Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

14/01/2010

Γραφέως κάτοπτρον | Oλόκληρη η συνέντευξη με τον Γιάννη Πατίλη και πέντε μουσικά κομμάτια

«Ταξίδια στην ίδια πόλη» ονομάζεται η συγκεντρωτική έκδοση που περιέχει το, έως τώρα, σύνολο του ποιητικού σας έργου. Πόσο συχνά βρίσκεστε στην αναζήτηση νέων διαδρομών ή στην ανάγκη για μια μετάβαση «κάπου αλλού»; Δηλώσατε σε παλαιότερη συνέντευξη πως ψυχοπνευματικά δεν έχετε φύγει ποτέ από την Αθήνα, παραταύτα έχετε ζήσει για κάποιο διάστημα στην Αμερική. Πώς ήταν η εκεί εμπειρία σας;

Στην Αμερική πήγα τρεις φορές, κυρίως για να συναντήσω αγαπημένα πρόσωπα και μια φορά καλεσμένος από το Πανεπιστήμιο του Princeton. Δεν είχα καμιά πιεστική περιέργεια να γνωρίσω αυτή τη χώρα, που δεν μας είναι άγνωστη, από πολλές μεριές – για να μην πω ότι την κουβαλάμε κιόλας πάνω και μέσα μας οι περισσότεροι στον πλανήτη χωρίς να το καλοσυνειδητοποιούμε. Και δεν ήταν δυνατόν να τη γνωρίσω, αφού το περισσότερο που έμεινα εκεί ήταν μόλις δύο μήνες… Πάντα πίστευα πως εάν δεν ζήσει κανείς τουλάχιστον δύο χρόνια σε μια ξένη χώρα σε διαρκή ώσμωση με τους κατοίκους και τον πολιτισμό της, δεν μπορεί να την καταλάβει βαθύτερα… Πρόλαβα, όμως, να δω το όμορφο περπάτημα των μαύρων, ένα φεστιβάλ «περιθωριακού» κινηματογράφου όπου δεν υπήρχε ούτε ένας σκοτωμός και να ζήσω την ανεπανάληπτη για Ρωμιό εμπειρία να περπατάς στο πεζοδρόμιο οδεύοντας προς το οδόστρωμα και να σταματά η κυκλοφορία για να περάσεις! Και, φυσικά, μπόρεσα να αντιληφθώ το πόσο βλακώδης υπήρξε ο μεταχουντικός ολικός αντιαμερικανισμός των Νεοελλήνων, αν και κατανοώ και συμμερίζομαι τις πολιτικές αιτιάσεις… Η επαφή μου με λόγιους και καλλιτέχνες περιορίστηκε στην ελληνική παροικία και στους δυο Νίκους, τον Κάλας και τον Σπάνια. Η ουσιαστικότερη όμως ζωντανή πνευματική μου επαφή με τον Νέο Κόσμο υπήρξε ένας πολιτικά ανήσυχος διανοούμενος της ελληνικής διασποράς, ο Στάθης Γουργουρής, ο οποίος νέος ακόμη και άγνωστός μου αγάπησε τα ποιήματά μου και τα μετέφρασε, αργότερα, στα αγγλικά.
Δεν ήμουνα ποτέ των ταξιδιών και των γεωγραφικών περιπλανήσεων και ο τίτλος της δεύτερης συγκεντρωτικής μου συλλογής είναι ακριβής: «Ταξίδια στην ίδια πόλη», στην μοναδική που έζησα, γνώρισα, μίσησα και αγάπησα, χωρίς να ξενοκοιτάξω σχεδόν άλλη καμιά. Όλα τα άλλα ταξίδια μου, που δεν ήταν διόλου λίγα και ίσως όχι ασήμαντα, πολλά από τα οποία μοιράστηκα με πολύ αξιόλογους συνοδοιπόρους, υπήρξαν πνευματικά, δηλαδή συμβολικά και μεταφορικά, και συμπυκνώνονται άριστα στον τίτλο του περιοδικού που εκδίδω: Πλανόδιον, που με τη σειρά του παραπέμπει κάπως αταβιστικά σε ένα ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον πλανοδίων εμπόρων.

Το ᾿73, νέος σε ποίημά σας ουρλιάζει «Φωτιά στα σούπερ μάρκετ!», γράφει στους γονείς του πως θέλει να γίνει πρόεδρος του εαυτού του και όχι πιλότος και συνειδητοποιεί πως η μεγαλύτερη λογοκρισία είναι να μην έχεις λεφτά («Ντόινα ’73»). Έχετε επίσης γράψει αιχμηρά για κινούμενα πραιτώρια, απαλαίωτες εξουσίες που εκδίδουνε τις εφημερίδες του λαού, για το νόμο-δρόμο και για τα δολλάρια και τα περιστροφα ως τις σταθερές συντεταγμένες του αιώνα.
Πώς είδατε τα γεγονότα του προηγούμενου Δεκέμβρη;

Ομολογώ με μεγάλη αμφιθυμία. Όταν έβλεπα τις σπασμένες Τράπεζες με τα ακατέβατα υπερκέρδη, το εκδικητικό ζώο μέσα μου ’φχαριστιόταν και έλεγε «καλά σας κάνουν, αιματορουφήχτρες!»… Όταν όμως έβλεπα τα σπασμένα μάρμαρα στο κεντρικό κτίριο του Πανεπιστημίου και τα κανιβαλισμένα αγάλματα στο προαύλιο (για να μην πω για περίπτερα και εμπορικά λαϊκά καταστήματα στην Πατησίων λεηλατημένα και παραδομένα στις φλόγες) με έπιανε μεγάλη πολιτική και προσωπική θλίψη, που κορυφωνόταν όταν διάβαζα αφίσα οργάνωσης του Συνασπισμού στο Νέο Κόσμο που διαλαλούσε: «Κάτω η κυβέρνηση των δολοφόνων»!!! Η αλόγιστη επέκταση της συλλογικής ευθύνης είναι χαρακτηριστικό της ολοκληρωτικής εξουσίας και δεν ταιριάζει σε μια αριστερά που θέλει να λέγεται δημοκρατική. Και εάν δεχτώ, διότι έτσι είναι, πως οι εξεγερμένοι νέοι ήταν πολιτικά ανεύθυνοι για την απίστευτη λεηλασία της χώρας, αλλά και του ίδιου του μέλλοντός τους, που έγινε στα τελευταία τριανταπέντε χρόνια από τα δύο κόμματα της εξουσίας με τις ευλογίες (και όχι σπάνια τη σύμπραξη) του 80% των γονιών τους, ο πραγματικός τους στόχος δεν θα έπρεπε να ήταν το παραγωγικό «Πλαίσιο» στην οδό Στουρνάρη αλλά τα εκτροφεία της διαφθοράς στην Ρηγίλλης και την Χαριλάου Τρικούπη! Εάν το δούμε βαθύτερα, ο ηθικός αυτουργός των καταστροφών του Δεκέμβρη είναι το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, του οποίου οι ευθύνες στα τελευταία 35 χρόνια είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερες από αυτές των φυσικών αυτουργών. Αυτό που το «σώζει» είναι η νομιμοποίηση που του παρέχει μια κοινωνία σε μεγάλο βαθμό διεφθαρμένη και η ίδια… Και αυτή η νομιμοποίηση είναι ο πυρήνας της δημοκρατίας, σχετικά με την οποία η ιστορία του προηγούμενου αιώνα δεν μου έχει επιτρέψει, δυστυχώς, να σκεφτώ στην πράξη κάτι καλύτερο…

Μιλήσατε από νωρίς, μέσω των στίχων σας, για παρκιστάν, φιλοπρόοδα τσιμέντα, πιτσοφάγους, πλαστικές καρέκλες, κρεβάτια ύπνωσης, ρολόγια που κουρδίζονται για να μη χάσει ο άθλιος κόσμος τα σοβαρά ραντεβού του, ηπειρώτικα κεφάλια με το καπέλο του σερίφη και μια τηλεοπτική όραση του κόσμου. Τι έχει αλλάξει από τότε τόσο προς το χειρότερο όσο και προς το καλύτερο στα ελληνικά αστικά κέντρα; Αισθάνεστε σαν τον τρελό στο ποίημά σας που σείει τον σταυρό στο λεωφορείο αλλά, ωστόσο, κανείς δεν αλλάζει διαδρομή;

Όχι μόνον δεν έχει αλλάξει τίποτα, αλλά πολλά πράγματα, τόσο στο πολιτικό μας σύστημα, όσο και στην (επικαθορισμένη από αυτό) καθημερινότητά μας έχουν πάει προς το χειρότερο. Τα θέματα του ποιητικού μου βιβλίου Υπέρ των καρπών, που ξεκινούσε με τους εμβληματικούς στίχους του Ρωμανού του Μελωδού «υπέρ αέρων παρακαλώ σε / και υπέρ των καρπών της γης και των οικούντων εν αυτή», το έτος 1977, όταν ακόμα ούτε πολιτική οικολογία υπήρχε, ούτε πολιτικά οικολογικά υποκείμενα ή οικολογικά περιοδικά, ύστερα από 32 χρόνια και μετά τις τερατώδεις πυρκαγιές του 2007 και τις φετινές, καθώς και την αυξανόμενη μόλυνση του εδάφους και της ατμόσφαιρας, διατηρούν την επικαιρότητά τους. Κυρίως γιατί συνέδεαν τις καταστροφές στο περιβάλλον με την αλόγιστη ανάπτυξη του καπιταλισμού, τα «φιλοπρόοδα τσιμέντα» που ανασύρατε στο ερώτημά σας… Ήταν, ωστόσο, μια ποιητική συλλογή που δεν έμενε στην καταγγελία, αλλά την παρηγορούσε η επιθυμία να τραγουδήσει την αγάπη «από το βάθος του φωταγωγού».
Για να ολοκληρώσω την απάντησή μου στην ερώτησή σας, τα μόνα θετικά που έγιναν στην πρωτεύουσα αυτά τα χρόνια ήταν το μετρό και η μισή ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων. Αλλά και αυτά τα πληρώσαμε και τα πληρώνουμε ήδη πολύ ακριβά, χάνοντας εκτός των άλλων την Πάρνηθα και την Πέντελη!

Η ποίησή σας διακατέχεται συχνά από γερές δόσεις σαρκασμού και καυστικού χιούμορ. Μας διαφεύγει κάτι, ή, όντως, αυτά τα στοιχεία απουσιάζουν, ως επί το πλείστον, από τους στίχους που γράφονται στις μέρες μας;

Υπήρξε, αλήθεια, μια εποχή κατά την οποία αφθονούσαν στα ποιήματα η σάτιρα και το χιούμορ, στοιχεία που τα υπηρετούσε μια γλώσσα καυστική και ασύμμετρη, λογικά και αισθητικά, η οποία ως εκ τούτου αναλάμβανε πολλά ποιητικά ρίσκα. Ίσως η πιο εσωτερικά συνεκτική περίπτωση στο ζήτημα αυτό να ήταν η ποίηση του Βασίλη Στεριάδη. Το φαινόμενο είχε επισημάνει αρκετά νωρίς, το 1973, σε ένα δοκίμιό της η Νόρα Αναγνωστάκη. Μέσα από τα στοιχεία της σάτιρας και του χιούμορ η κριτικός διέκρινε μια υγιή αντίδραση και μια σοβαρή στο αποτέλεσμά της γελοιογραφική αποδόμηση της επίπλαστης κοινωνικής σοβαρότητας και του κοινωνικού κομφορμισμού. Από μια άλλη πλευρά θα μπορούσε να πει κανείς ότι το φαινόμενο συνιστούσε την γενικευμένη άφιξη στην ελληνική ποίηση ενός από τα καταστατικά στοιχεία της νεωτερικότητας: της αντιλυρικής από τη φύση της ειρωνίας. Ή καλύτερα μιας σύγχρονης αναβίωσής της σ’ ένα ριζικώς διαφοροποιημένο αστικό περιβάλλον, μετά τα λογοτεχνικά παραδείγματα του Καρυωτάκη, του Καβάφη ή του Σκαρίμπα.
Στις μέρες μας το στοιχείο αυτό έχει υποχωρήσει σημαντικά, ίσως διότι σ’ έναν μεταμοντέρνο κόσμο δεν υπάρχει πολύς διαθέσιμος χώρος για το κοινωνικά ακριβό αίσθημα της γελοιότητας. Σίγουρα όμως δεν έχει εξαφανιστεί. Το πρόσφατο βιβλιαράκι, πρώτο, του Συμεών Τσακίρη, Τα χαρτοικίδια (Εντευκτήριο, 2009) που έπεσε στα χέρια μου αυτές τις μέρες, συνιστά μια τρέχουσα ικανοποιητική απάντηση. Όταν διαβάζω τους στίχους του «στη θέση της καρδιάς όλοι έχουμε / μια μονοκατοικία» ή «Δεν ενδιαφέρει πλέον ποιος θα έχει την τελευταία κουβέντα, αλλά ποιος θα έχει την τελευταία σιωπή», πείθομαι ότι ο τρόπος αυτός σε κάποιες περιπτώσεις νέων ποιητών εξακολουθεί να παραμένει δραστικός.
Αλλά είναι περίεργος και ο τρόπος με τον οποίο επιβιώνουν κάποιοι παλιοί ειρωνικοί στίχοι: Ξεφυλλίζοντας το καλοκαίρι ένα τεύχος του Ταχυδρόμου έπεσε το μάτι μου σ’ ένα άρθρο για τα γιαπωνέζικα κόμιξ, τα «Μάνγκα». Με έκπληξη είδα στο εισαγωγικό σημείωμα μια φράση που περιείχε έναν παλιό μου στίχο, του οποίου η δημοσιογράφος ίσως αγνοούσε την πατρότητα: «Ιαπωνίς, και συ πονείς», και προσέθετε: « – κι είναι της μόδας να συμπάσχει μαζί σου όλος ο κόσμος». Αυτό το αποκρουστικό «της μόδας» για τον πόνο, που πρόσθετε σχολιαστικά η συντάκτρια στο στίχο, ξαναζωντάνευε είκοσι χρόνια μετά ένα μικρό ποίημα για να αναδείξει με την αμφισημία του μια από τις αντιφατικές όψεις της παγκοσμιοποίησης.

Τελευταία παρατηρείται στην παγκόσμια ποιητική σκηνή μία στροφή προς την προφορικότητα, σημείο άλλωστε εκκίνησής της. Έχετε παλαιότερα δηλώσει πως η ποίηση διαφυλάσσει την ιδιωτικότητα. Πιστεύετε πως μπορεί εξίσου να λειτουργήσει στο δημόσιο χώρο διαδραματίζοντας δραστικό ρόλο ή ότι κινδυνεύει έτσι να γίνει μέρος του θεάματος;

Το κατά πόσον μια ποιητική απαγγελία συνιστά θέαμα, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα επικοινωνιακά συμφραζόμενα της εκδήλωσης. Μια ποιητική ανάγνωση σ’ ένα μπάρ ή σε μια κακοφωτισμένη δημοτική αίθουσα όπου με το ζόρι έχει μαζέψει κανείς τριάντα γνωστούς του, σίγουρα δεν αποτελεί θέαμα. Μια ανάλογη όμως στο Μέγαρο είναι θέαμα, και εν πολλοίς επιμνημόσυνη τελετή, για κάτι που ήταν κάποτε σπαρταριστά ζωντανό…
Η στροφή προς την προφορικότητα που αναφέρετε θα ενταθεί, λόγω της χρήσης του Διαδικτύου, κι έχω δει πολλές, ξένες ιδίως, λογοτεχνικές ιστοσελίδες, όπου παρουσιάζουν αρχεία ήχου ή βίντεο με ποιητές που διαβάζουν τα ποιήματά τους, ενώ κάποτε από κάτω τρέχει και γραπτώς το κείμενο. Βέβαια, αυτή η λόγια ποίηση στην οποία είμαστε όλοι μαθημένοι, δεν μπορεί να υπερβεί το καταγωγικό της παράδοξο: να συντίθεται δηλαδή γραπτώς και να εκτίθεται προφορικώς! Γι’ αυτό πάντα −εγώ τουλάχιστον− θέλω να την βλέπω, στο χαρτί ή στην οθόνη.
Η πραγματική προφορικότητα της ποίησης ζει σήμερα στη σκηνή των ράπερ, μεγάλο μέρος της οποίας συντίθεται επί τόπου τη στιγμή της απαγγελίας, και θυμίζει εκπληκτικά, για να μείνουμε σε σχετικά σύγχρονες εποχές, τις αυτοσχέδιες απαγγελίες στις παραδοσιακές κοινωνίες, τα κοτσάκια λόγου χάριν, που συνέθεταν χαρισματικοί εκπρόσωποι της κοινότητας σε ποικίλες εορταστικές εκδηλώσεις. Αυτή η ποίηση φυσικά δεν έχει ανάγκη την ιδιωτικότητα, το αντίθετο μάλιστα. Η ιδιωτικότητα είναι το καταφύγιο ενός διχασμένου κόσμου που δεν μπορεί πια να είναι η παραδοσιακή κοινωνία ή το σώμα της Εκκλησίας και που δεν θέλει να είναι η κομμουνιστική κολλεκτίβα ή το ναζιστικό στρατόπεδο. Γι’ αυτό οι σύγχρονες δημοκρατικές και πλουραλιστικές κοινωνίες εμπιστεύονται την ιδιωτικότητα της ποίησης και μέσα από ποικίλους θεσμούς, με προεξάρχοντες εκείνους της κριτικής και της μελέτης, δηλαδή της Παιδείας, την ξανακάνουν με τον τρόπο τους δημόσια, διαφυλάσσοντας, όταν πράγματι τη σέβονται, την ιδιωτικότητά της.

Δανείζεστε τον τίτλο ενός ποιήματος σας από ένα τραγούδι του Donovan («To Susan on the West Coast waiting»), ο τουμπίστας Γιάννης Ζουγανέλης υπήρξε στενός φίλος και συνεργάτης σας, τελευταία μαθαίνουμε πως στα νιάτα σας υπήρξατε και τραγουδοποιός. Ποια η σχέση σας με τη μουσική εν γένει;

Η μουσική υπήρξε το μετεφηβικό μου όνειρο. Αγάπησα την κιθάρα και την σπούδασα λίγα χρόνια με τον Νίκο Χαμηλοθώρη. Η μουσική με βοήθησε να αντέξω τις πτυχιακές της Νομικής και για ένα διάστημα με βασάνισε σαν ένας ολοκληρωτικός προορισμός, πριν αποφασίσω να γραφτώ στη Φιλοσοφική. Χαίρομαι που η μουσική έγινε το ισόβιο όνειρο και η πράξη του νεανικού μου φίλου και σε πολλά συνοδοιπόρου Χάρη Βρόντου. Πριν εκδώσω το πρώτο μου ποιητικό βιβλίο, στο διάστημα 1965-1970, είχα «συνθέσει» περί τα πενήντα τραγούδια (σε ποιήματα άλλων και κάποια σε στίχους δικούς μου) για μένα και την παρέα μου. Δεν θα υπήρχε ίχνος τους, αν δεκαεφτά από αυτά δεν σωζόντουσαν σε μια ερασιτεχνική ηχογράφηση της δεκαετίας του ’70 από τον φίλο μου και θαυμαστή τους Νίκο Γεωργόπουλο! Τώρα, μετά τους υπολογιστές και το Nero, έχω φτιάξει για να παίζω μια δισκογραφική δωματίου, την Ασύμμετρες δράσεις Η μαύρη τρύπα* και τα χαρίζω στους φίλους και στα… παιδιά τους.
Αλλά να σας πω: κρύβονται πολλοί μουσικοί μέσα στους ανθρώπους των γραμμάτων και τους ποιητές. Εγώ είχα την τύχη να γνωρίσω τα τραγούδια του Άγγελου Καλογερόπουλου και του Χρίστου Δάλκου που είναι προσωπικοί μου φίλοι και συνεργάτες. Τα τραγούδια τους είναι πολύ όμορφα, γεμάτα αίσθημα και επιπλέον με τη σοφία της παράδοσης – κάτι που δεν το είχαν τα δικά μου, που κάπως αλληθώριζαν προς τον Donovan, που θυμηθήκατε… Τα τραγούδια του Χρίστου Δάλκου, ο οποίος έχει και μια μοναδική προσωπική φωνή, πάνω στο ποίημα «Τα πάθη της βροχής» της Κικής Δημουλά ή στο ποίημα που έγραψε ο Στέφανος Μπεκατώρος για τον θάνατο της μάνας του, είναι υπέροχες ελεγείες που δεν μπορώ ποτέ να τις ακούσω χωρίς να δακρύσω. Τα τελευταία χρόνια έμαθα πως κι ο Χρήστος Ντάντος, ένας γνήσιος και αξιόλογος ποιητής, είχε κι αυτός παλιότερα συνθέσει πολλά τραγούδια που κάποια στιγμή μου τα χάρισε. Πρόσφατα δε ανακάλυψα ότι και ο Ανδρέας Ρούσσης, του οποίου η ποιητική συλλογή Μαρτυρία και άλλα ποιήματα βγήκε το 2008 στο Πλανόδιον, είναι κι αυτός ένας ευαίσθητος και ποιοτικός έντεχνος συνθέτης με μια όμορφη ζεστή και αρρενωπή φωνή, όπως ανακάλυψα στο δίσκο του «Εγκόλπιο» που αγόρασα πρόσφατα! Όλοι τους είχαν ως κοινό −και καλά έκαναν− το ψώνιο του «περιθωρίου» και της «ανωνυμίας». Είναι τόσο άθλια η κεντρική σκηνή της βιομηχανίας του τραγουδιού!…
Από τον Χάρη Βρόντο γνώρισα τον Γιάννη Ζουγανέλη, έναν σπουδαίο τουμπίστα και εκπληκτικό άνθρωπο, του οποίου το τελευταίο έργο, κατ’ αντίθετη φορά προς τους ανθρώπους των γραμμάτων με τις μουσικές ευαισθησίες που προανέφερα, υπήρξε ένα λογοτεχνικό πεζό, ένα ιδιόμορφο αυτοβιογραφικό κείμενο, με αρετές που θα έπρεπε να ζηλεύουν αρκετοί πεζογράφοι! Με αυτούς, μαζί και με τον νεανικό φίλο, ποιητή και κριτικό, Κώστα Σοφιανό, ένα σπινθηροβόλο μυαλό και νευρώδες γράψιμο που τώρα χαραμίζεται στα κρατικά βραβεία, στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα συμπήξαμε την καλλιτεχνική συντροφιά της Νήσου, την ομάδα που θα πάντρευε την ποίηση με τη μουσική, και, αναπόσπαστα, με εκείνη την κριτική που θα έλεγε επιτέλους τα πράγματα με τ’ όνομά τους, και με την οποία είχαμε πάθος όλοι. Το εγχείρημα κράτησε μόλις τρία χρόνια (1983-5), σύντομο λόγω της εκρηκτικής ιδιοσυγκρασίας των συμμετεχόντων, αλλά δεν υπήρξε διόλου άγονο, κι ιδού ο απολογισμός: τρία τεύχη ενός έντονα παρεμβατικού περιοδικού κριτικής (Κριτική και Κείμενα) και τέσσερα τεύχη ενός ιδιόμορφου −μοναδικού ίσως στα νεοελληνικά γράμματα− μουσικο-ποιητικού έντυπου περιοδικού, το Νήσος – Μουσική και Ποίηση, που συνοδευόταν από μια κασέτα με έργα σύγχρονης σοβαρής μουσικής, συχνά σε πρωτότυπες ή σπάνιες εκτελέσεις και με ηχογραφημένες απαγγελίες Ελλήνων και ξένων ποιητών ειδικά για τη Νήσο – ενώ το έντυπο περιείχε τα κείμενα των απαγγελιών, σε δίγλωσση έκδοση όπου χρειαζόταν… Κοντά σ’ αυτά και μια σειρά από πολλές εκδηλώσεις με μουσικές εκτελέσεις και ποιητικές απαγγελίες σε αίθουσες πολιτισμού στο λεκανοπέδιο και στην επαρχία, καθώς και σε σχολεία.

Σε ποιο βαθμό νομίζετε πως καθορίστηκε η ποίησή σας από την έκθεση που υπέστη και από την κριτική που ασκήθηκε σε αυτήν;
Βρίσκονται πολλοί ημιαξιοποιημένοι στίχοι κρυμμένοι στα συρτάρια; Υπάρχει πιθανότητα να δούμε στο μέλλον νέα σας ποιητική συλλογή ή αποτελεί η εικοσάχρονη ποιητική σιωπή σας μια συνειδητή, συμβολική αποχή από την αιματοχυσία της ποιητικής γραφής;

Καθοριστική υπήρξε η ενθάρρυνση που είχα από τον Ρένο Αποστολίδη όταν το 1969-70 του έδειξα τα πρώτα αδημοσίευτα ποιητικά μου πονήματα. Ακολούθησε μια υπερβολικά γενναιόδωρη (έτσι το έβλεπα και τότε) ανθολόγησή μου στην περίφημη Ανθολογία του με έξι σελίδες το 1971, από την πρώτη εκδεδομένη πια ποιητική συλλογή μου και από ανέκδοτα της δεύτερης. Στα επόμενα χρόνια ακολούθησαν αρκετές άλλες (κι από αρκετούς) ενθαρρυντικές κρίσεις: έντυπες, επιστολιμαίες, προφορικές, ανθολογικές… Μια αρνητική επί της ουσίας (ή έστω αρνητική σε ουσιώδη) υπήρξε η κριτική του Κώστα Σοφιανού που δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα που μου έκανε το περιοδικό Εμβόλιμο το 1997. Αυτό ίσως που καθόρισε περισσότερο και από τις κρίσεις την ποίησή μου είναι η ανάπτυξη, με τον καιρό, ενός εσωτερικού αισθητικού κριτηρίου – ανάπτυξη που ωστόσο οφείλει πολλά και σε πολλούς.
Όσο για την πολυετή σιωπή, αυτή οφείλεται σε καθαρή… αμέλεια! Αμέλεια για την δική μου ποίηση, που την ελπίζω σφόδρα συγγνωστή, επειδή όλα αυτά τα χρόνια −του βιοπορισμού παρόντος− αντισταθμίστηκε από την εργώδη επιμέλεια της ποίησης των άλλων, Ελλήνων και ξένων (στην οποία διαρκώς παραχωρούσα την προτεραιότητα), στο περιοδικό πρωτίστως αλλά και στις εκδόσεις του… Μόνο η εργασία για την αναστήλωση του έργου του Άγγελου Σημηριώτη κράτησε τρία περίπου χρόνια! Παρούσα, λοιπόν, η ίδια αγάπη για την ποίηση, η ίδια πίστη και το ίδιο μεράκι – και ίσως σε δόσεις μεγαλύτερες, αφού εκδηλώνονταν σε προχωρημένα και λιγότερο ανέμελα χρόνια. Παρ’ όλα αυτά δεν εγκατέλειψα ποτέ τελείως τα δικά μου, όπως θα φανεί από την καινούργια, έβδομη, ποιητική μου συλλογή που θα κυκλοφορήσει μέσα στη φετινή χρονιά από τις εκδόσεις Ύψιλον. Όχι λοιπόν «σπάσιμο» σιωπής, γιατί αυτό γίνεται μόνο όταν έχει υπάρξει συνειδητή, εμπρόθετη σιωπή (που είναι μια υπέρτερη στάση, πιο δύσκολη και σημαίνουσα από την απόφαση του γραψίματος), αλλά συνέχιση δημοσίως της ποιητικής ομιλίας ξανά από τη δική μου τώρα φωνή.

Το Πλανόδιον κλείνει φέτος τα εικοσιτρία του χρόνια. Πόσο σταθερή είναι η σχέση του με το αναγνωστικό κοινό και κατά πόσο τα κίνητρα που το δημιούργησαν συμπίπτουν με τις σημερινές του προθέσεις;

Ποιο κοινό, μου ’ρχεται να ρωτήσω… Έχω ανακατευτεί στην έκδοση τεσσάρων περιοδικών και δεν σκέφτηκα ποτέ ούτε για μια στιγμή το κοινό. «Σταθερή αξία» μού το λέει ο Άγγελος Καλογερόπουλος, «μέγκλα» και «φιγουρίνι» με το ιδιόλεκτο της δεκαετίας του πενήντα ο Μπελεζίνης, αλλά εγώ ξέρω πως η μόνη σταθερή σχέση που έχει το Πλανόδιον είναι αυτή με τον εκδότη του. Αλλιώς δεν θα είχε κλείσει τα εικοστρία (που είναι και πολλά για τον μέσο όρο ζωής των περιοδικών του λήξαντος αιώνος). Και εάν έχει μερικές εκατοντάδες τακτικούς αναγνώστες και συνδρομητές που το στηρίζουν, και κάποιοι αποφάσισαν να γεράσουν μαζί του παρακολουθώντας το από το πρώτο τεύχος, αυτό, πιστεύω, οφείλεται πρωτίστως στο ότι βρήκαν στα ενδιαφέροντα ή στο ψώνιο του ανθρώπου που το εκδίδει κάτι που ουσιαστικά αφορά και ενδιαφέρει τους ίδιους. Αλλά και το Πλανόδιον είναι κάπως γενναιόδωρο, εάν σκεφτεί κανείς ότι, με την ευνοϊκή συγκατάθεση των ποιητών που εκδίδει, ένας συνδρομητής του από το 1990 έχει λάβει δωρεάν 66 εκδόσεις του…
Σχετικά τώρα με τα κίνητρα και τις προθέσεις, τα οποία έχω επανειλημμένως εκθέσει (και σήμερα μπορεί να τα δει κανείς στην ιστοσελίδα του ΕΚΕΒΙ όπου υπάρχει ολόκληρο το περιοδικό έως το τεύχος 42), δεν έχουν αλλάξει και παραμένουν τα ίδια. Εξάλλου εύκολα, νομίζω, μπορεί κάποιος να τα συναγάγει από οποιοδήποτε τεύχος πέσει στα χέρια του, επάνω στην ύλη του οποίου είναι εμμέσως αποτυπωμένα.

Με ποια κριτήρια επιλέγετε ποιήματα για το Πλανόδιον;
Δράτε ως μέντορας/επιμελητής;

Δρω ως κριτικός αναγνώστης και κατ’ ανάγκη ως επιμελητής, συχνά συζητώντας και λέγοντας την γνώμη μου, όπως θα την έλεγα και αν δεν έβγαζα περιοδικό σε κάποιον που θα μου τη ζητούσε. Δρω ως ο άλλος που είμαι και όχι ως «μέντορας», ως άνθρωπος δηλαδή που υποτίθεται ότι είναι καλύτερος από κάποιον άλλο και μπορεί ή θέλει να τον καθοδηγήσει. Συνειδητοποιώ ότι ο νέος που μου στέλνει σήμερα τα ποιήματά του, αύριο μπορεί να είναι μια σπουδαία αξία στα γράμματα, πολύ καλύτερος από μένα…
Ως προς τα κριτήρια επιλογής τώρα, θα πρέπει πρώτα να διακρίνω ανάμεσα στην επιλογή ποιημάτων και στην επιλογή προσώπων. Όταν επιλέγω το πρόσωπο, να ζητήσω δηλαδή συνεργασία από ένα ποιητή που σε γενικές γραμμές εκτιμώ τη δουλειά του, σημαίνει ότι ενδεχομένως θα δεχτώ και θα δημοσιεύσω ποιήματα που δεν είναι απολύτως του γούστου μου. Αλλά και πάλι δεν είναι σπάνιες οι φορές που «παζαρεύω» το υλικό, που ζητώ δηλαδή και κάποια άλλα ποιήματα, ή δημοσιεύω μέρος από αυτά που μου στέλνει. Όταν βρίσκομαι μπροστά στη δουλειά ενός νέου στα γράμματα, θα επιλέξω αυτά που θεωρώ περισσότερο επιτυχημένα και μου αρέσουν, ή αν διαισθάνομαι ότι ίσως υπάρχει κάτι αξιόλογο που εκείνη τη στιγμή δεν βλέπω μπροστά μου, θα του ζητήσω να μου στείλει και άλλα… Συχνά η πολύχρονη καλλιέργεια του αισθητηρίου εν συνδυασμώ προς την σε βάθος γνώση του χώρου, σε βοηθούν να εντοπίσεις ευκολότερα αυτό που σου αρέσει. Παρ’ όλα αυτά για ένα περιοδικό που θέλει να παρουσιάζει αρκετές σελίδες ποίησης σε κάθε του τεύχος, έστω και αν βγαίνει δύο φορές το χρόνο και δεν είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στην ποίηση, την ποιότητα την καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και το γενικότερο επίπεδο της ποίησης της εποχής. Τότε διολισθαίνει −το περιοδικό που θέλει να έχει άποψη− προς τη δυσάρεστη κατάσταση του καθρέφτη. Την επικίνδυνη αυτή τάση προσπαθώ να αντισταθμίσω με τα «Θέματα» του περιοδικού, δηλαδή τις εκτενείς μεταφραστικές εργασίες πάνω σε σημαντικούς ξένους ποιητές. Εδώ έχει γίνει στο Πλανόδιον εξαιρετική δουλειά: Λάρκιν, Μοντάλε, Ντάγκλας Νταν, Γκεόργκε, Τσέλαν, Ουίτμαν είναι μερικά από τα «Θέματα» αυτά.
Πάντως για να επανέλθω στις ποιητικές συνεργασίες, ακόμα και για τις καλές ή τις απλώς δημοσιεύσιμες, η προοπτική της δημοσίευσης γίνεται συν τω χρόνω δυσκολότερη, καθώς πληθαίνουν οι προτάσεις ενώ ο διαθέσιμος χώρος παραμένει ο ίδιος.

Καλλιεργείτε τη σχέση σας με τους ποιητές σε βάθος χρόνου;

Δεν καλλιεργώ σχέσεις. Οι σχέσεις προκύπτουν, και άλλες ευοδώνονται σε βάθος χρόνου, ενώ άλλες γίνονται μαντάρα, επειδή και εγώ όπως και πολλοί άλλοι θέλω να είμαι αυτός που είμαι και όχι αυτός που «πρέπει», και επειδή, ταυτόχρονα, μιας και δεν είσαι ο τέλειος, είναι αναπόφευκτο να κάνεις λάθη, όταν δοκιμάζεσαι συχνά με νέα πρόσωπα και από πάνω είσαι μύωψ, όπως εγώ, και στους χαρακτήρες… Πάντως παρόλη την φιλία και την αγάπη (πέραν της εκτίμησης) που τρέφω σε αρκετά πρόσωπα, προσπαθώ −τονίζω το «προσπαθώ»− η δουλειά στο περιοδικό να γίνεται επί τη βάσει αρχών, κι αυτό κάποτε γίνεται αμφίπλευρα δυσάρεστο…

Ποιος νιώθετε πως είναι ο ρόλος σας στο σύγχρονο λογοτεχνικό σκηνικό;

Ειλικρινά, δεν βλέπω στον εαυτό μου κανένα ρόλο, ούτε αντιλαμβάνομαι καν κανένα σύγχρονο λογοτεχνικό σκηνικό… Αυτά είναι πράγματα της εποχής που η λογοτεχνία, μαζί με το άγχος του συγχρονισμού, απέκτησε κοινό, μάρκετινγκ, πωλήσεις και εκδοτική γκλαμουριά, και ακούς λογοτέχνες να σου λένε το εξωφρενικό «το κοινό μου», λες και θα το πάρουνε πακέτο μαζί τους στον άλλο κόσμο, και σου κατεβάζουν κατά εξάδες τους επώνυμους μαϊντανούς στις χλιδάτες βιβλιοπαρουσιάσεις τους… Για φανταστείτε τον Σαχτούρη, τον Ελύτη, τον Τσίρκα, τον Χάκκα να σου πει «το κοινό μου»! Εγώ είμαι της εποχής της πλακέτας, της αυτοέκδοσης, και του δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε… Ακόμα και στους εκδότες που έχω πάει, που μου το πρότειναν δηλαδή και πήγα, δεν έχω ζητήσει σχεδόν ποτέ εκκαθάριση, ή όποτε μου κάνανε, έπαιρνα τα δικαιώματά μου σε βιβλία προκειμένου να τα χαρίσω… Τόσο καλά…
Όσο για τους ρόλους αυτοί είναι για εκείνους που βλέπουν τον εαυτό τους απ’ έξω (ο καθρέφτης του θεάματος βοηθάει) και γίνονται ασμένως οι δημοσιογράφοι του εαυτού τους. Ο πραγματικός καλλιτέχνης εάν σκεφτεί τον εαυτό του ως ρόλο, θα μοιάζει με εκείνον που προσπαθεί να σκεφτεί την ανάσα του όταν ανασαίνει ή το πόδι που θα πρέπει να βάλει πρώτο μπρος όταν περπατάει. Ο πραγματικός καλλιτέχνης θα σκάσει και θα γκρεμοτσακιστεί και θα του μείνει η λαμπερή φούσκα της αγοράς και των δημοσίων σχέσεων…

Δηλώνετε υπέρμαχος του «μικρού τύπου». Ποιά ελληνικά έντυπα που ενέπιπταν/εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία ξεχωρίζετε;

Επανειλημμένως έχω γράψει για τα θέματα του «Μικρού τύπου», και ελπίζω σύντομα να συγκεντρώσω τα σχετικά κείμενα σε ένα τόμο. Τον υπερασπίζομαι, γιατί αποτελεί μια όαση εκφραστικής ελευθερίας σ’ έναν κόσμο που δυναστεύεται από την πνευματική χειραγώγηση που ασκούν τα ΜΜΕ. Τώρα δε με το Διαδίκτυο έχει βρει τον παράδεισό του. Στον «Μικρό τύπο» ανήκουν όλα εκείνα τα εκδοτικά εγχειρήματα στα οποία δεν επικρατεί ο εμπορικός-κερδοσκοπικός σκοπός και των οποίων το ύφος και το περιεχόμενο είναι στενά συνυφασμένο με το πρόσωπο ή την ομάδα προσώπων που τα εκδίδουν. Στον σκληρό πυρήνα του ανήκουν εκείνα τα έντυπα που τελειώνουν μαζί με τον εκδότη τους ή, για να το πω αλλιώς, δεν μπορεί να τα συνεχίσει κάποιος άλλος χωρίς να αλλοιώσει ουσιωδώς τον χαρακτήρα τους, κάτι που δεν συμβαίνει με τις εμπορικές επιχειρήσεις. Κατά μία σχεδόν περίεργη και ευτυχή για το είδος ιστορική συγκυρία, ένας μεγάλος αριθμός λογοτεχνικών περιοδικών στη χώρα μας που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στά γράμματα, ξεκίνησε όχι από επαγγελματίες εκδότες αλλά από μεμονωμένα πρόσωπα, από ποιητές που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του ’70: Τράμ, Το δέντρο, Χάρτης, Η λέξη, Οδός Πανός, Γράμματα και Τέχνες, Ρεύματα, Δέκατα
Η αγάπη μου για τον «Μικρό τύπο» με κάνει εφεκτικό στις κρίσεις μου, υπό την έννοια ότι είμαι έτοιμος να υπερασπιστώ και ένα περιοδικό που το θεωρώ κακό ή δεν μ’ αρέσει με βάση το σκεπτικό ότι είναι προτιμότερο να υπάρχουν πολλά έστω και κακά ή μέτρια τέτοια περιοδικά παρά να μην υπάρχουν καθόλου. Γιατί στην έκδοση ένος τέτοιου «μικρού» περιοδικού θεωρώ σημαντικότερο το στοιχείο της απόφασης ενός προσώπου ή μιας ομάδας να εκφραστεί ιδίοις εξόδοις και αυτόνομα αψηφώντας τους νόμους της αγοράς. Εξάλλου, κανένας δεν μας υποχρεώνει να τα αγοράσουμε ή δεν μας εμποδίζει να τα κρίνουμε όσο θέλουμε αρνητικά. Ωστόσο, υπάρχουν και τα περιοδικά που με θέλγουν εξακολουθητικά: τα Παναθήναια του Μιχαηλίδη, ο Καλλιτέχνης του Βώκου, τα Ελληνικά Γράμματα του Μπαστιά αλλά και τα Νεοελληνικά Γράμματα του Φωτιάδη για να μείνω σε κάποια προπολεμικά. Και μετά τον πόλεμο, τα Νέα Ελληνικά του 1952 του Ηρακλή και του Ρένου Αποστολίδη, στο οποίο το Πλανόδιον χρωστάει τα περισσότερα, η Κριτική του Αναγνωστάκη, η Διαγώνιος του Χριστιανόπουλου. Εδώ θα πρέπει να προειδοποιήσω πως στις κρίσεις μου βαραίνει συχνά υπερβολικά και κάποτε σε βάρος του περιεχομένου η ατμόσφαιρα που μου δημιουργεί ένα περιοδικό και η τυποτεχνική του φροντίδα ή πρωτοτυπία. Έτσι από τα σύγχρονα ζήλεψα κυριολεκτικά Το Παραμιλητό του Παναγιωτόπουλου και τον Αλφειό του Κωνσταντόπουλου.
Απο τα περιοδικά τώρα που κυκλοφορούν θέλω να ξεχωρίσω τρία, αντιπροσωπευτικά και τα τρία στο είδος τους, προκειμένου να τα τοποθετήσω στις αλληλοαπομακρυνόμενες και αλληλοαποκλειόμενες κορυφές ενός νοητού ισόπλευρου τριγώνου: το Μπιλιέτο για την ιδιαίτερη και συνειδητά προσανατολισμένη καλλιτεχνική του ατμόσφαιρα εσωτερικού χώρου, τις Σημειώσεις για τον κλειστό, διανοητικό, πολιτικοποιημένο και σχεδόν αντικαλλιτεχνικό χαρακτήρα τους και τα Δέκατα για τον τρόπο τους τον φαντασμαγορικό, ανοιχτό και σχεδόν επιθετικό στα όρια της σύγχρονης αγοράς ενός λογοτεχνικού «τώρα». Όλα τα υπόλοιπα κινούνται στον ενδιάμεσο χώρο αυτού του τριγώνου, με φυσιογνωμία, το καθένα, που διαμορφώνεται από τους διαφορετικούς συνδυασμούς ή αποκλεισμούς δόσεων των τριών παραπάνω τάσεων και, φυσικά, από τις σημαίνουσες διαφοροποιήσεις που τα χαρακτηρίζουν ως προς την ποιότητα.

Πώς θα σχολιάζατε την σύγχρονη ποιητική παραγωγή; Σε τι βαθμό η σύγχρονη ποιητική παραγωγή συνδιαλέγεται επιτυχώς με τη σημερινή πραγματικότητα και τις επερχόμενες δυστοπίες; Μήπως αναμασά παρελθόντες τρόπους και θέματα;

Η σύγχρονη ποιητική παραγωγή τα έχει όλα: καλά, μέτρια, κακά. Ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που μπορούν πάντα να βρούν κάποια καλά πράγματα στην τρέχουσα ποίηση. Είναι αφόρητη η μεμψιμοιρία εκείνων (εννοώ ποιητών, και είναι πλήθος) που δεν βρίσκουν τίποτα καλό γύρω τους – εξαιρούν φυσικά τα δικά τους που είμαι σίγουρος πως τα θεωρούν σπουδαία και μοναδικά. Ωστόσο, η μάλλον αυτονόητη απάντησή μου δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουνε και γεγονότα στην ποίηση των ημερών μας: οι συγκεντρωτικές εκδόσεις των έργων του Αντώνη Ζέρβα, του Νίκου Λεβέντη, του Νίκου Παναγιωτόπουλου, του Δημήτρη Αρμάου, του Τάκη Παυλοστάθη, του Γιώργου Βέλτσου, του Ηλία Λάγιου, του Γιώργου Κοροπούλη συνιστούν μείζονες προκλήσεις και μας υποχρεώνουν να αντιληφθούμε, στις περισσότερες περιπτώσεις, πόσο άδικες, κοντόθωρες, βιαστικές και βλαπτικές υπήρξαν ανθολογίες και συνομαδώσεις από τριάντα έτη έως και σήμερα!… Σκόπιμα δεν θέλω εδώ να συμπεριλάβω ανάλογες συγκεντρώσεις από έργα προσώπων με ισχυρή παρουσία στην ποίηση, των οποίων ωστόσο η διαδρομή δεν υπήρξε αόρατη αυτές τις δεκαετίες…
Εάν λοιπόν στη σύγχρονη ποιητική παραγωγή συμπεριλάβουμε, καθώς οφείλουμε, και τα παραπάνω έργα, η απάντηση είναι «ναι» στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματός σας. Η σύγχρονη ποίηση συνεχίζει να συνδιαλέγεται με την πραγματικότητα και ανοίγει χώρο για την ίδια και γι’ αυτήν που έρχεται στο μέλλον, το οποίο θα μου επιτρέψετε να μην το βλέπω τόσο «δυστοπικό»… Υπάρχουν, αλήθεια, νέες, συνταρακτικές πραγματικότητες −φέρ’ ειπείν τα ζητήματα βιοηθικής− αδιανόητες στο παρελθόν, οι οποίες θέτουν νέες προκλήσεις στη μεγάλη λογοτεχνία. Αλλά και γι’ αυτές θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχει τεθεί ο προβληματισμός ήδη από την αρχαία λογοτεχνία με το θέμα της ανθρώπινης «ύβρεως»!…

‘Εχετε χαρακτηρίσει το διαδίκτυο «πνευματική ουτοπία της ώριμης ανθρωπότητας», αλλά έχετε εκφράσει και δυσπιστία ως προς «τη σεβαστική στάση όσων υφαίνουν τον διαδικτυακό πέπλο». Πόσο πιθανό είναι να δούμε σύντομα το Πλανόδιον σε ηλεκτρονική μορφή; Επισκέπτεστε συχνά ποιητικούς ιστοτόπους και ποιους;

Από το 1991 (εφ. «Η Καθημερινή», 23 Ιανουαρίου) τόνιζα τις συναρπαστικές δυνατότητες που άνοιγαν στον «Μικρό τύπο» τα ηλεκτρονικά Επιτραπέζια Εκδοτικά Συστήματα» (DTP), ενώ το 1995 σε ομιλία μου στο Ινστιτούτο Γκαίτε (7 Οκτωβρίου) υπογραμμίζοντας τη σημασία του Διαδικτύου κατέληγα: «Την τυπωμένη σελίδα άρχισε ήδη να την αντικαθιστά η ηλεκτρονική. Και ίσως, ακόμη, θα πρέπει να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι η τυπογραφία υπήρξε και αυτή ένα στάδιο για κάποιους αιώνες της ανθρώπινης επικοινωνίας. Το πολυτιμότερο στην ιστορία αυτή δεν είναι το χαρτί και το μελάνι. Όσο το ότι δεν θα υπάρχει εξουσία των ολίγων στο μήνυμα και ότι οι δύο πόλοι του μηνύματος θα παραμένουν ελεύθεροι και ανοιχτοί. Περί αυτού άλλωστε ο λόγος.» Ας μην ξεχνάμε πως τότε το Διαδίκτυο βρισκόταν στα σπάργανα. Μόλις το 1993 (30 Απριλίου) το CERN είχε αναγγείλει πως το WEB θα ήταν ελεύθερο για τον καθένα, χωρίς κάποια καταβολή αντιτίμου.
Από τότε κύλησε πολύ ψηφιακό νερό κάτω από τα ηλεκτρονικά γεφύρια και πολλοί άνθρωποι μετακόμισαν τα συμπράγκαλά τους στο Διαδίκτυο, μεταξύ αυτών και ουκ ολίγοι ψυχικώς ακαλαίσθητοι και ελειμματικοί, με τις αντίστοιχες δημόσιες πια εκδηλώσεις τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις το καλύτερο είναι να αγνοεί κανείς ανάλογες συμπεριφορές. Όπως έλεγα σε μια πρόσφατη συνέντευξή μου στο περιοδικό Δίφωνο (Ιανουάριος 2008) για το Διαδίκτυο, «η άναρχη φύση του συγχωρεί την υπερβολή, ευνοεί την κριτική και αποθαρρύνει την αστυνομία». Όταν όμως, όπως σ’ όλα τα πράγματα κάποια όρια ξεπερνιούνται, και με το δεδομένο ότι ο εικονικός ψηφιακός κόσμος δεν γίνεται από μόνος του διόλου λιγότερο ανθρώπινος ή απάνθρωπος από τον «πραγματικό», το καλύτερο είναι τις συμπεριφορές αυτές να τις εμπιστεύεται κανείς στους συμπολίτες του της Δικαιοσύνης, εξίσου κι αυτούς κατοίκους και πολίτες του Διαδικτύου.
Ένας από τους επόμενους στόχους του Πλανόδιου είναι και η εμφάνισή του στο Διαδίκτυο. Αλλά όχι άμεσος, μάλλον μεσοπρόθεσμος, επειδή η ήδη έντυπη παρουσία του θέτει ψηλά τον πήχυ. Πάντως οι προεργασίες έχουν πλέον αρχίσει και οι ιστοσελίδες που επισκέπτομαι πιο πολύ, καιρό τώρα, είναι οι αντίστοιχες λογοτεχνικών περιοδικών του αγγλοσαξωνικού ιστοχώρου, κυρίως, των οποίων −στις καλύτερες περιπτώσεις, που δεν είναι και λίγες− με εντυπωσίασε η φαντασία, η πρωτοτυπία, η καλαισθησία, η σοβαρότητα…

Αλήθεια, τι γίνεται με το αρχείο του Πλανόδιου; Ακούσαμε πως πρόσφατα το ψηφιοποιήσατε…

Μια από τις λιγότερο γνωστές ιστορίες του περιοδικού είναι η ύπαρξη και η συγκρότηση αυτού του αρχείου. Ευθύς εξαρχής από την ίδρυσή του, το 1986, είχα πλήρη συνείδηση της σημασίας τέτοιων αρχείων. Γι’ αυτό όχι μόνον φυλούσα προσεκτικά την αλληλογραφία (απαντούσα και απαντώ −αλλά δεν ξέρω ως πότε− σε όλες τις προτάσεις συνεργασίας) αλλά προχώρησα και σε μια ενέργεια ως προς την οποία δεν γνωρίζω αν υπάρχει ανάλογο προηγούμενο στην ιστορία παρόμοιων εκδοτικών εγχειρημάτων: κατάργησα το καλάθι αχρήστων! Όχι, φυσικά, ότι δημοσίευα τα πάντα, αλλά υπό την έννοια ότι κρατούσα στο αρχείο του περιοδικού τα πάντα, ακόμα και αυτά τα οποία για διάφορους λόγους απέρριπτα ή δεν δημοσίευα. Και αυτό με το σκεπτικό ότι η ταυτότητα ενός περιοδικού καθορίζεται όχι μόνον από αυτά που επιλέγει, αλλά και από αυτά τα οποία παραμερίζει. Πολύ θα ήθελα φερ’ ειπείν να ξέρω τί δεν έβαλαν στην ιστορία τους τα Νέα Γράμματα του Καραντώνη… Επίσης για πλήθος συνεργασίες, που δημοσιεύτηκαν ή όχι, συντηρήθηκε, μέσω των αντιγράφων της αλληλογραφίας του περιοδικού, ένα μικρό σκεπτικό που τις συνοδεύει…
Με τα χρόνια, το αρχείο αυτό άρχισε να παίρνει μεγάλες διαστάσεις, και ταυτόχρονα, να με καταλαμβάνει ο φόβος για την φυσική του ακεραιότητα, ύστερα, μάλιστα, από την πικρή εμπειρία της απώλειας του αρχείου της Νήσου, στις πλημμύρες της Κορίνθου τον Ιανουάριο του 1997. Γι’ αυτό δέκα χρόνια αργότερα, το 2007, πήρα την μεγάλη απόφαση, έβαλα βαθιά το χέρι στην τσέπη και προχώρησα στην ψηφιοποίησή του, συγχωνεύοντας σ’ αυτό και το προσωπικό μου αρχείο. Το αποτέλεσμα ήταν, ως το τέλος του 2008, 38100 αρχεία σε 195 φακέλους μεγέθους 38,4 GB, αποθηκευμένο για λόγους ασφαλείας στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα!
Μπροστά στα μεγέθη αυτά, και παρόλη την χαρά για την ασφαλή και πανεύκολη πρόσβαση, γεύτηκα, ταυτόχρονα, για πρώτη φορά και τη δυσάρεστη γεύση που μας δίνει η ήττα της προσωπικής μας μνήμης. Κι ένα ακόμη απόξενο συναίσθημα: όχι, το αρχείο αυτό, το τόσο πλούσιο σε ίχνη πλήθους ζώντων και τεθνεώτων, δεν ήταν πια δικό μου, ούτε μου ανήκε…

Πόσο σκόπιμη θεωρείτε την κατάταξη των ποιητών σε «γενιές»;
Ο Ευγένιος Αρανίτσης σε πρόσφατο άρθρο του χαρακτηρίζει τη γενιά του ’70, στην οποία κατατάσσεστε, ολόκληρη ως ένα μείζονα ποιητή που το έργο του θρυμματίστηκε σε ποικίλες επιρροές και ψηφίδες («ποτέ άλλοτε στην Ιστορία δε γράφτηκαν τόσες πολλές λαμπρές σελίδες από τόσους πολλούς ανθρώπους μέσα σε μια δεκαπενταετία»). Συμφωνείτε;

Η φράση του Αρανίτση, ωραία από μόνη της, εκτός από μια ορισμένη αλήθεια που διαθέτει (πολλοί άνθρωποι έχουν γράψει στην ίδια περίοδο όμορφα και διακριτά πράγματα), είναι και έξυπνη, επειδή λέει με καλό τρόπο αυτό που μερικούς θα τους δυσαρεστούσε: ότι δηλαδή δεν υπάρχουν μείζονες ποιητές στη γενιά του ’70.
Εγώ, όμως, συμφωνώντας κατ’ ουσίαν με τη φράση του Αρανίτση, θέλω να μείνω περισσότερο στο πρώτο σκέλος της ερώτησής σας. Είναι σκόπιμη η κατάταξη των ποιητών σε γενιές;… Υπάρχουν δύο (τουλάχιστον) προσεγγίσεις στο θέμα: η γραμματολογική και η αγωνιστική (ή καλύτερα αγωνιακή).
Η πρώτη προκύπτει ως μέλημα μιας επιστήμης, της Ιστορίας των Γραμμάτων ή της Γραμματολογίας, να εντοπίσει κοινούς μορφολογικούς, περιεχομενολογικούς ή άλλους φιλολογικού ενδιαφέροντος χαρακτήρες στους λογοτέχνες μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, χαρακτήρες τέτοιους που να τους διακρίνουν όχι μόνον από τους λογοτέχνες της αμέσως προηγούμενης ιστορικής περιόδου αλλά και της επόμενης. Τις γενιές αυτές κατασκευάζουν ως υποθέσεις οι φιλόλογοι, οι ιστορικοί των γραμμάτων ή οι κριτικοί, και απαιτούν μεγάλη, πλατιά και βαθιά εποπτεία της συγκεκριμένης περιόδου, καθώς και ικανή απόσταση από αυτή – απόσταση μίας τουλάχιστον γενεάς.
Η δεύτερη, η αγωνιστική ή αγωνιακή, προκύπτει κυρίως από τον αγώνα και την αγωνία μιας ομάδας λογοτεχνών να προβάλλουν και ει δυνατόν να επιβάλλουν την παρουσία τους στο λογοτεχνικό προσκήνιο. Προδίδει, ταυτόχρονα, έπαρση κατανοητή για το διαφορετικό που (θεωρούν πως) κομίζουν, πρωτίστως όμως γραμματολογική ανασφάλεια, ιδίως όταν χρονολογικώς συνυπάρχουν μείζονα λογοτεχνικά μεγέθη άλλων γενεών. Εδώ αυτουργοί είναι οι ίδιοι οι λογοτέχνες και οι κριτικοί που εμπιστεύονται την αξία τους (συνομίληκοί τους συνήθως), ενώ, χρονολογικώς, ο ορίζοντας συρρικνώνεται το πολύ σε μια δεκαετία. Έτσι βρισκόμαστε μπροστά στο σχεδόν κωμικό φαινόμενο να έχουμε γενιά του ’60, γενιά του ’70, γενιά του ’80, γενιά του ’90, μέχρι και γενιά του ’89 είδαμε, επειδή μερικοί ποιητές είχαν θεματικές που απηχούσαν τα γεγονότα τα οποία ακολούθησαν την κατάρρευση του ανατολικού συνασπισμού!
Τα αποτελέσματα αυτής της σπουδής δεν είναι μόνο ηθελημένες ή αθέλητες παραλείψεις και παραμορφώσεις που άνετα αναδεικνύει η άμπωτις του χρόνου, αλλά και παγίδευση απροαίρετη ενίων από τους ίδιους τους ποιητές της γενιάς, οι οποίοι εξελισσόμενοι συν τω χρόνω υπερέβησαν τα όριά της. Τι νόημα έχει σήμερα, σαράντα χρόνια μετά την εμφάνισή της, να πει κανείς ότι ο Αργύρης Χιόνης ή ο Γιάννης Βαρβέρης είναι ένας καλός ποιητής της γενιάς του ’70, όταν ήδη είναι (στη γλώσσα του) ένας καλός ποιητής της εποχής του ή του αιώνα του, αν θέλετε, ασχέτως γενιάς. Ή σε ποια γενιά να στριμώξουμε το εκρηκτικό ταλέντο του Ηλία Λάγιου; Ειλικρινά από μια μεριά θεωρώ τυχερούς ποιητές σαν τον Διονύση Καψάλη, τον Αντώνη Ζέρβα, τον Τάκη Παυλοστάθη, τον Νίκο Λεβέντη, τον Δημήτρη Αρμάο, που μολονότι όλοι τους πρωτοεμφανίστηκαν στη δεκαετία του ’70, δεν έγιναν αντιληπτοί μέσα από ανθολογίες και λοιπά ομαδικά συμφραζόμενα ως ποιητές αυτής της γενιάς, και μπορούν τώρα να κριθούν άνετα χωρίς ανάλογους περιορισμούς ως ποιητές της εποχής τους και της γλώσσας τους.

Ανακαλύψατε την ποίηση μέσα από τους μεταπολεμικούς ποιητές, με ποιους από αυτούς σας συνδέουν εκλεκτικές συγγένειες; Ποια επιρροή σάς άσκησαν οι προγενέστεροί τους;

Δεν θέλω να μιλήσω για «συγγένειες» ή «επιρροές», δεν θέλω να δω την ποίησή μου απ’ έξω, σαν τρίτος – πιθανόν και να μην μπορώ… Προτιμώ να τα αφήσω σε άλλους, των οποίων η ματιά παραμένει αναγκαστικά ανεπηρέαστη από την ψυχική αυτοβιογραφία του ποιητή. Πάρτε για παράδειγμα την έννοια της επιρροής. Άλλη η επιρροή στην ψυχική καλλιέργεια και την αναγνωστική εμπειρία και άλλη η επιρροή στο γράψιμο. Δεν συνδέονται κατ’ ανάγκην. Εγώ μπορώ να μιλήσω, αυτοβιογραφικά, μόνο για την πρώτη. Υπό την έννοια αυτή οι ποιητές που αγάπησα, με συγκίνησαν και, το κυριότερο, μου έδωσαν την αίσθηση ότι το ποιητικό γράψιμο γίνεται εφικτό, είναι οι ποιητές του μεταπολέμου. Ποιητές σαν τον Καρούζο, τον Κωσταβάρα, τον Λεοντάρη, τον Γκόρπα, τον Ιωάννου… Όταν βλέπεις ότι ο ποιητής του οποίου τα ποιήματα σε συγκινούν ζει δίπλα σου, δεν σου φαίνεται τόσο δύσκολο να περπατήσεις μαζί του… Από κει και πέρα ξετυλίγεις το δικό σου, αν το έχεις…

Ποια η σχέση σας με την ξένη ποίηση και πώς κρίνετε το ζήτημα της ποιητικής μετάφρασης;

Έχω διαβάσει πολλή ξένη ποίηση, κυρίως όμως από μετάφραση – κάτι που αποτελεί σπουδαίο περιορισμό προκειμένου να μιλήσει κανείς γι’ αυτήν αυθεντικά, υπό την έννοια ότι μπόρεσε να νιώσει όλη τη βεντάλια των αρωμάτων της… Νομίζω πως ελάχιστοι, μόνον οι πραγματικά δίγλωσσοι και ταυτόχρονα αμφίπλευρα γλωσσικά καλλιεργημένοι, έχουν αυτή τη χάρη. Το ζήτημα τώρα της ποιητικής μετάφρασης είναι άλλο πράγμα. Είναι το τί μπορείς να στήσεις στη γλώσσα σου ξεκινώντας από τα υλικά του πρωτότυπου. Εδώ δεν χρειάζεται να είσαι δίγλωσσος αλλά πρωτίστως ποιητής της γλώσσας σου. Αν και σύμφωνα με μια ορισμένη σχολή μετάφρασης δεν επιτρέπεται, εδώ το μεταφρασμένο θα μπορούσε να είναι καλύτερο και από το πρωτότυπο… Εκείνο όμως που ακούς συχνότερα είναι ένα απογοητευτικό «αυτό ήταν;…», και στις περισσότερες περιπτώσεις μπορεί για το συγκεκριμένο αίσθημα να μην φταίει ο ποιητής της αφετηρίας. Περιέχει εξάλλου πολύ αλήθεια ο αφορισμός που λέει ότι «ποίηση είναι αυτό που χάνεται στη μετάφραση»…

Ποιο/α από τα κινήματα του μοντερνισμού στην ποίηση πιστεύετε πως άντεξε/αν σε βάθος χρόνου και μπορούμε να ανιχνεύσουμε τον αντίκτυπό του σήμερα;

Ζούμε στα απόνερα του μοντερνιστικού κινήματος και στην επικράτηση μάλλον της μεταμοντερνιστικής αισθητικής συναίνεσης, η οποία με είχε οδηγήσει στη δεκαετία του ογδόντα να γράψω το παρακάτω μικρό ποίημα:

ΜΕΤΑ(ΤΟ)ΜΟΝΤΕΡΝΟ

Όταν ηκούσθη
Το ή τώρα ή ποτέ
Όλοι ποτέ εφώναξαν
Σκύβοντας τα κεφάλια τους ξανά
στις εργασίες των.

Όσο πιο ρηξικέλευθο ήταν το συγκεκριμένο μοντερνιστικό κίνημα τόσο πιο γρήγορα έφτανε στην εξάντλησή του: φουτουρισμός, βορτικισμός, ντανταϊσμός… Περισσότερο άντεξε ο υπερρεαλισμός, αλλά κι αυτός μετά τον πόλεμο εξαντλήθηκε σημαντικά. Σήμερα, στην συντριπτική πλειονότητα των ποιητικών εκδηλώσεων, παρατηρούμε μια γενικά ελευθερόστιχη ποίηση, όπου το εκκρεμές μετακινείται ήσυχα και κατά περίπτωση από τον συμβολισμό στον ρεαλισμό, με πινελιές υπερρεαλιστικών μεταφορών… Ωστόσο, το μοντερνιστικό «παιχνίδι» εξακολουθεί να παίζεται στο πώς ο ποιητής θα οργανώσει με τον περισσότερο προσωπικό τρόπο γνωστά από τον προηγούμενο αιώνα ποιητικά υλικά… Και φυσικά υπάρχουν αρκετά τέτοια αξιόλογα παραδείγματα, τα οποία εντούτοις δεν αντιλαμβανόμαστε πια ως «μοντερνιστικά». Για μένα οι πιο χτυπητές και ταυτόχρονα πετυχημένες μοντερνιστικές επιβιώσεις μετά τον πόλεμο είναι η ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, του Νίκου Καρούζου και της Κικής Δημουλά.

Ποιητικά βιβλία στα οποία επανέρχεστε συχνά και θα διασώζατε στη δική σας πνευματική Κιβωτό…

Ποιος είμαι εγώ για να κάνω «Κιβωτό» και να «διασώσω»;… Κι αυτοί που κάνουν «Κιβωτούς» για να «διασώσουν», για ποιους αλήθεια, και για πότε; Για την εποχή που θα έχει ξοφλήσει ο πλανήτης και κάποιες ανθρώπινες αποικίες θα ταξιδεύουν ποιος ξέρει για πού;… Ξέρετε τί χωράει από ελληνικά γράμματα σκληρός δίσκος ένα τέρρα; Τα πάντα από τον Όμηρο έως και την τελευταία συλλογή του Πλανόδιου και του Γαβριηλίδη! Δυστυχώς ή ευτυχώς, φίλοι μου, θα σωθούμε απαξάπαντες!
Εγώ, στον προσωπικό μου πλανήτη και για μένα, θα συνεχίσω να ξεφυλλίζω μεταξύ άλλων κάποιες σελίδες του Μήτσου Παπανικολάου, του Γκόρπα και του Καρούζου…

Εργάζεστε ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση. Ενθαρρύνετε τους μαθητές σας να προσεγγίσουν την ποίηση εκτός της αίθουσας και πώς;

Όλο το παιχνίδι παίζεται στην αίθουσα! Και τι παιχνίδι, αν σκεφτείς ότι στις σχολικές αίθουσες διακινούνται, μέσα από τις σελίδες των σχολικών βιβλίων, σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα ποιήματα όχι μόνον του Ρίτσου ή του Ελύτη αλλά και πολύ νεώτερων, του Κοντού, του Γκανά ή της Χριστοδούλου – αριθμοί αδιανόητοι για τις κανονικές πωλήσεις των αντίστοιχων βιβλίων τους από τα βιβλιοπωλεία… Όταν, λοιπόν, καταφέρουμε να προσεγγίσουν οι μαθητές την ποίηση εκεί, στη σχολική τάξη, και να συγκινηθούν από αυτή, τότε έχουμε ελπίδες να την αναζητήσουν και εκτός αιθούσης. Το πρόβλημα είναι πως όλα τα συμφραζόμενα της Εκπαίδευσης δρουν ενάντια στην προσέγγιση αυτή, γιατί η ποίηση εκλαμβάνεται ως ένα ακόμα μάθημα, με διδακτέα ύλη, εξετάσεις κ.λπ. Πολλά λοιπόν εξαρτώνται από τον εκπαιδευτικό, κι εγώ, όπως και άλλοι συνάδελφοι, δεν έχω κάνει λίγα. Θυμάμαι στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα, όταν δούλευα σε λύκειο της Δραπετσώνας, ότι, εκτός από τις απαγγελίες, διοργανώναμε στα διαλείμματα στις αυλές εκθέσεις ποιητικού βιβλίου, με πωλήσεις, ταυτόχρονα, σε χαμηλές τιμές που μας δίναν οι εκδότες, και πουλιόντουσαν −αν θέλετε το πιστεύετε− διακόσιες και τρακόσιες ποιητικές συλλογές και μάλιστα από ένα πλούσιο ρεπερτόριο (και νέων) φωνών!… Ήταν, βέβαια, και άλλη η εποχή. Υπήρχε ζήτηση του ποιητικού βιβλίου…

Κι οι μαθητές σάς δίνουν αφορμές να επαναπροσεγγίσετε την ποίηση μέσα από το δικό τους πρίσμα;

Αυτό είναι πράγματι κάτι το σπάνιο… Αυτό που όχι σπάνια μου συμβαίνει, είναι να δω εγώ, στην προσπάθειά μου να κάνω κοινωνήσιμο ένα ποίημα, πράγματα που δεν είχα πριν διόλου σκεφτεί για το ποίημα αυτό… Ή, «εξαίφνης», να ανακαλύψω δρόμους προσπέλασης σ’ αυτό οι οποίοι θα διευκολύναν την προσέγγισή του από τους μαθητές.

Ποιες ήταν οι προσδοκίες σας όταν προτείνατε τη δημιουργία ενός ποιητικού εργαστηρίου στο ίδρυμα «Τάκης Σινόπουλος» και κατά πόσο βλέπετε τους στόχους σας να πραγματοποιούνται;

Είμαι χαρούμενος γιατί την ιδέα μου αγκάλιασε αμέσως το Ίδρυμα και ανταποκρίθηκε στην πράξη. Ευτυχήσαμε και με τους συνεργάτες μας, τους υπεύθυνους των δύο ετών, την Τασούλα Καραγεωργίου και τον Κώστα Κουτσουρέλη. Η σκέψη μου ήταν πως η δράση του Ιδρύματος δεν θα έπρεπε να παραμένει στους ετήσιους κύκλους διαλέξεων και απαγγελιών, στις οποίες σπάνια έβλεπες ανθρώπους κάτω των εξήντα ή πενήντα ετών – και δεν είχε νόημα, όσο και να υπήρχε κάποιο δίκιο σ’ αυτό, να μεμφόμαστε τους νέους που δεν τις παρακολουθούσαν. Γενικότερα, πιστεύω πως οι διαλέξεις και αυτού του είδους οι απαγγελίες έχουν φάει πια τα ψωμιά τους… Το Ποιητικό Εργαστήρι, αντίθετα, μας έδινε την ευκαιρία να συνδεθούμε με αρκετούς νέους ανθρώπους και μάλιστα −το σημαντικότερο− να συνδεθούμε ουσιαστικά. Δηλαδή να εμπλακούμε. Εδώ δεν πρόκειται για διαλέξεις και απαγγελίες: έρχεσαι-ακούς-φεύγεις… Στο εργαστήρι πρέπει να δουλέψεις, να παρίστασαι επί δύο χρόνια κάθε βδομάδα τρεις ώρες. Να διαβάσεις, να γράψεις, να συζητήσεις, να κρίνεις, να κριθείς.
Το πρόγραμμα προχώρησε αρκετά καλά, και να, το περιοδικό που εκδίδετε, το «ακατανόμαστο Τεφλόν», όπως το λέω, με το πρώτο του μετά το μηδενικό πείραμα συνεκτικό και διακριτό τεύχος του, είναι μια έμμεση αλλά εύγλωττη απόδειξη της δουλειάς που έγινε στο Ίδρυμα. Φυσικά και υπάρχουν και άλλα πράγματα να γίνουν, και πρέπει να γίνουν. Περιμένουμε τώρα την ετήσια έκδοση του Εργαστηρίου, Τα τετράδια του Ελπήνορα. Στην εποχή του Διαδικτύου έχω ένα λόγο παραπάνω να υποστηρίζω την ανάγκη της έκδοσης ενός έντυπου περιοδικού στο οποίο να εμπλέκονται νέοι άνθρωποι. Η έντυπη περιοδική μορφή με την τυπογραφική τέχνη που την υποστηρίζει υπήρξε δύο αιώνες τώρα το όχημα μέσα από το οποίο γεννήθηκε και ανδρώθηκε η ποίηση στην Ελλάδα, και μάλιστα εκείνη η ποίηση που δεν είχε τα οικονομικά και κοινωνικά μέσα για μια αυτοδύναμη εκδοτική παρουσία του ίδιου του συγγραφέα. Και η παράδοση αυτή έχει μια πολύ πλούσια και όμορφη ιστορία. Ένα σοφό ποιητικό εργαστήρι είναι υποχρεωμένο να κρατήσει, έστω και για λόγους ιστορικούς, αυτόν τον λώρο ζωντανό.

Αποχαιρετήστε μας μ’ ένα ποίημά σας που σας εκφράζει στο τώρα.

ΚΟΡΙΝΝΑ, ΜΝΗΜΗ ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΩΝ

Υπάρχει γιατί υπάρχει το κενό
το ποίημα και ο στίχος ο βαθύς
Μ’ ανάδοχο τον Χρόνο
το ’χει βαφτίσει η Μούσα σ’ άδεια κολυμβήθρα
Κι αν βγει γερό όσο γερνά Νέα
Ανοίγματα στη σάρκα του θα φέρνει
για να χωρά και τον καινούργιο αναγνώστη
Γιατί αυτός
της ποίησης είναι ο σκοπός ο τελικός
Να καταστρέφει πάντα το Γνωστό
για να ανθίζει το καινούριο και το Άγνωστο
Και κάθε τι το Αυτονόητο να ντύνει
με την γυμνη ομορφιά του Ακατανόητου
Γι’ αυτό και πάντα ο στίχος ο πιο αυθεντικός
θα ’ναι κι ο πιο βαθιά κατεστραμμένος

Γιάννης Πατίλης
Σεπτέμβριος 2009

*Οι Ασύμμετρες δράσεις  Η μάυρη τρύπα υπερήφανα παρουσιάζουν:

01.«Κύνες καταβαΰζουσιν…». Διασκευή αποσπασμάτων του Ηρακλείτου & μουσική: Γιάννης Πατίλης. Τραγούδι: Αλέξανδρος Καψοκαβάδης. Παίζει το συγκρότημα «Ματ σε δύο υφέσεις».
Σύνθεση: 1965-1970.
Ζωντανή ηχογράφηση: 01-03-2003.

02. «Εσωτερικώς και Εξωτερικώς». Στίχοι: Γιάννης Πατίλης. Μουσική: Χρίστος Δάλκος. Τραγούδι, κιθάρα: Σταύρος Δάλκος.
Σύνθεση: 1965-1970.
Ζωντανή ηχογράφηση: 01-03-2003.

03. «Πέρασα με το κόκκινο τη διάβαση». Στίχοι: Βύρων Λεοντάρης. Μουσική: Γιάννης Πατίλης. Τραγούδι, κιθάρα: Δημήτρης Βαρελόπουλος.
Σύνθεση: 1965-1970.
Ζωντανή ηχογράφηση: 01-03-2003.

04. «Πέρασα με το κόκκινο τη διάβαση».
Στίχοι: Βύρων Λεοντάρης. Μουσική: Γιάννης Πατίλης. Τραγούδι, κιθάρα: Γιάννης Πατίλης.
Σύνθεση: 1965-1970.
Ηχογράφηση: μέσα δεκαετίας ’70.

05. «Γρίφοι λυμένοι και ξανά μπλεγμένοι…». Στίχοι: Βύρων Λεοντάρης. Μουσική: Γιάννης Πατίλης. Τραγούδι, κιθάρα: Γιάννης Πατίλης.
Σύνθεση: 1965-1970.
Ηχογράφηση: μέσα δεκαετίας ’70.

Advertisements

8 Σχόλια »

  1. Με συγκίνηση διάβασα απνευστί τη συνέντευξη του αγαπητού, θα τολμούσα να πώ εκ του μακρώθεν φίλου ολόπλευρου ποιητή Γιάννη, στο δημόσιο και ιδιωτικό λόγο του οποίου οφείλω μέγιστο μέρος της προσωπικής μου διαμόρφωσης. Εύστοχες και σταθμισμένες οι ερωτήσεις, κατορθώνουν να ανασκάψουν μια προσωπικότητα, ένα έργο, μια εποχή. Καθώς φαίνεται ο πλανόδιος Πατίλης βρίσκει καλούς συνοδοιπόρους και συνεχιστές στο πρόσωπό σας. Να είστε καλά!

    Σχόλιο από Αγαθοκλής Αζέλης — 28/03/2010 @ 11:23 μμ | Απάντηση

  2. Νομίζω πως η εφ’ όλης της συνέντευξη του Γιάννη Πατίλη δεν αφήνει τίποτα απ’ έξω, οπότε μπορούμε να πούμε πως θα μείνει κλασική εις τους αιώνες τους αιώνων. Για παράδειγμα, θυμίζει λίγο εκείνη του Ανδρέα ΅Εμπειρίκου στον Κ.Μπαστιά πριν από τον πόλεμο. Συγχαρητήρια στο Τεφλόν και στο Πλανόδιον. Φίλιππος Φιλίππου

    Σχόλιο από Φίλιππος Φιλίππου — 29/03/2010 @ 8:30 πμ | Απάντηση

  3. Ο Γιάννης Πατίλης είναι ντόμπρος και καθαρός άνθρωπος και λέει τα πράγματα με το όνομά τους χωρίς να κομπιάζει. Διάβασα και την τελευταία ποιητική συλλογή του (Ακτή Καλλιμασιώτη). Κι εκεί η ίδια ευθυβολία και απαράμιλλη σοφία του. Ξέρει να υπονομεύει τις βεβαιότητές μας και να μας ταρακουνάει.

    Σχόλιο από Κωστής Δανόπουλος — 31/03/2010 @ 9:15 μμ | Απάντηση

  4. Ο Γιάννης Πατίλης είναι ντόμπρος και καθαρός άνθρωπος και λέει τα πράγματα με το όνομά τους χωρίς να κομπιάζει.

    Υπάρχει κανείς που το αμφισβητεί;

    Γιατί το σχόλιο μοιάζει σαν υπογραφή συμπαράστασης σε κακόφημο του αστυνομικού δελτίου.

    Σχόλιο από Γιώργος Μίχος — 14/04/2010 @ 3:40 μμ | Απάντηση

  5. Η ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΛΑΪΟ

    Θα με βρίσκει πάντα στο σώμα της γυναίκας του
    καθώς βυθίζεται κι αγγίζει το βάθος του περάσματός μου.
    Μετά, γελώντας, θα σκέφτομαι πόσες φορές τον σκότωσα,
    γιατί με παίζει αυτό που ξέρω, από γυναίκα σε γυναίκα.
    Θα τον αποκαλώ ο γέρος και συγκατοικώντας πάντα
    στο σπίτι ή σε λογοτεχνικά περιοδικά με την αναγκαία
    ευπρέπεια της απώθησης: το να μην μάθουν τα παιδιά.
    Θα ματώνουν τα μάτια μου στο τέλος κάθε κύκλου
    μα η επανάληψη έχει μια γλύκα από χνούδι γυναικείας
    πλάτης μετά από έντονο οργασμό, αξίζει ο κόπος.
    Και θα μετράω, πόσο σκοτώνω, πόσο με σκοτώνουν
    εναλλάσοντας τους ρόλους στις ερχόμενες γενιές
    ως την τελική Αντιγόνη και τυφλός, με την αηδόνα
    από Κολωνού έως Κήτς να κελαηδάει την τρίλια της
    για μιαν ελπίδα αθανασίας μέσα από το θάνατο.
    Εκπλήρωση είναι να δίνεις το σώμα και τη νόηση
    σε υποταγή στον κύκλο χρόνου που ζητάει ο μύθος
    να γίνεις σπόρος που πεθαίνει στα μάτια των παιδιών
    σε άδεια σκηνικά που επίμονα γυρεύουν νέα σώματα.

    Δικό σας. ( Σας τσεκάρω…:)

    Ξεκολλήστε, πέντε ιστότοπους μανιπουλάρει ο περιοδικάριος
    με τα ίδια αποτελέσματα από άποψη επισκεψιμότητας.
    Τέτοια αδιαφορία για έναν τόσο καλό άνθρωπο είναι παράξενη.

    Σχόλιο από Γιώργος Μίχος — 14/04/2010 @ 3:44 μμ | Απάντηση

  6. Κατά την άποψή μου η συνέντευξη είναι στημένη. Ο κος Πατίλης, αποτελεί βασικό μέλος του ιδρύματος Σινοπούλου που σας χρηματοδοτεί. Ως εκ τούτου σας χρησιμοποιεί, επειδή είστε νέοι για την αυτοαθωώση του ως διαχειρηστή εξουσίας στη λογοτεχνία. Αμφιβάλλω αν του δώσατε τις ερωτήσεις γραπτά, γιατί γραπτά σας απάντησε. Η συνέντευξη είναι ξύλινου λόγου.

    Να μια ερώτηση που δεν του κάνατε: Πως γίνεται να δείχνει τόση ευαισθησία σε θέματα σαν την πρόσληψη του τελευταίου βιβλίου της κας Δημουλά από το περιοδικό του, και να σωπάινει όταν στο πλέον έγκριτο έντυπο της χώρας γίνεται καταγγελία για λογοτέχνη ότι κάνει λογοκλοπές;
    Διότι η δέσμευση και η ευιασθησία είναι γεγονότα τάξεως. Δεν μπορείς να κραυγάζεις για το ένα και να σωπάινεις για το άλλο. Η σιωπή είναι σημαίνουσα εδώ. Υπάρχει κάποιος ειδικός λόγος που ο κος Πατίλης σωπαίνει;

    Μια έρευνα στις εκδόσεις Νεφέλη, θα σας έδειχνε πιθανώς γιατί

    Αυτά για την ώρα. Ελπίζω να μην τα σβήσετε…;)

    Σχόλιο από Γιώργος Μίχος — 14/04/2010 @ 4:07 μμ | Απάντηση

    • Δεύτερο Ερώτημα: Ο κος Πατίλης, πριν το Πλανόδιον είχε από κοινού με άλλους το περιδικό Κριτική και Κείμενα. Από τη διάλυσή του και μόνο ο κος Πατίλης, γνωρίζει ότι το περιβάλον της λογοτεχνίας είναι συγκρουσιακό. Πώς χειρίστηκε και πως συνεχίζει να χειρίζεται τις συγκρούσεις που προκύπτουν μεταξύ των συνεργατών του περιοδικού του.
      Τί ρόλο παίζουν τα κατά περίπτωση πρόσωπα της οικογενείας του στις συγκρούσεις; Είναι οικογενειακή υπόθεση το Πλανόδιον;

      Ο κος Πατίλης, έχει στήσει ποτέ συνεργάτες του για να τους απομακρύνει στρέφοντας εναντίον τους άλλους συνεργάτες, σε συγκενρ΄ωσεις του περιοδικού εν απουσία τους;

      Σχόλιο από Γιώργος Μίχος — 14/04/2010 @ 6:15 μμ | Απάντηση

  7. Τρίτο Ερώτημα:Σας ενημέρωσε, ο αδέκαστος άνθρωπος, ότι κατά την άποψη του φίλου και συνεργάτη του Κώστα Σοφιανού, το ποιητικό του βιβλίο Ζεστό Μεσημέρι, είναι επηρεασμένο στα όρια της λογοκλοπής, από τη μετάφραση του βιβλίου του Φερνάντο Πεσσόα, τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέϊρο, στη μετάφραση του Φίλιπου Δρακονταειδή;

    Τέταρτο ερώτημα: Σας ενημέρωσε ότι ο στίχος του περί Ιαπωνίδος, με του οποίου την αναφορά, επιχειρεί να βρει χρήση για την ποίηση, είναι ή κρυπτομνησία ή καθαρή λογοκλοπή, από το βιβλίο του Κ.Π. Παναγιωτόπουλου Αποφταίγματα, που δημοσιεύτηκε οκτώ χρόνια πριν τη δική του δημοσίευση;

    Να τον χαιρομαστε, το δάσκαλό σας, τον ποιητάρα, και προπαντός, τον άνθρωπο του ήθους. Είναι κρίμα όμως να διακινείτε, ενώ ακόμα δεν βγήκατε από το αυγό, ένα τέτοιο βάρος. Μονάχα λύπηση μου προκαλείτε με τη συνεντευξιάρα σας.

    Σχόλιο από Γιώργος Μίχος — 14/04/2010 @ 6:31 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: