε έξω. «Τώρα είναι τα δύσκολα. Πρέπει να πριονίσω και την άλλη πλευρά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, αλλιώς η μύτη σου θα είναι ασύμμετρη». Πέρασε το πριόνι και στην άλλη πλευρά, μελέτησε τη μάσκα για ένα χρονικό διάστημα που στην Έσθερ φάνηκε να διαρκεί ολόκληρο τέταρτο, έκανε μια σειρά από απειροελάχιστες διορθώσεις και στο τέλος άρχισε να πριονίζει το κόκαλο, ακολουθώντας μια ευθεία γραμμή.

«Το κύρτωμά σου αποτελείται τώρα από δύο ελεύθερα οστέινα μέρη, που ενώνονται μόνο με το διάφραγμα. Πρέπει να το κόψουμε κι αυτό, στην ίδια ευθεία με τις άλλες δύο τομές». Αυτό και έκανε, χρησιμοποιώντας ένα νυστέρι με γωνιώδη λεπίδα, κόβοντας με γρήγορες κινήσεις το διάφραγμα και ολοκληρώνοντας αυτή τη φάση μ’ ένα κομψό πέρασμα του σφουγγαριού.

«Το κύρτωμα πλέει τώρα ελεύθερο μέσα στη μύτη». Τράβηξε προς τα πίσω το ένα ρουθούνι μ’ ένα άγκιστρο και πέρασε μέσα μία λαβίδα για να ψαρέψει το κύρτωμα. «Οφείλω να ανακαλέσω», της είπε χαμογελώντας. «Δεν θέλει ακόμη να βγει». Χρησιμοποιώντας ένα ψαλίδι, χώρισε το κύρτωμα από τον πλευρικό χόνδρο που το συγκρατούσε. Στη συνέχεια αφαίρεσε με την οστεολαβίδα μια σκουρόχρωμη μάζα χόνδρου και την κούνησε θριαμβευτικά μπροστά στα μάτια της Έσθερ. «Είκοσι δύο χρόνια δυστυχίας στις κοινωνικές σου σχέσεις, nicht wahr; Τέλος πρώτης πράξης. Θα το RhinoplastyNarrowTipβάλουμε στη φορμαλδεΰδη˙ μπορείς, αν θέλεις, να το κρατήσεις για σουβενίρ». Όσο της μιλούσε, λείανε τις άκρες των τομών μ’ ένα μικρό ξέστρο.

Κι έτσι ξεμπέρδεψε με το κύρτωμα. Τώρα όμως, στη θέση του δεν υπήρχε παρά μια επίπεδη επιφάνεια. Το πρώτο του πρόβλημα ήταν πως έπρεπε να στενέψει την υπερβολικά πλατιά γέφυρα της μύτης.

Υπέσκαψε και πάλι τα ρινικά οστά, αυτή τη φορά γύρω και πέρα από την περιοχή όπου ενώνονταν με τα ζυγωματικά. Αφαίρεσε το ψαλίδι και έβαλε στη θέση του ένα πριόνι με ορθογώνια λεπίδα. «Τα ρινικά οστά, βλέπεις, είναι πολύ σταθερά στερεωμένα˙ στα πλάγια με τα ζυγωματικά, στην κορυφή με το μέτωπο. Πρέπει να τα σπάσουμε, ώστε να μπορούμε να μετακινούμε τη μύτη σου το ίδιο εύκολα μ’ εκείνο το κομμάτι πηλού».

Πριόνισε τα ρινικά οστά κι από τις δυο πλευρές, αποκολλώντας τα από τα ζυγωματικά. Πήρε ύστερα μια σμίλη και την πέρασε μέσα στο ένα ρουθούνι, σπρώχνοντάς την προς τα πάνω όσο περισσότερο μπορούσε, μέχρι ν’ ακουμπήσει στο κόκαλο.

«Αν νιώσεις κάτι, πες μου». Έδωσε μ’ ένα σφυράκι δυο τρία ελαφρά χτυπήματα στη σμίλη˙ σταμάτησε, δείχνοντας προβληματισμένος, και μετά συνέχισε να χτυπάει με μεγαλύτερη δύναμη. «Αντέχει το κωλόπραμα», είπε, έχοντας χάσει πλέον τη διάθεσή του για αστεία. Τακ, τακ, τακ. «Άντε, ρε μπάσταρδο». Η άκρη της σμίλης άνοιξε δρόμο, προχωρώντας χιλιοστό το χιλιοστό ανάμεσα στα φρύδια της Έσθερ. «Scheisse!» Μ’ έναν κοφτό ήχο, η μύτη αποσπάστηκε από το μέτωπο. Πιέζοντάς την κι απ’ τις δυο πλευρές με τους αντίχειρες, ο Σενμέικερ ολοκλήρωσε το κάταγμα.

«Βλέπεις; Τώρα κουνιέται πέρα δώθε. Τέλος και της δεύτερης πράξης. Ώρα να κοντύνουμε das septum, ja, ja!».

Έκανε μ’ ένα νυστέρι μια τομή γύρω από το διάφραγμα, στην περιοχή ανάμεσα στο ίδιο το διάφραγμα και τους δύο παρακείμενους πλευρικούς χόνδρους. Ύστερα έκανε άλλη μια τομή γύρω από το πρόσθιο κομμάτι του διαφράγματος μέχρι τη «ρινική άκανθα», που βρίσκεται αμέσως μετά το άνοιγμα των ρουθουνιών, στο πίσω μέρος.

«Το διάφραγμα θα πρέπει τώρα να κινείται ελεύθερα. Θα χρησιμοποιήσουμε ένα ψαλίδι για να ολοκληρώσουμε τη διαδικασία». Υπέσκαψε μ’ ένα ψαλίδι το διάφραγμα κατά μήκος των πλευρών του και πάνω απ’ τα οστά, μέχρι το μεσόφρυο, στην άνω πλευρά της μύτης.

Πέρασε στη συνέχεια ένα νυστέρι μέσα από τη μία τομή, μπαίνοντας έτσι από το ένα ρουθούνι και βγαίνοντας από το άλλο. Τέμνοντας περιμετρικά με τη λεπίδα, απελευθέρωσε το διάφραγμα από τη βάση του. Σήκωσε ύστερα μ’ ένα άγκιστρο το ένα ρουθούνι, πέρασε μέσα του μια λαβίδα Άλις και τράβηξε προς τα έξω ένα κομμάτι του χαλαρού πλέον διαφράγματος. Με γρήγορες κινήσεις, μέτρησε μ’ έναν παχυμετρικό διαβήτη πρώτα τη μάσκα και μετά το εκτεθειμένο διάφραγμα˙ έκοψε ύστερα μ’ ένα ψαλίδι μια τριγωνική φέτα από το διάφραγμα. «Και τώρα, ας τα βάλουμε όλα στη θέση τους».

Με το ένα μάτι καρφωμένο στη μάσκα, έφερε κοντά τα δύο ρινικά οστά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να στενέψει η γέφυρα και να εξαλειφθεί η επίπεδη επιφάνεια από όπου είχε αποκοπεί το κύρτωμα. Του πήρε κάποιο χρόνο για να σιγουρευτεί πως τα δύο κομμάτια ήταν απόλυτα ευθυγραμμισμένα. Ακούστηκε ένα παράξενο τρίξιμο καθώς μετακινούσε τα οστά. «Για την ανασηκωμένη σου μύτη, θα κάνουμε δύο ραφές».

Η «συρραφή» έγινε μεταξύ της στυλίδας και της πρόσφατα κομμένης άκρης του διαφράγματος. Με τη βελόνα και το βελονοκάτοχο, έκανε δύο λοξά ράμματα με μετάξινη κλωστή, σε όλο το πλάτος της στυλίδας και του διαφράγματος.

Η επέμβαση είχε διαρκέσει συνολικά λιγότερο από ώρα. Της απολύμαναν το πρόσωπο, αφαίρεσαν τις απλές γάζες και τις αντικατέστησαν με αλοιφή σουλφαμίδης και καινούργιες γάζες. Τοποθέτησαν έναν επίδεσμο πάνω από τα ρουθούνια της, κι άλλον ένα πάνω από τη γέφυρα της καινούργιας μύτης. Πάνω απ’ όλα αυτά εφάρμοσαν ένα νάρθηκα, μια προφυλακτική μεταλλική θήκη και περισσότερους λευκοπλάστες. Της έβαλαν ένα λαστιχένιο σωληνάκι σε κάθε ρουθούνι, για να μπορεί να αναπνέει.

Μετά από δύο μέρες της αφαίρεσαν τις γάζες. Οι επίδεσμοι αφαιρέθηκαν ύστερα από πέντε μέρες. Τα ράμματα μετά από εφτά. Η ανασηκωμένη άκρη της μύτης έδειχνε κάπως γελοία, αλλά ο Σενμέικερ τη διαβεβαίωσε πως θα κατέβαινε λιγάκι από μόνη της, ύστερα από μερικούς μήνες. Όπως και τελικά έγινε.[…]rh4

rh7

rh9

[Thomas Pynchon, V, μτφρ. Προκόπης Προκοπίδης]

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Διαβάζω αυτές τις μέρες του V και αυτό το απόσπασμα είναι από εκείνα που μου κέντρισαν περισσότερο την προσοχή (είμαι περίπου στα 2/3 του βιβλίου τώρα)…

    Προβλέπω ότι μετά από αυτό θα ακολουθήσουν όλα τα βιβλία του Pynchon, με πρώτο το Gravity’s Rainbow.

    Σχόλιο από inverted_a — 20/10/2009 @ 12:06 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: