Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

24/12/2009

Τα του Κυνόδοντα

Filed under: Αφορμές — pavlinamarvin @ 6:17 μμ

 

Ο κινηματογράφος μάλλον με δυσκολεύει περισσότερο απ’τη λογοτεχνία. Ίσως γιατί με αναγκάζει ν’ακολουθήσω τους ρυθμούς του πιο πολύ απ’όσο το κάνει ένα βιβλίο. Ίσως ακόμη, επειδή η εικόνα ξέρει να γίνεται βάρβαρη, να εντυπώνεται, να υποβάλλει μ’έναν τρόπο που διαφέρει. Δεν είμαι σίγουρη πως μπορώ να το απαντήσω. Παρ’ ότι δεν βλέπω πολλές ταινίες (πιο πολύ εκπαίδευση παρά διασκέδαση είναι για μένα) παρακολουθώ με μεγάλη συστηματικότητα το πρόγραμμα των κινηματογράφων στο κέντρο της Αθήνας, από έντυπα, από το διαδίκτυο, κοντοστέκομαι μόνιμα να κοιτάξω τις σχετικές αφίσες στην Ακαδημίας και στα πέριξ, αντιμετωπίζω με συγκίνηση τις απογευματινές προβολές και με αρκετή καχυποψία τις νυχτερινές, ιδίως του Σαββατοκύριακου, στα πλαίσια αυτής της νοοτροπίας εξόδου -παράβλεπε, «πάμε πουθενά να δούμε τίποτα;»- που εξηγεί φυσικά και την ανησυχητικά μεγάλη προσέλευση κόσμου. Την περίπτωση του Κυνόδοντα την αντιμετώπισα αρχικά με δυσπιστία, φοβούμενη το κουλτουροσινεφίλ της όλης υπόθεσης -οι Κάννες δεν αποτελούν εγγύηση απαραίτητα, κάποτε μάλιστα το αντίθετο – και έχοντας κατά νου τις, όντως περιορισμένες, (όχι ανύπαρκτες) χαρές που έχω πάρει από έλληνες κινηματογραφιστές, ιδίως των δικών μας εποχών- βεβαίως, εύκολα και κάπως δίκαια θα μπορούσε κανείς να με κατηγορήσει για ελλειπή μόρφωση. Εν τέλει, οδηγήθηκα στο «Άστυ» δις, για τον ίδιο λόγο -την δεύτερη φορά, για να οδηγήσω, μάλιστα, και κάποιον άλλο. Έχω επίγνωση πως βρίσκομαι τόσο πολύ κοντά στην παρανόηση -και εννοώ, στο ενδεχόμενο να διαβάσει την ανάρτησή μου ο αξιότιμος σκηνοθέτης κύριος Λάνθιμος και να κουνήσει το κεφάλι του περίλυπος για το λίγον του θέματος, για τα λίγα (και λάθος) που κατάλαβα δηλαδή. Όμως ο λόγος που αποφάσισα να σχολιάσω το εν λόγω κινηματογραφικό γεγονός είναι ακριβώς αυτή η άξια, κατ’εμέ, να ειπωθεί, ποιητική διάσταση του πράγματος, η οποία και αλλάζει τα φώτα στη συνήθη εκδοχή της έννοιας της κατανόησης . Διότι, δεν είναι απλό να υποστηρίξεις  ότι τα ζόμπι είναι μικρά κίτρινα λουλούδια, με πεποίθηση στην αντικειμενικότητα της φράσης σου, εκτός αν είσαι παράφρονας ή ποιητής ή συνδυασμός τους (εδώ, ας με ανατρέψουν γλωσσολόγοι και λοιποί ενδιαφερόμενοι). Μια νέα γλώσσα η οποία προκύπτει φυσική μέσα από μια επινοημένη, ασυνήθιστη πραγματικότητα, παρουσιάζεται εδώ όχι ως επεξεργασμένη εσωτερική εμπειρία (κανένας πρωταγωνιστής, εν προκειμένω, δεν βγάζει τα φιλοσοφημένα σώψυχά του στην οθόνη εκφράζοντας την καταπίεση που υφίσταται από τη φοβερή επιβεβλημένη οικογενειακή πραγματικότητα), αλλά αντίθετα, σαν παιδικά, απλοϊκά εσωτερικοποιημένη, θέσφατη, εξωτερική επιταγή. Η παιδικότητα που νοσεί, η ιδιωτική δυστοπία, το πείραμα  το προδιαγεγραμμένο να αποτύχει, είναι αναμφισβήτητα θέματα της ποίησης που αγάπησα, και το σημαντικό για μένα ήταν ότι όπως άλλοι χειρίζονται τις λέξεις για να παραδώσουν τις ατμόσφαιρες (το θέμα από μόνο του, μικρής σημασίας) η ομάδα εδώ, χρησιμοποίησε το συγκριτικό της πλεονέκτημα με επιτυχία -τη δυνατότητα της, δηλαδή, να γεννήσει το ποίημα από λέξεις μαζί και εικόνες που, αισθάνομαι και πάλι, δημιουργήθηκαν για να συνδεθούν. Ο αυτοσχεδιασμός -από την πρώτη σκηνή τον είδα να υπάρχει και να πηγαινοέρχεται. Οι σκηνές χωρίς εξηγήσεις, σκόπιμα, γιατί τα ερωτήματα που προκύπτουν (πολλά σίγουρα από πολλούς) δεν είναι ανάρμοστα αλλά, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι απαραίτητα και χρήσιμα, αφού, όχι μόνο το κοινότοπο «ο καθένας θα δώσει την ερμηνεία που θέλει», μάλλον θα αφήσουμε για λίγο τις ερμηνείες και θα κοιτάξουμε να δούμε αν έτυχε και βιώσαμε κάτι της ιστορίας, αν αυτό που τυχόν βιώσαμε είναι κάτι πρωτόφαντο ή αλλιώς, έχει καμιά αντιστοιχία με τίποτα προηγούμενο βιωθέν, και τελικώς, έρχεται μόνος του (σε μένα ήρθε) ο λογαριασμός. Ήταν ωραία εικόνα, εμείς όλοι στον κινηματογράφο, με τα διαφορετικά μας ερεθίσματα να μας επηρεάζουν μήπως και ερμηνεύσουμε τους ανθρώπους/παιδιά με τα μηδαμινά (στη δική μας πάλι σφαίρα) ερεθίσματα -φαντάστηκα να ξαναγυρίζει κάποιος εκείνη τη στιγμή, τροποποιημένη τη σκηνή του Βέντερς στον «Ουρανό πάνω απ’το Βερολίνο», όπου οι δύο άγγελοι διασχίζουν το βαγόνι ακούγοντας τις σκέψεις των επιβατών, ακούγοντας και καταγράφοντας τα ενδιαφέροντα σημεία των μικρόκοσμων, χωρίς φανερή προσπάθεια για ερμηνεία- αν και, η επιλογή σημείων, είναι κι αυτή μια ερμηνεία. Έχει ενδιαφέρον να συγκρίνω τις αναπαραστάσεις της οικογένειας στις ελληνικές ταινίες μαζικής παραγωγής του ’50 και του ’60, με την κινηματογραφική διαχείριση (αποδόμηση;) του θεσμού, από τον Λάνθιμο εδώ, ή από τον Οικονομίδη στο «Σπιρτόκουτό» του ακόμη-ακόμη. Επίσης, αυτή η ασφυκτική ανάγκη τώρα για ατομικότητα. Όχι να εντυπωσιάσεις με τρικ του κενού λόγου, αλλά να διεκδικήσεις την προσωπική «ιδιόλεκτο», περιορίζοντας σκόπιμα τους δέκτες. Ιδιόλεκτος με εθνικότητα (επικαιρότητα;) αλλά και χωρίς. Ένα παιχνίδι που αξίζει να παίζεται.


Μπαμπά θέλω να μάθω να παλεύω.
Με τις μπουνιές ωραία θα ξηγιέμαι
αντί μέσα βαθιά να καταριέμαι
πως κακομεγαλώνω κι όλο κλαίγω.

Μπαμπά είδα την πρώτη μου άσπρη τρίχα
κι ούτε στον ύπνο μου δεν έριξα σφαλιάρα
γιατί να με περνάν για κουταμάρα
θέλω να κόψω στους ανόητους το βήχα.

Μπαμπά πες στη μαμά να με γεννήσει
ξανά, κακούργα τώρα όμως
ο πέτρινος του τρόμου τρόμος

αν χρειαστεί, βάλτην να με χτυπήσει
χτυπήματα!―θα δέρνω όπου διαλέγω.
Μπαμπά θέλω να μάθω να παλεύω.

 

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. με το καλό και στην ‘στρέλλα’, λοιπόν [και γιά τα περί οικογένειας…]
    :-)

    Σχόλιο από παναγιώτης ιωαννίδης — 25/12/2009 @ 12:48 πμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: