Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

01/02/2010

Takuboku Ishikawa-Peter Kropotkin-Shūsui Kōtoku

Filed under: Αφορμές,Τεύχος Δύο — kyokokishida @ 12:12 πμ

Το Τακουμπόκου δεν είναι το επώνυμο, αλλά το λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Χάτζιμεϊ(=αρχή) Ισικάουα, γιου βουδιστή ιερέα (ο πατέρας του ήταν μυστικά παντρεμένος με τη μητέρα του και είχε μαθητεύσει δίπλα σε μεγάλους δασκάλους της ιαπωνικής παραδοσιακής ποίησης). Τακουμπόκου σημαίνει τρυποκάρυδος στα κινέζικα (η αντίστοιχη ιαπωνική λέξη είναι kitsutsuki) και είναι το τελευταίο και οριστικό μιας σειράς ψευδωνύμων με τα οποία υπέγραφε τις δημοσιεύσεις του. [Η επιρροή της κινέζικης λογοτεχνίας στην ιαπωνική, κορεάτικη κλπ. υπήρξε παρόμοια με αυτή που είχαν τα λατινικά στην Ευρώπη, περισσότερα επ’ αυτού σε άλλη ανάρτηση]
Στο τεύχος #2 του Τεφλόν μπορείτε να διαβάσετε έξι τάνκα του Τακουμπόκου, καθώς και το ποίημα «Μια κουταλιά κακάο» από την «Ατελείωτη Συνομιλία», ποιητική ενότητα στο ημερολόγιό του γραμμένη με αφορμή την υπόθεση Κότοκου και επιρροές από την ανάγνωση των γραπτών του Πιότρ Κροπότκιν.
Στη σύντομη εισαγωγή μου στο συγκεκριμένο θέμα επικεντρώνω περισσότερο στην ιδιοσυγκρασία και το ποιητικό έργο του Τακουμπόκου, αλλά θα ήθελα εδώ να ξεδιπλώσω κυρίως το νήμα που συνδέει τα τρία πρόσωπα του τίτλου της ανάρτησης αυτής, μια πολύ καλή ευκαιρία να αναφερθούμε στο πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο της Ιαπωνίας των αρχών του προηγούμενου αιώνα.

Το έτος 1868 σηματοδοτεί το πέρασμα της Ιαπωνίας από την πρότερη φεουδαρχική διακυβέρνηση (επικράτειες-σογκουνάτα, όπου σόγκουν=στρατηγός) στην συνταγματική μοναρχία και την προσπάθεια ενός στενού κύκλου ισχυρών νεαρών αξιωματικών να μετατρέψουν τη μικρή, αποκομμένη και φτωχή σε πρώτες ύλες Ιαπωνία σε μια πλούσια και στρατιωτικά ισχυρή χώρα. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο προπαγανδίζεται έντονα η εθνική υπερηφάνεια, η ευπείθεια στον αυτοκράτορα και η προτεραιότητα των συμφερόντων του κράτους έναντι των ατομικών, παράλληλα με ένα εντατικό σχέδιο εκβιομηχάνισης της οικονομίας. Οι αγρότες εξαναγκάζονται να μετακινηθούν προς τα βιομηχανικά κέντρα μέσω επιβολής βαριάς φορολογίας της γης: πολλοί αδυνατούν να πληρώσουν, πουλούν τα χωράφια τους σε γαιοκτήμονες με δυσμενέστατους όρους και τελικώς τα εγκαταλείπουν αναζητώντας εργασία σε νεοσύστατες εμπορικές επιχειρήσεις, εργοστάσια, ναυπηγεία και ορυχεία.
Η νεοαναδυθείσα αυτή εργατική τάξη προσπαθεί να οργανωθεί σε συνδικάτα στα τέλη του 19ου αιώνα αλλά ανακόπτεται με συνοπτικές διαδικασίες από το κράτος, που το 1900 απαγορεύει κάθε είδους εργατικές οργανώσεις καθώς και απεργίες μέσω αστυνομικού νόμου για τη δημόσια τάξη.
Οι διαφωνούντες με το άνωθεν καθεστώς αρχικά στρέφονται σε δυτικές ιδεολογίες, όπως η σοσιαλδημοκρατία, θεωρώντας πως προσφέρουν πιο εναλλάκτικά και ανθρώπινα εκσυγχρονιστικά πρότυπα.
Ο δημοσιογράφος Σούσουι Κότοκου είναι ένας από αυτούς. Διατηρεί στήλη στην προοδευτική εφημερίδα της εποχής Καθημερινά Νέα αλλά παραιτείται όταν η εφημερίδα δηλώνει ανοιχτά υπέρ του ρωσοϊαπωνικού πολέμου και συνιδρύει με τον Σακάι Τοσιχίκο την Εφημερίδα του Κοινού Λαού. Οι δυο τους μεταφράζουν το 1904 για πρώτη φορά στα ιαπωνικά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο και το δημοσιεύουν στην εφημερίδα τους. Η κυβέρνηση απαγορεύει τη διάθεση του εν λόγω φύλλου και ο Κότοκου φυλακίζεται για πέντε μήνες. Στη φυλακή διαβάζει το Αγροί, Εργοστάσια, Εργαστήρια του Κροπότκιν και προβληματίζεται σχετικά με τη θέση του αυτοκράτορα στην ιαπωνική κοινωνία· όπως και το αντίστοιχο γερμανικό κόμμα που υπήρξε πρότυπό τους, οι Ιάπωνες σοσιαλδημοκράτες σιωπούν όσον αφορά τον αυτοκρατορικό θεσμό. Χαρακτηριστικά ο Κότοκου δηλώνει εξερχόμενος από τη φυλακή πως μπήκε μαρξιστής σοσιαλιστής και βγήκε ριζοσπάστης αναρχικός.
Το 1905 πάει για έξι μήνες στις ΗΠΑ για να μπορέσει από εκεί να ασκήσει ανεμπόδιστος κριτική στον αυτοκράτορα τον οποίο θεωρούσε ως τοποτηρητή του καπιταλισμού στην Ιαπωνία. Στο μακρύ υπερατλαντικό του ταξίδι διαβάζει το Ημερολόγια ενός Επαναστάτη του Κροπότκιν, με τον οποίο αρχίζει να αλληλογραφεί όταν φτάνει στην Αμερική. Εκεί έρχεται σε επαφή και με τους αναρχοσυνδικαλιστές από τους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου (IWW) αλλά και πιο εξτρεμιστικές ομάδες, όπως τους Σοσιαλιστές Επαναστάτες, που εναντιώνονται τον κοινοβουλευτισμό, και οι οποίοι το 1907, ανήμερα των γενεθλίων του Ιάπωνα αυτοκράτορα, εκδίδουν μπροσούρα με τίτλο Τρομοκρατία που τελειώνει με τις φράσεις: «Μουτσουχίτο, καημένε Μουτσουχίτο! Η ζωή σου όπου να ‘ναι θα λάβει τέλος. Οι βόμβες είναι παντού τριγύρω σου έτοιμες να εκραγούν. Σε αποχαιρετούμε.». Η είδηση της κυκλοφορίας της μπροσούρας φτάνει στην Ιαπωνία προκαλώντας αίσθηση στους αξιωματούχους, που θορυβούνται με την πρωτοφανή αυθάδεια να απευθυνεται κάποιος στον αυτοκράτορα με το μικρό του όνομα, μιλώντας μάλιστα για βόμβες.
Ο Κότοκου επιστρέφοντας στην Ιαπωνία το 1906 ξεκινά να μεταφράζει την Κατάκτηση του Ψωμιού του Κροπότκιν, την οποία ολοκληρώνει το 1909, τυπώνει σε χίλια αντίτυπα και μοιράζει παράνομα σε φοιτητές και εργάτες. Την ίδια χρονιά εκδίδεται και το αυτοβιογραφικό δοκίμιο περί ποιήσεως του Τακουμπόκου Ποιήματα προς Βρώσιν, σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένο από το παραπάνω βιβλίο.
Το όραμα του Κροπότκιν για μια ρώσικη κοινωνία βασισμένη στην κοινοκτημοσύνη, την αλληλοβοήθεια και την ελευθεριακή οργάνωση εμπνέει τον Κότοκου που βλέπει τις αγροτικές κοινότητες στην Ιαπωνία έτοιμες να οργανωθούν σε αναρχικές κομμούνες, καθώς οι συνθήκες παραγωγής του ρυζιού ήδη επιβάλλουν συνεργασία και αλληλεγγύη μεταξύ των αγροτών.
Ο Τακουμπόκου, πάλι, εμπνέεται από το αίτημα για τα απαραίτητα προς το ζειν που διατυπώνει ο Κροπότκιν στο βιβλίο και τίθεται υπέρ μιας ποίησης που θα ‘ναι ίδια κι απαράλλαχτη με τη ζωή, καθώς και απαραίτητη γι’ αυτήν, μιας ποίησης θρεπτικής και καίριας. Διαβάζουμε στο εν λόγω δοκίμιο:
«Ένας πραγματικός ποιητής πρέπει να διαθέτει αποφασιστικότητα πολιτικού για να αναμορφώσει τον εαυτό του ή να θέσει τη φιλοσοφία του σε πράξη. Προσήλωση επιχειρηματία για να επικεντρωθεί στη ζωή του. Ακόμη: καθαρό μυαλό επιστήμονα και ευθύτητα πρωτόγονου. Με αυτά τα χαρίσματα θα καταφέρει μια ειλικρινή και ατάραχη αναφορά στις αλλαγές του ψυχισμού του, καθώς αυτές συμβαίνουν από τη μία στιγμή στην άλλη, χωρίς ίχνος λεκτικών στολιδιών και μυθευμάτων.»
Έντονα προβληματισμένος από την ανάγκη για κοινωνικές αλλαγές στην Ιαπωνία ο Τακουμπόκου ασκεί δριμεία κριτική στα πρώιμα ρομαντικά ποιήματά του, καθώς τα θεωρεί ανίκανα να υπηρετήσουν αυτόν τον σκοπό.
Ο ποιητής μας παρακολουθεί την εισήγηση του αναρχοσυνδικαλισμού στη χώρα από τον Κότοκου και τις πρώτες απεργίες  να ξεσπούν σε ορυχεία και αλλού, παρά την απαγόρευση, αλλά και ένα καλά οργανωμένο σχέδιο κρατικής καταστολής των νέων ριζοσπαστικών ρευμάτων, οι υποστηρικτές των οποίων παρακολουθούνται, τραμπουκίζονται και φυλακίζονται.
Αν και οι περισσότεροι αναρχικοί ήταν υπέρ των ειρηνικών μέσων αγώνα, όπως η προπαγάνδα, υπήρξαν αρκετοί που στράφηκαν στην τρομοκρατία ως μέσο πραγμάτωσης της επανάστασης ή τουλάχιστον, ως μέσου χτυπήματος του κράτους και της εξουσίας. Η καταστολή σε βάρος εφημερίδων και οργανώσεων, όπως το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ιαπωνίας, καθώς και η επιβολή αστυνομικού καθεστώτος, ήταν οι κύριοι λόγοι που οδήγησαν στην ανάδυση αυτής της τάσης στην Ιαπωνία.
Ωστόσο, το μόνο γεγονός που συνέβη ήταν ότι 4 αναρχικοί συνελήφθησαν, κατόπιν παρακολούθησης, επειδή κατείχαν υλικό για την κατασκευή βομβών. Αν και δεν σημειώθηκαν βομβιστικές επιθέσεις, η κυβέρνηση, που περίμενε διακαώς από το τύπωμα εκείνο της μπροσούρας του 1907 για μια αφορμή, επιτέλους τη βρήκε. Τον Δεκέμβρη του 1910 συλαμβάνονται και προφυλακίζονται εκατοντάδες αναρχικοί και αριστεροί ως ύποπτοι σε μια κατασκευασμένη υπόθεση συνωμοσίας κατά της ζωής του αυτοκράτορα. Από αυτούς, μετά από μια κλειστή και κρατικά ελεγχόμενη δίκη, καταδικάζονται εικοσιέξι, από τους οποίους οι δώδεκα, συμπεριλαμβανομένου και του Σούσουι Κότοκου, απαγχονίζονται στις 24 Γενάρη 1911.
Ο Τακουμπόκου τους χαιρετίζει με το ποίημα που αναφέραμε στην αρχή, ενώ το αναρχικό ιαπωνικό κίνημα, δεδομένων των δυσχερέστατων για τους αναρχικούς συνθηκών μετά τα γεγονότα, περνά σε μια σύντομη περίοδο χειμερίας νάρκης.

πηγές: The anarchist movement in Japan, ACE-spunk.org
Modern Japanese poets and the nature of literature, Makoto Ueda

Το έτος 1868 σηματοδοτεί το πέρασμα της Ιαπωνίας από την πρότερη φεουδαρχική διακυβέρνηση (επικράτειες-σογκουνάτα, όπου σόγκουν=στρατηγός) στην συνταγματική

μοναρχία και την προσπάθεια ενός στενού κύκλου ισχυρών νεαρών αξιωματικών να μετατρέψουν τη μικρή, αποκομμένη και φτωχή σε πρώτες ύλες Ιαπωνία σε μια πλούσια

και στρατιωτικά ισχυρή χώρα. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο προπαγανδίζεται έντονα η εθνική υπερηφάνεια, η ευπείθεια στον αυτοκράτορα και η προτεραιότητα των

συμφερόντων του κράτους έναντι των ατομικών, παράλληλα με ένα εντατικό σχέδιο εκβιομηχάνισης της οικονομίας. Οι αγρότες εξαναγκάζονται να μετακινηθούν προς

τα βιομηχανικά κέντρα μέσω επιβολής βαριάς φορολογίας της γης: πολλοί αδυνατούν να πληρώσουν, πουλούν τα χωράφια τους σε γεωκτήμονες με δυσμενέστατους όρους

και τελικώς τα εγκαταλείπουν αναζητώντας εργασία σε νεοσύστατες εμπορικές επιχειρήσεις, εργοστάσια, ναυπηγεία και ορυχεία.
Η νεοαναδυθείσα αυτή εργατική τάξη προσπαθεί να οργανωθεί σε συνδικάτα στα τέλη του 19ου αιώνα αλλά ανακόπτεται με συνοπτικές διαδικασίες από το κράτος που

το 1900 απαγορεύει κάθε είδους εργατικές οργανώσεις καθώς και απεργίες μέσω αστυνομικού νόμου για τη δημόσια τάξη.
Οι διαφωνούντες με το άνωθεν καθεστώς αρχικά στρέφονται σε δυτικές ιδεολογίες όπως η σοσιαλδημοκρατία θεωρώντας πως προσφέρουν πιο εναλλάκτικά και ανθρώπινα

εκσυγχρονιστικά πρότυπα.
Ο δημοσιογράφος Σούσουι Κότοκου είναι ένας από αυτούς. Διατηρεί στήλη στην προοδευτική εφημερίδα της εποχής Καθημερινά Νέα αλλά παραιτείται όταν η εφημερίδα

δηλώνει ανοιχτά υπέρ του ρωσοιαπωνικού πολέμου και συνιδρύει με τον Σακάι Τοσιχίκο την Εφημερίδα του Κοινού Λαού. Οι δυο τους μεταφράζουν το 1904 για πρώτη

φορά στα ιαπωνικά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο και το δημοσιεύουν στην εφημερίδα τους. Η κυβέρνηση απαγορεύει τη διάθεση του εν λόγω φύλλου και ο κότοκου

φυλακίζεται για πέντε μήνες. Στη φυλακή διαβάζει το Αγροί, Εργοστάσια, Εργαστήρια του Κροπότκιν και προβληματίζεται σχετικά με τη θέση του αυτοκράτορα στην

ιαπωνική κοινωνία; όπως και το αντίστοιχο γερμανικό κόμμα που υπήρξε πρότυπό τους, οι Ιάπωνες σοσιαλδημοκράτες σιωπούν όσον αφορά τον αυτοκρατορικό θεσμό.

Χαρακτηριστικά ο Κότοκου δηλώνει εξερχόμενος από τη φυλακή πως «μπήκε μαρξιστής σοσιαλιστής και βγήκε ριζοσπάστης αναρχικός».
Το 1905 πάει για έξι μήνες στις ΗΠΑ για να μπορέσει από εκεί να ασκήσει ανεμπόδιστος κριτική στον αυτοκράτορα τον οποίο θεωρούσε ως τοποτηρητή του

καπιταλισμού στην Ιαπωνία. Στο μακρύ υπερατλαντικό του ταξίδι διαβάζει το Ημερολόγια ενός Επαναστάτη του Κροπότκιν, με τον οποίο αρχίζει να αλληλογραφεί όταν

φτάνει στην Αμερική. Εκεί έρχεται σε επαφή και με τους αναρχοσυνδικαλιστές από τους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου (IWW) αλλά και πιο εξτρεμιστικές ομάδες,

όπως τους Σοσιαλιστές Επαναστατες, που εναντιώνονται τον κοινοβουλευτισμό, και οι οποίοι το 1907 ανήμερα των γενεθλίων του Ιάπωνα αυτοκράτορα εκδίδουν

μπροσούρα με τίτλο Τρομοκρατία που τελειώνει με τις φράσεις: «Μουτσουχίτο, καημένε Μουτσουχίτο! Η ζωή σου όπου να ‘ναι θα λάβει τέλος. Οι βόμβες είναι παντού

τριγύρω σου έτοιμες να εκραγούν. Σε αποχαιρετούμε.». Η είδηση της κυκλοφορίας της μπροσούρας φτάνει στην Ιαπωνία προκαλώντας αίσθηση στους αξιωματούχους που

θορυβούνται με την πρωτοφανή αυθάδεια να απευθυνεται κάποιος στον αυτοκράτορα με το μικρό του όνομα μιλώντας μάλιστα για βόμβες.
Ο Κότοκου επιστρέφοντας στην Ιαπωνία το 1906 ξεκινά να μεταφράζει την «Κατάκτηση του Ψωμιού» του Κροπότκιν, την οποία ολοκληρώνει το 1909, τυπώνει σε χίλια

αντίτυπα και μοιράζει παράνομα σε φοιτητές και εργάτες. Την ίδια χρονιά εκδίδεται και το αυτοβιογραφικό δοκίμιο περί ποιήσεως του Τακουμπόκου «Ποιήματα προς

Βρώσιν», σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένο από το παραπάνω βιβλίο.
Το όραμα του Κροπότκιν για μια ρώσικη κοινωνία βασισμένη στην κοινοκτημοσύνη, την αλληλοβοήθεια και την ελευθεριακή οργάνωση εμπνέει τον Κότοκου που βλέπει

τις αγροτικές κοινότητες στην Ιαπωνία έτοιμες να οργανωθούν σε αναρχικές κομούνες, καθώς οι συνθήκες παραγωγής του ρυζιού ήδη επιβάλλουν συνεργασία και

αλληλεγγύη μεταξύ των αγροτών.
Ο Τακουμπόκου πάλι εμπνέεται από το αίτημα για τα απαραίτητα προς το ζειν που διατυπώνει ο Κροπότκιν στο βιβλίο και τίθεται υπέρ μιας ποίησης που θα ‘ναι

ίδια κι απαράλλαχτη με τη ζωή, καθώς και απαραίτητη γι’ αυτήν, μιας ποίησης θρεπτικής και καίριας. Διαβάζουμε στο εν λόγω δοκίμιο:
«Ένας πραγματικός ποιητής πρέπει να διαθέτει αποφασιστικότητα πολιτικού για να αναμορφώσει τον εαυτό του ή να θέσει τη φιλοσοφία του σε πράξη. Προσήλωση

επιχειρηματία για να επικεντρωθεί στη ζωή του. Ακόμη: καθαρό μυαλό επιστήμονα και ευθύτητα πρωτόγονου. Με αυτά τα χαρίσματα θα καταφέρει μια ειλικρινή και ατάραχη αναφορά στις αλλαγές του ψυχισμού του, καθώς αυτές συμβαίνουν από τη μία στιγμή στην άλλη, χωρίς ίχνος λεκτικών

στολιδιών και μυθευμάτων.»
Έντονα προβληματισμένος από την ανάγκη για κοινωνικές αλλαγές στην Ιαπωνία ο Τακουμπόκου ασκεί δριμεία κριτική στα πρώιμα ρομαντικά ποιήματά του, καθώς τα θεωρεί ανίκανα να υπηρετήσουν αυτόν τον σκοπό.
Ο ποιητής μας παρακολουθεί την εισήγηση του αναρχοσυνδικαλισμού στη χώρα από τον Κότοκου και τις πρώτες απεργίες  να ξεσπούν σε ορυχεία και αλλού, παρά την απαγόρευση, αλλά και ένα καλά οργανωμένο σχέδιο κρατικής καταστολής των νέων ριζοσπαστικών ρευμάτων, οι υποστηρικτές των οποίων παρακολουθούνται, τραμπουκίζονται και φυλακίζονται.
Αν και οι περισσότεροι αναρχικοί ήταν υπέρ των ειρηνικών μέσων αγώνα, όπως η προπαγάνδα, υπήρξαν αρκετοί που στράφηκαν στην τρομοκρατία ως μέσο πραγμάτωσης της επανάστασης και του αναρχικού κομμουνισμού ή τουλάχιστον ως μέσου χτυπήματος του κράτους και της εξουσίας. Η καταστολή σε βάρος εφημερίδων και οργανώσεων, όπως το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ιαπωνίας, καθώς και η επιβολή αστυνομικού καθεστώτος, ήταν οι κύριοι λόγοι που οδήγησαν στην ανάδυση αυτής της τάσης στην Ιαπωνία.
Ωστόσο, το μόνο γεγονός που συνέβη ήταν ότι 4 αναρχικοί συνελήφθησαν, κατόπιν παρακολούθησης, επειδή κατείχαν υλικό για την κατασκευή βομβών. Αν και δεν σημειώθηκαν βομβιστικές επιθέσεις, η κυβέρνηση είχε την αφορμή που περίμενε διακαώς από το τύπωμα εκείνο της μπροσούρας του 1907. Τον Δεκέμβρη του 1910 συλαμβάνονται και προφυλακίζονται εκατοντάδες αναρχικοί ως ύποπτοι σε μια κατασκευασμένη υπόθεση συνωμοσίας κατά της ζωής του αυτοκράτορα. Από αυτούς, μετά από μια κλειστή και κρατικά ελεγχόμενη δίκη, καταδικάζονται εικοσιέξι, από τους οποίους οι δώδεκα, συμπεριλαμβανομένου και του Κότοκου, απαγχονίζονται στις 24 Γενάρη 1911.
Ο Τακουμπόκου τους χαιρετίζει με το ποίημα που αναφέραμε στην αρχή, ενώ το αναρχικό ιαπωνικό κίνημα, μετά από αυτά τα γεγονότα και τις εξαιρετικά δύσκολες για τους αναρχικούς συνθήκες που έπονται, περνά σε μια σύντομη περίοδο χειμερίας νάρκης.Το έτος 1868 σηματοδοτεί το πέρασμα της Ιαπωνίας από την πρότερη φεουδαρχική διακυβέρνηση (επικράτειες-σογκουνάτα, όπου σόγκουν=στρατηγός) στην συνταγματική

μοναρχία και την προσπάθεια ενός στενού κύκλου ισχυρών νεαρών αξιωματικών να μετατρέψουν τη μικρή, αποκομμένη και φτωχή σε πρώτες ύλες Ιαπωνία σε μια πλούσια

και στρατιωτικά ισχυρή χώρα. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο προπαγανδίζεται έντονα η εθνική υπερηφάνεια, η ευπείθεια στον αυτοκράτορα και η προτεραιότητα των

συμφερόντων του κράτους έναντι των ατομικών, παράλληλα με ένα εντατικό σχέδιο εκβιομηχάνισης της οικονομίας. Οι αγρότες εξαναγκάζονται να μετακινηθούν προς

τα βιομηχανικά κέντρα μέσω επιβολής βαριάς φορολογίας της γης: πολλοί αδυνατούν να πληρώσουν, πουλούν τα χωράφια τους σε γεωκτήμονες με δυσμενέστατους όρους

και τελικώς τα εγκαταλείπουν αναζητώντας εργασία σε νεοσύστατες εμπορικές επιχειρήσεις, εργοστάσια, ναυπηγεία και ορυχεία.
Η νεοαναδυθείσα αυτή εργατική τάξη προσπαθεί να οργανωθεί σε συνδικάτα στα τέλη του 19ου αιώνα αλλά ανακόπτεται με συνοπτικές διαδικασίες από το κράτος που

το 1900 απαγορεύει κάθε είδους εργατικές οργανώσεις καθώς και απεργίες μέσω αστυνομικού νόμου για τη δημόσια τάξη.
Οι διαφωνούντες με το άνωθεν καθεστώς αρχικά στρέφονται σε δυτικές ιδεολογίες όπως η σοσιαλδημοκρατία θεωρώντας πως προσφέρουν πιο εναλλάκτικά και ανθρώπινα

εκσυγχρονιστικά πρότυπα.
Ο δημοσιογράφος Σούσουι Κότοκου είναι ένας από αυτούς. Διατηρεί στήλη στην προοδευτική εφημερίδα της εποχής Καθημερινά Νέα αλλά παραιτείται όταν η εφημερίδα

δηλώνει ανοιχτά υπέρ του ρωσοιαπωνικού πολέμου και συνιδρύει με τον Σακάι Τοσιχίκο την Εφημερίδα του Κοινού Λαού. Οι δυο τους μεταφράζουν το 1904 για πρώτη

φορά στα ιαπωνικά το Κομμουνιστικό Μανιφέστο και το δημοσιεύουν στην εφημερίδα τους. Η κυβέρνηση απαγορεύει τη διάθεση του εν λόγω φύλλου και ο κότοκου

φυλακίζεται για πέντε μήνες. Στη φυλακή διαβάζει το Αγροί, Εργοστάσια, Εργαστήρια του Κροπότκιν και προβληματίζεται σχετικά με τη θέση του αυτοκράτορα στην

ιαπωνική κοινωνία; όπως και το αντίστοιχο γερμανικό κόμμα που υπήρξε πρότυπό τους, οι Ιάπωνες σοσιαλδημοκράτες σιωπούν όσον αφορά τον αυτοκρατορικό θεσμό.

Χαρακτηριστικά ο Κότοκου δηλώνει εξερχόμενος από τη φυλακή πως «μπήκε μαρξιστής σοσιαλιστής και βγήκε ριζοσπάστης αναρχικός».
Το 1905 πάει για έξι μήνες στις ΗΠΑ για να μπορέσει από εκεί να ασκήσει ανεμπόδιστος κριτική στον αυτοκράτορα τον οποίο θεωρούσε ως τοποτηρητή του

καπιταλισμού στην Ιαπωνία. Στο μακρύ υπερατλαντικό του ταξίδι διαβάζει το Ημερολόγια ενός Επαναστάτη του Κροπότκιν, με τον οποίο αρχίζει να αλληλογραφεί όταν

φτάνει στην Αμερική. Εκεί έρχεται σε επαφή και με τους αναρχοσυνδικαλιστές από τους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου (IWW) αλλά και πιο εξτρεμιστικές ομάδες,

όπως τους Σοσιαλιστές Επαναστατες, που εναντιώνονται τον κοινοβουλευτισμό, και οι οποίοι το 1907 ανήμερα των γενεθλίων του Ιάπωνα αυτοκράτορα εκδίδουν

μπροσούρα με τίτλο Τρομοκρατία που τελειώνει με τις φράσεις: «Μουτσουχίτο, καημένε Μουτσουχίτο! Η ζωή σου όπου να ‘ναι θα λάβει τέλος. Οι βόμβες είναι παντού

τριγύρω σου έτοιμες να εκραγούν. Σε αποχαιρετούμε.». Η είδηση της κυκλοφορίας της μπροσούρας φτάνει στην Ιαπωνία προκαλώντας αίσθηση στους αξιωματούχους που

θορυβούνται με την πρωτοφανή αυθάδεια να απευθυνεται κάποιος στον αυτοκράτορα με το μικρό του όνομα μιλώντας μάλιστα για βόμβες.
Ο Κότοκου επιστρέφοντας στην Ιαπωνία το 1906 ξεκινά να μεταφράζει την «Κατάκτηση του Ψωμιού» του Κροπότκιν, την οποία ολοκληρώνει το 1909, τυπώνει σε χίλια

αντίτυπα και μοιράζει παράνομα σε φοιτητές και εργάτες. Την ίδια χρονιά εκδίδεται και το αυτοβιογραφικό δοκίμιο περί ποιήσεως του Τακουμπόκου «Ποιήματα προς

Βρώσιν», σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένο από το παραπάνω βιβλίο.
Το όραμα του Κροπότκιν για μια ρώσικη κοινωνία βασισμένη στην κοινοκτημοσύνη, την αλληλοβοήθεια και την ελευθεριακή οργάνωση εμπνέει τον Κότοκου που βλέπει

τις αγροτικές κοινότητες στην Ιαπωνία έτοιμες να οργανωθούν σε αναρχικές κομούνες, καθώς οι συνθήκες παραγωγής του ρυζιού ήδη επιβάλλουν συνεργασία και

αλληλεγγύη μεταξύ των αγροτών.
Ο Τακουμπόκου πάλι εμπνέεται από το αίτημα για τα απαραίτητα προς το ζειν που διατυπώνει ο Κροπότκιν στο βιβλίο και τίθεται υπέρ μιας ποίησης που θα ‘ναι

ίδια κι απαράλλαχτη με τη ζωή, καθώς και απαραίτητη γι’ αυτήν, μιας ποίησης θρεπτικής και καίριας. Διαβάζουμε στο εν λόγω δοκίμιο:
«Ένας πραγματικός ποιητής πρέπει να διαθέτει αποφασιστικότητα πολιτικού για να αναμορφώσει τον εαυτό του ή να θέσει τη φιλοσοφία του σε πράξη. Προσήλωση

επιχειρηματία για να επικεντρωθεί στη ζωή του. Ακόμη: καθαρό μυαλό επιστήμονα και ευθύτητα πρωτόγονου. Με αυτά τα χαρίσματα θα καταφέρει μια ειλικρινή και ατάραχη αναφορά στις αλλαγές του ψυχισμού του, καθώς αυτές συμβαίνουν από τη μία στιγμή στην άλλη, χωρίς ίχνος λεκτικών

στολιδιών και μυθευμάτων.»
Έντονα προβληματισμένος από την ανάγκη για κοινωνικές αλλαγές στην Ιαπωνία ο Τακουμπόκου ασκεί δριμεία κριτική στα πρώιμα ρομαντικά ποιήματά του, καθώς τα θεωρεί ανίκανα να υπηρετήσουν αυτόν τον σκοπό.
Ο ποιητής μας παρακολουθεί την εισήγηση του αναρχοσυνδικαλισμού στη χώρα από τον Κότοκου και τις πρώτες απεργίες  να ξεσπούν σε ορυχεία και αλλού, παρά την απαγόρευση, αλλά και ένα καλά οργανωμένο σχέδιο κρατικής καταστολής των νέων ριζοσπαστικών ρευμάτων, οι υποστηρικτές των οποίων παρακολουθούνται, τραμπουκίζονται και φυλακίζονται.
Αν και οι περισσότεροι αναρχικοί ήταν υπέρ των ειρηνικών μέσων αγώνα, όπως η προπαγάνδα, υπήρξαν αρκετοί που στράφηκαν στην τρομοκρατία ως μέσο πραγμάτωσης της επανάστασης και του αναρχικού κομμουνισμού ή τουλάχιστον ως μέσου χτυπήματος του κράτους και της εξουσίας. Η καταστολή σε βάρος εφημερίδων και οργανώσεων, όπως το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ιαπωνίας, καθώς και η επιβολή αστυνομικού καθεστώτος, ήταν οι κύριοι λόγοι που οδήγησαν στην ανάδυση αυτής της τάσης στην Ιαπωνία.
Ωστόσο, το μόνο γεγονός που συνέβη ήταν ότι 4 αναρχικοί συνελήφθησαν, κατόπιν παρακολούθησης, επειδή κατείχαν υλικό για την κατασκευή βομβών. Αν και δεν σημειώθηκαν βομβιστικές επιθέσεις, η κυβέρνηση είχε την αφορμή που περίμενε διακαώς από το τύπωμα εκείνο της μπροσούρας του 1907. Τον Δεκέμβρη του 1910 συλαμβάνονται και προφυλακίζονται εκατοντάδες αναρχικοί ως ύποπτοι σε μια κατασκευασμένη υπόθεση συνωμοσίας κατά της ζωής του αυτοκράτορα. Από αυτούς, μετά από μια κλειστή και κρατικά ελεγχόμενη δίκη, καταδικάζονται εικοσιέξι, από τους οποίους οι δώδεκα, συμπεριλαμβανομένου και του Κότοκου, απαγχονίζονται στις 24 Γενάρη 1911.
Ο Τακουμπόκου τους χαιρετίζει με το ποίημα που αναφέραμε στην αρχή, ενώ το αναρχικό ιαπωνικό κίνημα, μετά από αυτά τα γεγονότα και τις εξαιρετικά δύσκολες για τους αναρχικούς συνθήκες που έπονται, περνά σε μια σύντομη περίοδο χειμερίας νάρκης.

Advertisements

3 Σχόλια »

  1. Πολύ καλό το κείμενο! Να ‘στε καλά, παιδιά! Ελπίζω να συνεχίσετε με τους Ιάπωνες

    Σχόλιο από Τίμος — 02/02/2010 @ 12:02 μμ | Απάντηση

  2. Ένας από τους μεγαλύτερους Ιάπωνες ποιητές επηρεάστηκε από τα βιβλία του Κροπότκιν! Αντίθετα, το μόνο που διαβάζουν οι περισσότεροι ντόπιοι ποιητές είναι οι ετικέττες του σαμπουάν τους στα αγγλικά!

    Σχόλιο από Τουρίστρια — 02/02/2010 @ 1:46 μμ | Απάντηση

  3. Επιτέλους κάποιοι ασχολούνται και με το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γράφεται η ποίηση…

    Σχόλιο από γύρω-γύρω όλοι — 03/02/2010 @ 10:02 πμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: