Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

27/10/2009

Η Νανά Ησαΐα για τη Σύλβια Πλαθ

Filed under: Θραύσματα — kyokokishida @ 6:40 μμ

[εισαγωγή των μεταφράσεων της Πλαθ από την Ησαΐα, εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1974] Untitled-1

Κατ’ αρχήν θα ήθελα να πω λίγα πράματα για τη ζωή της Σύλβια Πλαθ. Αναγκαστικά  λίγα,  μια και δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες. Ο χρόνος από το θάνατό της δεν είναι πολύς. Ακόμα δεν έχει γραφεί καμιά βιογραφία της. Και ό,τι πληροφορίες υπάρχουν, εκτός από αυτές στα εξώφυλλα των βιβλίων της, είναι σκόρπιες στα διάφορα άρθρα που έχουν γραφεί γι’ αυτήν.

Αναγκαστικά λοιπόν θα πρέπει να χρησιμοποιήσω τα λίγα που πήρα από τα βιβλία της και τα όσα γενικά έχω διαβάσει για τη ζωή της.

Η Σύλβια Πλαθ γεννήθηκε το 1932 στο Μπόστον της Μασαχουσέτης από γονείς γερμανικής καταγωγής. Σπούδασε στο Γουέλσλεϋ Χάι Σκουλ και στο Σμιθ Κόλετζ. Κερδίζοντας την υποτροφία Φουλμπράιτ συνέχισε  τις σπουδές της στο Καίμπριτζ. Εκεί γνώρισε τον Τεντ Χιούζ – ένα νέο και πολύ γνωστό ήδη Άγγλο ποιητή, με τον οποίο και παντρεύτηκε το 1956. Ύστερα από ένα διάστημα που έζησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες επέστρεψαν στην Αγγλία όπου γεννήθηκαν και τα δύο παιδιά τους. Το γεγονός ότι παντρεύτηκε Άγγλο κι έζησε αρκετά χρόνια στην Αγγλία όπως και το γεγονός ότι η πρώτη της συλλογή ποιημάτων δημοσιεύτηκε στην Αγγλία – όλα αυτά δίνουν στην Πλαθ μια θέση επίσης στα αγγλικά γράμματα. Ένας από τους πιο σημαντικούς Άγγλους κριτικούς, ο Αλβαρέζ, στην ανθολογία του των νέων Άγγλων ποιητών της δίνει σχεδόν, θα έλεγε κανείς, την καλύτερη θέση.

Η Σύλβια Πλαθ δεν έγραψε πολλά πράματα. Άλλωστε πέθανε πολύ νέα, το 1963, στην ηλικία μόνο των τριανταενός χρόνων. Η αλήθεια είναι ότι αυτοκτόνησε όπως είναι γνωστό. Τα βιβλία της που δημοσιεύτηκαν είναι τα εξής: η πρώτη της συλλογή ποιημάτων με τον τίτλο «The Colossus and Other Poems» που βγήκε το 1960 και από την οποία μετέφρασα εδώ πέντε ποιήματα. Ένα μυθιστόρημα με τον τίτλο «The Bell Jar» που πρωτοδημοσιεύτηκε με ψευδώνυμο το 1963. Η συλλογή της ποιημάτων «Ariel» που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό της το 1966 και ακόμα μια συλλογή ποιημάτων με τον τίτλο «Crossing the Water» η οποία βγήκε αρκετά χρόνια μετά το θάνατό της, το 1971, και από την οποία μετέφρασα εδώ πέντε ποιήματα επίσης. Τα ποιήματα της συλλογής αυτής αν και δημοσιεύτηκαν αργότερα από τα ποιήματα της συλλογής «Ariel» γράφτηκαν στα χρόνια 1960, 1961, δηλαδή μετά από τη δημοσίευση της πρώτης της συλλογής «The Colossus and Other Poems» και πριν από τα ποιήματα που μπήκαν στη συλλογή «Ariel», τα περισσότερα των οποίων, [όπως λέει και ο Λόουελ στον πρόλογο που αναδημοσιεύεται εδώ, μιας των εκδόσεων του βιβλίου της αυτού στην Αμερική,] γράφτηκαν λίγο πριν πεθάνει, με το ρυθμό των δύο και τριών την ημέρα. Επίσης μετά το θάνατό της δημοσιεύτηκε μια ακόμα συλλογή με τον τίτλο «Winter Trees», η οποία περιέχει ένα έργο που η Σύλβια Πλαθ είχε γράψει για το ραδιόφωνο με τον τίτλο «Three Women» καθώς και ορισμένα ποιήματα από τον ίδιο κύκλο ποιημάτων που έγραψε λίγο πριν πεθάνει και από τον οποίο βασικά σχηματίστηκε η συλλογή «Ariel».

Η συλλογή της «Ariel» είναι και η συλλογή με την οποία η Σύλβια Πλαθ έγινε γνωστή – εκπληκτικά γνωστή. Και αυτή είναι αναμφισβήτητα και η καλύτερη συλλογή της.[Γι’ αυτόν τον λόγο έδωσα εδώ, σ’ αυτό τον τόμο, που είναι μια επιλογή από όλο το ποιητικό της έργο, το περισσότερο βάρος σε αυτήν. Τα ποιήματα της συλλογής αυτής είναι σαράντα τρία. Από αυτά διάλεξα και μετέφρασα δεκαοχτώ. Διάλεξα φυσικά από τα ποιήματα που μου άρεσαν το περισσότερο, αλλά και με μια αίσθηση για το ποια απ’  όλα θα μπορούσαν να μεταφραστούν καλύτερα. Είχα π.χ. στην αρχή πολλούς δισταγμούς για να μεταφράσω το ποίημα «Daddy», ένα ποίημα που είναι μεν από τα καλύτερά της, αλλά που όμως καθώς έχει μια ισχυρότατη ομοιοκαταληξία και ένα ρυθμό γρήγορο μικρού στίχου, φοβήθηκα ότι δε θα ήταν δυνατό να αποδοθεί στα ελληνικά. Τελικά κατάφερα να το μεταφράσω και αν δεν κράτησα, όπως δε θα ήταν δυνατό, τις ίδιες καταλήξεις στον ήχο του «ου», όπως είναι στα αγγλικά, ωστόσο, νομίζω ότι κάτι πέτυχα με το γενικό ρυθμό και με τις ρίμες με τις οποίες αντικατέστησα αυτή την κατάληξη.

Γενικά προσπάθησα με τη γλώσσα να κάνω ό,τι έκανε κι εκείνη. Υπάρχει μια ειδική εξέλιξη της γλώσσας στα ποιήματά της. Πολλές φορές η μία λέξη είναι σαν αναγραμματισμός της άλλης και βγαίνει μέσα από την άλλη. Ο ήχος τους είναι θαυμάσιος. Αλλά δεν ήταν αυτή μόνο η πρόθεσή της. Η μια λέξη παρηχώντας την άλλη εντείνει το νόημα αυτής της άλλης σχετικής λέξης και σύγχρονα το νόημα του στίχου και της εικόνας γενικά. Σε ένα δοκίμιό μου με τον τίτλο «Ποίηση και Λέξεις», που δημοσιεύτηκε στο Νεοελληνικό Λόγο του ’73, έχω εξηγήσει, απ’ όσο το μπόρεσα, αυτούς τους διάφορους μηχανισμούς των λέξεων τούς οποίους κατ’ εξοχήν χρησιμοποίησε η Σύλβια Πλαθ. Βέβαια αυτοί οι μηχανισμοί των ομόηχων λέξεων και των παρηχήσεων δεν είναι κάτι το νέο στην ποίηση. Όμως η Πλαθ, βασίζοντας πάνω τους την ποίησή της, τους έδωσε μια εντελώς άλλη μορφή απ’ ό,τι είχαν ως τώρα στην παλαιότερη ποίηση. Δυστυχώς εδώ δεν μπορώ να επεκταθώ πάνω σ’ αυτό το θέμα που μόνο του, όπως είπα, απαιτεί ένα ολόκληρο δοκίμιο. Το περισσότερο που μπορώ να πω είναι ότι ελπίζω και στις μεταφράσεις μου κάτι να έχει διασωθεί από την εκπληκτική της γλώσσα και έτσι ο αναγνώστης να μπορέσει να πάρει μια κάποια ιδέα για όλα όσα είπα πιο πάνω.

Πάντως, γενικά για τη μορφή των ποιημάτων της, την τόσο μελετημένη και χτισμένη σχεδόν σαν ένα μαθηματικό θεώρημα, σε ορισμένα τουλάχιστον από τα  ποιήματά της, θα είχα να πω ότι σε μένα τουλάχιστον ανακαλεί το κίνημα των κατασκευών στις εικαστικές τέχνες όπου η γεωμετρία και η σαφήνεια έχουν επικρατήσει. Όπου κι αν κοιτάξει κανείς στη γενιά της Πλαθ θα δει την ανάγκη της σωστής και ακλόνητης κατασκευής. Φανερά γιατί όσο πιο πολύ κλονίζεται κανείς τόσο πιο πολύ αισθάνεται την ανάγκη να φτιάξει από την αρχή ένα κόσμο που να στέκει, έστω και τεχνητό, αν δεν μπορεί να φτιάξει αυτόν που θα ήθελε στ’ αλήθεια. Βέβαια ο στίχος στα ποιήματά της είναι ελεύθερος – χωρίς μέτρο. Ωστόσο η ισορροπία του μέτρου αντικαθιστάται με πολλούς άλλους τρόπους. Πολλά είναι γραμμένα σε αυστηρά τρίστιχα και τετράστιχα και αν και κατεβάζει το νόημα της τελευταίας φράσης του κάθε τρίστιχου προς το άλλο, χωρίς να κλείνει το νόημα μέσα του, ωστόσο, το κάθε τρίστιχο σύγχρονα κρατάει και τη δική του υπόσταση.

Στα καλύτερα ποιήματά της υπάρχει η ανάπτυξη και η εξέλιξη του ίδιου θέματος πάντα χωρίς να πηδάει ποτέ σε πολύ άσχετα πράματα όπως παλιότερα έκανε η σουρεαλιστική ποίηση. Και θα έλεγα ότι από τα καλύτερα ποιήματά της είναι το «Lady Lazarus», το «Lesbos», το «Daddy», όπως είπα και πιο πριν, και το «Birthday Present», για ν’ αναφέρω μερικά στα οποία κατορθώνει όσα γράφω πιο πάνω. Σε άλλα βέβαια, καμιά φορά, μοιάζει να χάνεται η κεντρική γραμμή του ποιήματος, αν και ποτέ εντελώς. Όσο μεγάλη κι αν είναι η αφαίρεση με την οποία γράφει, αν προσέξει κανείς, θα δει ότι η σύνδεση ανάμεσα στα νοήματα και στις εικόνες του ποιήματος πάντα υπάρχει. Όπως π.χ. στο ποίημα «Berck – Plage» και στο οποίο άφησα τον τίτλο αμετάφραστο καθώς είναι ένα τοπωνύμιο. Σ’ αυτό το ποίημα μοιάζει να πηδάει νοηματικά όλη την ώρα, όμως τελικά όλες οι εικόνες χτίζουν τα δύο βασικά θέματά της που το ένα είναι μια παραλία και το άλλο μια κηδεία.

Άλλος ένας τρόπος που η Πλαθ χρησιμοποίησε για να επαναφέρει στην ποίηση τη χαμένη της ισορροπία είναι η ρίμα. Μια ρίμα όμως η οποία τώρα παίζει μέσα σε όλο το ποίημα χωρίς να είναι σε τακτά διαστήματα όπως άλλοτε.

Με όλα αυτά είναι φανερό ότι η Πλαθ επιστρέφει σε αρκετά από τα στοιχεία της παλιότερης ποίησης, τα οποία όμως μεταχειρίζεται μ’ έναν εντελώς νέο τρόπο. Βέβαια ήδη με τον Έλιοτ είχαμε μια οργανωμένη μοντέρνα ποίηση, όμως από τότε πολλοί ποιητές ακολουθώντας άλλους δρόμους, κατάφεραν να κομματιάσουν την ποίηση. Η Πλαθ και αρκετοί άλλοι νεότεροι ποιητές προσπάθησαν να βρουν τρόπους για να της δώσουν πάλι τη συγκρότηση που είχε χάσει. Θα έλεγα ότι η Πλαθ συνεχίζει την ελιοτική παράδοση που συνδυάζει το σωστό και τολμηρό πειραματισμό με την παράδοση. Κάτι που πολύ φοβάμαι ότι από τη δική μας νεότερη ποίηση σχεδόν απουσιάζει.

Αλλά πριν προχωρήσω στη νοηματική ερμηνεία των ποιημάτων της, θα ήθελα να πω δυο λόγια για το μυθιστόρημά της, το «Bell Jar». Το μυθιστόρημά της αυτό, αντίθετα από την ποίησή της, θα έλεγα ότι παραμένει στα όρια μιας προσωπικής εμπειρίας μόνο. Είναι η ιστορία μιας νέας που οδηγείται σιγά – σιγά, μέσα από τις πρώτες εμπειρίες της ζωής της, σε μια κρίση, της οποίας το κυριότερο στοιχείο είναι η επιθυμία του θανάτου. Το βιβλίο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε με ψευδώνυμο. Είναι γραμμένο στο πρώτο πρόσωπο αν και το όνομα της ηρωίδας δεν είναι φυσικά το δικό της. Δεν έχω καμιά πληροφορία επιβεβαιωμένη ότι το βιβλίο είναι αυτοβιογραφικό. Δεν έχω ωστόσο καμιά αμφιβολία ότι είναι. Πολλά από τα θέματα του βιβλίου επανέρχονται στα ποιήματά της. Όπως π.χ. το θέμα της απόπειρας αυτοκτονίας, που μέσα στο βιβλίο έκανε η ηρωίδα, επανέρχεται στο ποίημα «Λαίδη Λάζαρος». Είναι κρίμα ότι δεν έχουμε μια επίσημη βιογραφία της. Γιατί τότε θα φαινότανε καθαρότερα τι σημαίνει η εξομολογητική ποίηση, της οποίας ένας από τους κυριότερους εκπρόσωπους είναι η Σύλβια Πλαθ. Γιατί ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της είναι ότι ο ποιητής, όταν μιλάει για μια εμπειρία ή ένα γεγονός της ζωής του μέσα στα ποιήματά του, πάντοτε αυτή η εμπειρία και αυτό το γεγονός είναι πραγματικά. Υπάρχει ένα στοιχείο ντοκουμέντο μέσα στην εξομολογητική ποίηση. Όταν η Πλαθ π.χ. μέσα στο ποίημα «Λέσβος» λέει ότι έχει δύο παιδιά, πραγματικά έχει δύο παιδιά και στη ζωή της, όπως ήδη ανέφερα στα λίγα που είπα για τη ζωή της. Όταν περιγράφει την εμπειρία της μιας κλινικής, πραγματικά έχει πάει σ’ αυτή την κλινική. Και όταν μιλάει μέσα στο «Λαίδη Λάζαρος» για την επιθυμία της να πεθάνει, η επιθυμία της αυτή ήταν τόσο αληθινή που πραγματικά την οδήγησε στον θάνατο. Γιατί, τελικά, αυτό σημαίνει εξομολογητική ποίηση. Ο ποιητής εξομολογείται αυτό που του συμβαίνει στην πραγματικότητα και όχι τις φαντασιώσεις του. Βεβαίως μπορεί να χρησιμοποιήσει μια φανταστική εικόνα για να εντείνει αυτό που του συμβαίνει, αλλά πάντοτε η εικόνα αυτή εξυπηρετεί κάτι που έχει ήδη υπάρξει σα γεγονός μέσα στη ζωή του. Με κανένα τρόπο ο ποιητής δε μιλάει ποτέ για πράματα που δεν του συνέβησαν όταν αναφέρεται στις πράξεις του και στη ζωή του. Π.χ. η Πλαθ δε θα έλεγε πουθενά, ποτέ, ότι έχει τρία παιδιά, ας πούμε. Ή ότι είναι ανύπαντρη τη στιγμή που ήταν παντρεμένη.

Τώρα βέβαια αυτού του είδους η ποίηση διατρέχει πολλούς κινδύνους. Μπορεί εύκολα να πέσει κανείς σε μια απαρίθμηση των προσωπικών του βασάνων, ας πούμε, νομίζοντας ότι έκανε ποίηση. Αλλά βέβαια εδώ πέρα δε μιλάμε καθόλου για μια τέτοια περίπτωση. Η τέχνη σημαίνει πάντα μια μεταμόρφωση. Ο ποιητής αποκτά πάντα ένα άλλο πρόσωπο από το καθημερινό του πρόσωπο όταν γράφει. Όμως στην εξομολογητική ποίηση οι πράξεις του καθημερινού του προσώπου περιέχονται επίσης. Και αυτό είναι το δύσκολο, ακριβώς: ο συνδυασμός αυτών των δύο προσώπων του ποιητή. Του καθημερινού και του άλλου, του μεταμορφωμένου και του φανταστικού, που αποκτά όταν γράφει. Έτσι αυτού του είδους η ποίηση αποδεικνύεται η πιο δύσκολη απ’ όλες. Είναι πολύ δύσκολο να μιλάς για τα πραγματικά γεγονότα της ζωής σου μεταμορφώνοντάς τα σε κάτι το άλλο. Συγκεκριμένα στα λόγια μιας συνείδησης που ξεπερνάει το άτομο και πάει βαθιά μέσα στον άνθρωπο εκεί που κατ’ εξοχήν λειτουργούν το όνειρο και τα μαγικά στοιχεία της πρωταρχικής μας ύπαρξης, μέσα από το πρίσμα των οποίων μόνο μπορεί να αποκαλυφτεί η πραγματικότητα που ζούμε.

Αλλά μετά από αυτή τη γενική αντιμετώπιση της εξομολογητικής ποίησης θα ήθελα τώρα να επιστρέψω στα ίδια τα ποιήματα της Σύλβια Πλαθ.

Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι αυτά τα ποιήματα παρά την αρρωστημένη τους επιθυμία του θανάτου και παρά την περίεργη κακία τους σε ορισμένες φορές, με κανένα τρόπο δε θα έπρεπε ν’ αντιμετωπιστούν, όπως το μυθιστόρημά της, σα μια ειδική περίπτωση μόνο. Στο εξώφυλλο της αμερικανικής έκδοσης των ποιημάτων της υπάρχει ένα απόσπασμα από την κριτική που έγινε γι’ αυτά στο περιοδικό «The Critical Quarterly». Λέει ότι τα τελευταία της ποιήματα ανήκουν σε αυτή τη μια χούφτα των γραφτών, από τα οποία οι επόμενες γενιές θα προσπαθήσουν να μας γνωρίσουν και να μας ονομάσουν. Κι εγώ τουλάχιστον συμφωνώ απόλυτα με αυτή την άποψη. Στα ποιήματα της Σύλβια Πλαθ ακούγεται ο άνθρωπος πριν από τον άνθρωπο και μετά από αυτόν: πριν να έχει προφτάσει να εξηγήσει τον κόσμο κατ’ εικόνα και ομοίωση του και αφού έχει αρχίσει να υποπτεύεται την εξήγηση που του έχει δώσει. Η Σύλβια Πλαθ πηγαίνει βαθιά μέσα της. Πίσω στους πρώτους τρόπους ύπαρξης της ανθρώπινης ζωής όταν ακόμα δεν είχε αναπτυχτεί η λογική σκέψη. Αυτοί οι τρόποι – όλα όσα βγαίνουν έξω τότε είναι και πάλι πράματα δικά μας. Μέρος του εαυτού μας ακόμα και τώρα ύστερα από τόσους αιώνες πολιτισμού κι ίσως το μεγαλύτερο μέρος. Η πιο ουσιαστική τέχνη από αυτές τις περιοχές της ύπαρξής μας βγήκε πάντα. Απ’ όσο ο κάθε καλλιτέχνης μπόρεσε να τις πλησιάσει. Η Σύλβια Πλαθ μας έφερε πολλά από εκεί. Βέβαια δεν είναι η πρώτη ή η μόνη που το έκανε αυτό. Ωστόσο θα τολμούσα να πω ότι σε κανενός άλλου το έργο αυτά τα πράματα δε δόθηκαν με τόση σαφήνεια και αμεσότητα όσο στο δικό της έργο. Και δεν είναι μόνο αυτό. Πάνω απ’ όλα έρχεται η βεβαιότητα με την οποία μας τα προτείνει σαν την πιο ουσιαστική μας αλήθεια. Μέσα μας υπάρχουν κολάσεις και παράδεισοι βέβαια. Η Σύλβια Πλαθ διάλεξε να μας μιλήσει για την κόλαση. Είναι φανερό ότι σ’ αυτήν είχαν πάρει το πάνω χέρι οι δυνάμεις του θανάτου. Φυσικά μέσα σε αυτό τον ίδιο χώρο που κινείται η ποιήτρια υπάρχουν και οι δυνάμεις της ζωής, που όταν υπερισχύουν, τότε έχουμε την απόλυτα ευτυχισμένη εκστατική κατάσταση. Δεν ξέρω ωστόσο αν θα μπορούσε να την κατηγορήσει κανείς για το ότι διάλεξε τη μια μόνο όψη του νομίσματος. Μέσα στα ποιήματά της ενυπάρχει η εξήγηση του γιατί ο εφιάλτης δεν μπορεί παρά να υπερισχύσει. Η ποιήτρια μας λέει συνέχεια σε κάθε της στίχο ότι πιστέψαμε σε ό,τι δεν είμαστε και ότι ξέρουμε πάρα πολύ λίγο το τι είμαστε στ’ αλήθεια. Μπροστά σε όλες τις ψεύτικες κατασκευές μας, η Σύλβια Πλαθ μάς φωνάζει ότι είναι προτιμότερη η αλήθεια του θανάτου γιατί εκεί, τουλάχιστον, υπάρχει η βεβαιότητα μιας αληθινής εμπειρίας. Μπροστά στο θάνατο δεν υπάρχουν περιθώρια για πολύπλοκες σκέψεις ξένες προς εμάς και αστήρικτες φιλοσοφίες. Δεν υπάρχουν πια για τίποτα περιθώρια.

Πρόκειται φυσικά για μια ακραία θέση σε μια στιγμή του ανθρώπου όπου όλα κλονίζονται, ακριβώς γιατί στην πορεία του προς την αλήθεια έφτασε στο σημείο να δει πως ό,τι νόμιζε πως ήξερε για τον εαυτό του δεν είναι τώρα και τόσο βέβαιο όσο το είχε νομίσει. Και αυτή η συνειδητοποίηση τώρα γίνεται ακόμα πιο επικίνδυνη γιατί ο άνθρωπος, χωρίς μεγάλους και σημαντικούς πια πολέμους να τον απασχολούν στρέφεται όλο και περισσότερο προς τον εαυτό του.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο, αλλά ποτέ η στροφή αυτή προς τα μέσα δεν είχε φτάσει σε τέτοιο παροξυσμό. Πολλοί ακόμα, όπως ξέρουμε, μεταβάλλονται σε πειραματόζωα παίρνοντας ναρκωτικά για ν’ ανοίξουν αυτές τις περιοχές της συνείδησής μας που, ύστερα από τόσα χρόνια πολιτισμού, μοιάζουν, στην επιφάνεια τουλάχιστον, να έχουν κλείσει για πάντα. Όλο και μεγαλώνει η πεποίθηση πως, αν δε καταφέρουμε να μάθουμε έστω και κάτι για όλον αυτόν τον κρυμμένο εαυτό μας, δε θα μπορέσουμε να κάνουμε τίποτα το σωστό με τη ζωή μας. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό είναι αλήθεια. Όμως οι κίνδυνοι είναι τεράστιοι. Όσα μας αποκαλύπτονται ψάχνοντας, συγκρούονται με την εικόνα του ανθρώπου που έχουμε φτιάξει εδώ και πολλούς αιώνες. Σύγχρονα, όλα όσα μας αποκαλύπτονται, για την ώρα τουλάχιστον, μας δίνουν την αίσθηση του χάους της ύπαρξής μας. Είναι σαν ο πνευματικός μας εξοπλισμός να μην μπορεί να τα καταλάβει καθόλου. Δεν έχουμε τίποτα σταθερό, για την ώρα, που να μπορεί να πάρει τη θέση όλων όσων κλονίζονται τώρα μέσα μας. Το αποτέλεσμα είναι ότι συνεχίζουμε να λειτουργούμε με τους παλιούς μας τρόπους μια και ακόμα δεν έχουμε άλλους. Πρόκειται για μια κατάσταση περίεργη βέβαια στην οποία η αίσθηση του absurd δεν μπορεί παρά να είναι διαρκώς παρούσα.

Η Σύλβια Πλαθ, ωστόσο, αρνήθηκε να συνεχίσει έτσι ελπίζοντας, όπως εμείς οι άλλοι της γενιάς της, σε μια κάποια διέξοδο κάποια στιγμή, παρ’ όλα τα στοιχεία στα χέρια μας που μας απελπίζουν.

Δεν μπορώ τώρα να επεκταθώ στο θέμα του πώς οι γενιές ανδρώνονται και παραδίνουν τη σκυτάλη η μια στην άλλη. Θα έπρεπε πάντως να λεχθεί ότι ενώ άλλοτε είχαμε διαφορές τρόπου ζωής κάθε πεντηκονταετία, τώρα οι διαφορές αυτές δημιουργούνται κάθε δεκαετία. Ήδη η γενιά η οποία έρχεται, οι νέοι των είκοσι χρόνων, είναι άλλη από τη δική μας, αυτών που είναι τώρα 30 με 40 ετών, τη γενιά της Σύλβια Πλαθ.

Γι’ αυτόν το λόγο δεν μπορώ παρά να σκέφτομαι ότι το χάος: η συνείδηση του χάους που είναι η μοίρα της γενιάς αυτής, και το μηδέν: η αίσθηση πως τίποτα δεν υπάρχει ουσιαστικό σε αυτό τον κόσμο – που είναι η φυσική συνέπεια του χάους – δεν μπορεί παρά να είναι μια φάση στην πορεία της ανθρωπότητας. Ήδη οι νέοι αυτοί που έρχονται, με όσους τουλάχιστον έχω συζητήσει, τα βλέπουν κάπως αλλιώς τα πράματα. Αν όχι τελείως αλλιώς, πάντως όχι με την ίδια απελπισία και με την αίσθηση της κατάρρευσης των πάντων. Κι αν ακόμα είναι έτσι, μου είπε ένας απ’ αυτούς, δηλαδή δεν υπάρχει τίποτα, αυτό εμένα δε με σταματάει από τη ζωή μου κι ούτε καταρρέω γι’ αυτό. Στο κάτω κάτω η δική σας γενιά μάς είπε τόσα για το τίποτα που έχουμε συνηθίσει στην ιδέα! Η Σύλβια Πλαθ ωστόσο ανήκε στη γενιά που το είπε αυτό και κατέρρευσε. Πήγε το μήνυμα ως το τέλος του και το επιβεβαίωσε με το θάνατό της. Μέσα στα ποιήματά της βάλλονται τα πάντα. Ιδιαίτερα αυτά που λέμε, τα ανθρώπινα. Ακόμα και το παιδί της στο ποίημα «Λέσβος» το κοιτάζει από έναν τόπο όπου η έννοια «το παιδί μου» δεν υπάρχει πια. Σχεδόν βλέπει το παιδί της σαν ένα ζώο.

Είναι η πρώτη φορά που έχουμε στη λογοτεχνία, σε μια τέτοια ένταση – οξύτητα – δε θα ήξερε πώς να το πει κανείς, την άρνηση ακόμα και για την πιο όμορφη πλευρά της ζωής που είναι η αγάπη. Σαν η αγάπη να ήταν κι αυτή μια ακόμα από τις φαντασίες μας και τις κατασκευές μας. Κι ωστόσο η ανάγκη μιας αγάπης ακούγεται συνέχεια στα ποιήματά της. Αλλά κι αυτή μ’ έναν αλλιώτικο και περίεργο τρόπο: σα μια μισοτελειωμένη κραυγή που και η ίδια ξέρει από πού βγαίνει. Κι ύστερα για όλες τις υπόλοιπες στιγμές την απορρίπτει. Κοιτάζει το παιδί της και βλέπει σ’ αυτό μόνο ένα ζωάκι χωρίς κανένα νόημα που μπουσουλάει χάμω. Νομίζω ότι κανένας άλλος ποιητής δεν τόλμησε να πάει τόσο βαθιά μέσα στην άβυσσο του όχι. Θα ήταν πολύ εύκολο ν’ αποφασίσει κανείς ότι η Σύλβια Πλαθ μπόρεσε να το κάνει αυτό, γιατί απ’ ό,τι καταλαβαίνουμε, σε κάποια στιγμή της ζωής της βγήκε από τα όρια αυτού που ονομάζουμε ψυχική υγεία. Θα ήταν πολύ εύκολο να πούμε ότι πρόκειται για μια ειδική περίπτωση και να το αφήσουμε το πράμα έτσι. Η τέχνη της γενιάς της, αν όχι τίποτα άλλο, αν την κοιτάξει κανείς καλά, θα δει ότι αντλεί από τον ίδιο χώρο του χάους και του μη ανθρώπινου από τον οποίο μας αποτάνθηκε και η Σύλβια Πλαθ.

Ωστόσο, για μένα, αυτό είναι μόνο μια φάση της ανθρωπότητας όπως όλες οι άλλες φάσεις που έχει περάσει. Μια φάση μόνο όσο τρομακτική κι αν είναι και όσο κι αν ανήκω κι εγώ η ίδια σ’ αυτήν. Με κανένα τρόπο δε θα ήθελα να νομίσει κανείς ότι προτείνω το όραμα της Σύλβια Πλαθ και της γενιάς αυτής σαν τον τελειωτικό λογαριασμό του ανθρώπου με τη φύση του και τον κόσμο. Πιθανότατα αυτός ο λογαριασμός δε θα συμβεί ποτέ. Το τελειωτικό ναι ή το τελειωτικό όχι στη ζωή δεν έχει λεχθεί ακόμα και ποιος θα μπορούσε να το πει; Κι άλλωστε ίσως να μην είναι καν ένα θέμα εκλογής ή απόφασης δικής μας. Το παιχνίδι ανάμεσα στις δυνάμεις του θανάτου και της ζωής παίζεται πιθανότατα κάπου αλλού, πολύ μακριά από μας, εκεί που η σκέψη ελάχιστα μπορεί να πλησιάσει, αν όχι καθόλου.

Το παρήγορο πάντως είναι ότι, για την ώρα οι δυνάμεις της ζωής μοιάζουν να κερδίζουν το παιχνίδι. Παρ’ όλους τους πολέμους μας και τις καταστροφές είμαστε ακόμα όλοι εμείς εδώ. Ο πλανήτης μας είναι γεμάτος κόσμο που κάθε άλλο μοιάζει να το έχει βάλει κάτω. Θυμάμαι μια συζήτηση που είχα με μια φίλη μου – μια από τις καλύτερες συγγραφείς μας. Απαντώντας σε πολλά συμπεράσματα δικά μου αρνητικά, γύρισε, με κοίταξε και μου είπε: «Ναι, όλα όσα λες έτσι είναι, αλλά πάλι αν μου έλεγαν να μη ζω, θα έλεγα όχι». Και για να είμαι ειλικρινής έτσι αισθάνομαι κι εγώ η ίδια. Και στο τέλος το μόνο συμπέρασμα που μοιάζει επιτρεπτό είναι ότι ξέρουμε πολύ λίγα πράματα κι επομένως μέσα σ’ αυτή την άγνοια πώς ν’ αποφασίσει κανείς μια τόσο τελειωτική πράξη σαν αυτή του θανάτου. Η Σύλβια Πλαθ ωστόσο δε δίστασε. Είπα και πριν ότι η στάση της ήταν ακραία. Ήταν η απόλυτη διαμαρτυρία του ανθρώπου προς όλα και προς αυτή την ίδια την άγνοια στο τέλος. Δεν ξέρω αν μια τέτοια στάση είναι δικαιωμένη ή όχι. Όπως είπα και πριν, η ανθρωπότητα περνάει διάφορες φάσεις. Τις περνάει ακριβώς όπως κι ο καθένας μας μέσα στη ζωή του. Τη μια στιγμή μας λέει αυτό και την άλλη κάτι άλλο. Η Σύλβια Πλαθ εκπροσωπεί μια από αυτές τις φάσεις. Αυτήν της απόλυτης απελπισίας και του εφιάλτη. Μια φάση από την οποία δεν μπορεί παρά να ελπίζει κανείς ότι θα βγει η ανθρωπότητα αν δεν το έχει ήδη κάνει με τους νεότερους που έρχονται. Όμως δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι η αξία της κάθε μιας φάσης μας δε μειώνεται από το γεγονός ότι όλα στο τέλος ξεπερνιούνται και αλλάζουν. Η κάθε φάση στην πορεία μας ήταν απαραίτητη και πάντα μας έμαθε κάτι. Η κάθε στάση μας μας μαθαίνει πάντα κάτι ακόμα και όταν είναι λανθασμένη. Ίσως χωρίς κάποιο προηγούμενο λάθος μας να μην είμαστε ικανοί να δούμε κάποιο μελλοντικό σωστό. Και η τέχνη όσο κι αν σκοπεύει στην τελειωτική και ολόκληρη αλήθεια, ακόμα κι αυτή, δεν μπορεί παρά μόνο μερικές όψεις και φάσεις της να εκφράσει. Κάθε φορά, κάθε γενιά εκφράζει και αποκαλύπτει κάτι λίγο περισσότερο απ’ ό,τι οι προηγούμενες. Το αν τελικά έτσι θα φτάσουμε στην ολόκληρη αλήθεια ή όχι, αυτό παραμένει άγνωστο. Όπως πορευόμαστε πέφτουμε και ξανασηκωνόμαστε. Μια από τις πτώσεις έτυχε να απαιτήσει έκφραση από τη δική μας γενιά – αυτών, όπως είπα, που είναι τώρα τριάντα με σαράντα χρόνων. Η Σύλβια Πλαθ δεν έκανε τίποτα άλλο από αυτό. Από το να δώσει μια από τις οξύτερες εκφράσεις που θα μπορούσε να δοθεί σε μια πτώση.


Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Το μόνο που θα μπορούσα να πω και να γράψω ειλικρινά είναι ότι ορισμένοι επιτήδειοι έχουν τον τρόπο
    να βρίσκονται πάντα στην επικαιρότητα και να επιβιώνουν με τον θάνατο και τα γραπτά άλλων .Η Σύλβια
    Πλαθ δεν ήταν μεγάλη ποιήτρια ,αυτοί που μετάφρασαν το έργο της καλά έκαναν . Αλλά πολύ μελάνι για το
    τίποτα .Επίσης βρέθηκαν και ορισμένοι να αντιγράψουν και τον τρόπο γραφής της Πλαθ.Αυτοί οι Κύριοι και
    οι Κυρίες της Ελληνική διανόησης ας ψάξουν να βρουν ΄Ελληνες ποιητές πρώτα, που με το τρόπο τους, τους
    κρατάνε ενταφιασμένους και μετα να έχουν λόγο .

    Σχόλιο από galini27 — 04/01/2010 @ 5:47 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: