Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

15/04/2010

Εμμανουήλ Λαμπρίδης, Ανέστη(ς Βλάχος)

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 12:59 μμ

Ήτανε Μεγάλη Πέμπτη, καλή μου. Απόγευμα προς μεσημέρι. Ο Ανέστης μας έκανε φιγούρα το νέο του ποδήλατο και στη μεγάλη στροφή μετα τον Αι Γιώργη έφαγε τα μούτρα του. Τα γόνατά του σκίστηκαν και το αίμα άρχισε να τρέχει. Ποτάμι και ύστερα λίμνη. Έβραζε το αίμα του.

Τρεις γριές με πανέρια γεμάτα αυγά έτρεξαν να επωφεληθούν. Γλυτώσαν τις χημικές βαφές. Η κυρα Τούλα είχε τα χέρια της βουτηγμένα στο αίμα. Μια νεοφερμένη Αλβανίδα που δεν ήξερε ακόμη ελληνικά της είπε, All you need is glove.
Ναι, αλλά τι θα γίνει με τα bloody suede shoes? απάντησε η κυρα Τούλα δείχνοντας τα πόδια της.

H μάνα του Ανέστη βγήκε ωρυόμενη στη δημοσιά φωνάζοντας, Χριστέ μου! το παιδί!

Ο Χριστός ούτε που γύρισε να κοιτάξει, ανέβαινε προς το Γολγοθά με το σταυρό στους ώμους του. Είπε μόνο, Εγώ ειμί ο αμνός του Θεού, ο αίρων τις αμαρτίες του κόσμου.

Είσαι τυχερός γιατί φέτος θα ψήσουμε κατσικάκι, του απάντησε αυτή.

Ο Χριστός είχε έρθει την Κυριακή των Βαϊων στο χωριό. Ήταν ισπανός και τον λέγανε Jesus. Ήταν από ένα Ίδρυμα που έκανε δωρεές σταυρούς σε απομακρυσμένα χωριά για να τονώσουν το θρησκευτικό μας αίσθημα. Toν συμπαθήσαμε αμέσως, ήταν ο μόνος που ήξερε για τη γλυκιά συμμορία. Δηλαδή εμένα, τον Ανέστη και τον Τάκη. Ονομαστήκαμε έτσι γιατί κλέβαμε συχνά σοκολάτες και γκοφρέτες από το μπακάλικο της κεντρικής πλατείας. Το προηγούμενο βράδυ ο Jesus μας είχε δει. Τον είχαμε πείσει να μη πει τίποτα και τον είχαμε δωροδοκήσει με μια γκοφρέτα. Ήταν τελικά ο αίρων τις αμαρτίες του κόσμου. Τουλάχιστον των δικών μας.

O πατέρας του Ανέστη που είδε το ατύχημα από την βεράντα με τα κιάλια του άρχιζε να ουρλιάζει, Τον Αντιχριστό σου μέσα! Θα στο πετάξω το ποδήλατο!

Ο Jesus πάγωσε, κοντοστάθηκε και κοίταξε με τρόμο προς την κατεύθυνση του ουρλιαχτού.
Δεν έδωσα πολύ σημασία γιατί σκεφτόμουν τον Ανέστη. Βρήκα όμως μια εξήγηση για τον τρόμο του Jesus την επομένη.

Μεγάλη Παρασκευή το απόγευμα παίζαμε μπέιζμπολ στο γήπεδο. Το γήπεδο του χωριού μας δεν ήταν συνηθισμένο. Είχε φτιαχτεί πάνω σε ένα λόφο, δίπλα στο Γολγοθά. Το σχέδιο ήταν να γίνει ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο αλλά δεν φτάσανε τα λεφτά για τις επιχωματώσεις και έμεινε στη μέση. Αντί για παραλληλόγραμμο βγήκε τρίγωνο. Δεν το χρησιμοποιούσαμε ώσπου ήρθε κάποιος ομογενής εξ Αμερικής και μας μύησε στο μπέιζμπολ. O Tάκης μάλιστα αποδείχθηκε ταλέντο στο εισαγόμενο άθλημα. Μεγάλη Παρασκευή λοιπόν. Είχε σουρουπώσει και όλο το χωριό είχε μαζευτεί στην εκκλησία, εμείς αργούσαμε αφού ο Ανέστης στην κυριολεξία δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του. Αυτή η καθυστέρηση όμως ήταν μοιραία. Κόψαμε δρόμο μέσα από το Γολγοθά και ξαφνικά ακούσαμε κλάματα πίσω από κάτι βάτα.

Η κλαιόμενη βάτος, είπε ο Ανέστης.

Πλησιάσαμε και είδαμε στο λιγοστό φως την φιγούρα του Jesus. Είχε μπλεχτεί μέσα στα αγκάθια και δεν μπορούσε να σκαρφαλώσει. Βγάλαμε όλοι τις ζώνες των παντελονιών μας και τον δέσαμε. Τον τραβήξαμε έξω. Στο κεφάλι του είχε σχηματιστεί ένα ακάνθινο στεφάνι από ξερά βάτα και στο μέτωπό του έτρεχαν σταγόνες αίματος. Αυτή η εικόνα, μου ήταν γνωστή. Είχε τρομάξει. Και ‘μεις.
Ξέσπασε σε αναφιλητά.

Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο μη ξέροντας τι να κάνουμε.

Ο Τάκης έκανε την σωστή κίνηση.Του έδωσε μια καβαντζωμένη κουκουρούκου. Ο Jesus δεν ήξερε αν έπρεπε να κλαίει ή να γελάει. Δεν χρειάστηκε να αποφασίσει. Μετά από λίγα λεπτά απόλυτης ησυχίας μας τα είπε όλα. Tω καιρώ εκείνο οι μεγαλύτερες εταιρίες κινητής τηλεφωνίας τρέχανε σε μια ξέφρενη κούρσα ανταγωνισμού για την πρωτιά στην ολοκληρωτική κάλυψη της ελληνικής επικράτειας. Είχαν φτάσει στο 99,98 %. Προσπαθούσαν να φτάσουν το 100%.Το 0,02 % ήταν το χωριό μας. Ο Γολγοθάς ήταν το ιδανικό σημείο αλλά άνηκε στην εκκλησία.

Ο Jesus μας εξήγησε τη κομπίνα με τις δωρεές των σταυρών, που στην πραγματικότητα ήταν κεραίες κινητής τηλεφωνίας. Ο Jesus είχε σχολή τεχνικών τηλεπικοινωνίας στην Βαλένθια αλλά τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά και του είχαν μείνει μόνο 12 μαθητές. Αναγκάστηκε να δουλέψει μυστικά και στις δύο ανταγωνίστριες εταιρίες, την Jesus Christ Communications (Cosmote) και την Jesus Antichrist Communications (Vodafone). Την Μεγάλη Πέμπτη έστησε, είπε, μεσημεριάτικα τo σταυρό-δωρεά της Cosmote και το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής έστησε, είπε, κρυφά το δεύτερο σταυρό για λογαριασμό της Vodafone. Στο κατέβασμα όμως του λόφου σκόνταψε, είπε, και έπεσε στο λάκο με τα βάτα. Τρόμαξε, είπε, τόσο που θεώρησε το πέσιμο θεία δίκη. Μέχρι που έφαγε την κουκουρούκου και συνήλθε.

Εγώ δεν είχα καταλάβει και πολλά, ο Ανέστης όμως που διάβαζε πάντα στις εφημερίδες τις καφέ σελίδες έπιασε μαζί του ολόκληρη κουβέντα.

Στην εκκλησία φτάσαμε αργοπορημένοι. Προλάβαμε το αι γενεαί πάσαι προς το τέλος αλλά το ακούσαμε ολόκληρο στο σπίτι από τους δικούς μας. Φυσικά σ αυτούς δεν είπαμε τίποτε που να προδώσει τον Jesus που δεν τον ξαναείδαμε ποτέ από εκείνο το βράδυ.

Την Κυριακή του Πάσχα οι δύο σταυροί του Jesus γίναν τρείς. Η Wind, είπε με σιγουριά ο Ανέστης.

Πράγματι λίγες μέρες αργότερα ακούστηκε πως αμέσως μετά την αναστάσιμη λειτουργία ο παπάς , ο νεωκόρος και ο εκκλησιαστικός επίτροπος ανέβασαν τον τρίτο σταυρό. Απευθείας ανάθεση. Από εκείνη την άνοιξη τα πράγματα ησύχασαν στο χωριό. Όλοι είχαν πια κινητά και τέρμα οι φωνές από ραχούλα σε ραχούλα.

Αυτό ήταν το πιο έντονο Πάσχα της ζωής μου. Έχω καιρό να δω τον Τάκη, μετά από δύο χρόνια πήγε στην Αμερική. Τα πήγε καλά, τώρα παίζει βασικός στους New York Yankees. Ο Ανέστης δουλεύει στο υπουργείο οικονομικών, ανώτερο στέλεχος. Κι εγώ… εγώ είμαι εδώ, δίπλα σου, καλή μου.

Η Λίνα έσκυψε το κεφάλι της στον ώμο μου.

Ζουζούνι, μού ψυθίρισε στο αυτί παίζοντας με τα μαλλιά μου, ώστε δεν ήταν το φετεινό Πάσχα το πιό έντονο της ζωής σου;

Χαμογέλασα, ήταν άνοιξη, έβαλα πέμπτη, ένοιωσα πως πετάω, πως ζουζουνίζω ανέμελα κυνηγώντας πεταλούδες, πάνω από καταπράσινους αγρούς, μικρούς αγροτικούς δρόμους , εθνικές οδούς και .. ΜΠΑΜ! ΣΠΛΑΣΣΣ!! Ξαφνικά δυο μάτια με κοιτάζαν μέσα από το παρμπρίζ, και γύρω μια κίτρινη ρόζ κηλίδα. Ήμουν το ζουζούνι ή ο οδηγός; Το θύμα ή ο θύτης, ο Χριστός ή ο Αντίχριστος; Οι υαλοκαθαριστήρες έτριξαν παρασύροντας τα υπολείμματα ενός ανέμελου ζουζουνιού. Στο βάθος φάνηκαν οι υψικάμινοι του Ασπρόπυργου.

Γυρίσαμε εξουθενωμένοι.
Ξαπλώσαμε νωρίς.
Με ρώτησε, θες να κάνουμε έρωτα;
Ναι, είπα.

Οι τεθλασμένες γραμμές γίναν καμπύλες και μέσα τους χωρέσαν ματωμένα γόνατα, Χριστοί και Αντίχριστοι, μπαλάκια του μπέιζμπολ, σταυροί και κεραίες, πεταλούδες και ζουζούνια, το είναι, το ίσως, το τότε, το τώρα, το μετά, το πάντα και δυο κουκουρούκου. Μια εκτυφλωτική λάμψη γέμισε το δωμάτιο. Έκλεισα τα μάτια και άρχισαν όλα να γκριζάρουν, ένα τέλειο fade to grey, λίγο πρίν το απόλυτο μαύρο άκουσα μια φωνή.

Ανέστη! Βλάχο.

Ήταν η Λίνα ή ήταν η ιδέα μου;
Την επομένη μάθαμε πως τα spreads εκτινάχθηκαν στις 460 μονάδες βάσης.
Εμείς δεν φταίγαμε γι αυτό.
Εμείς θέλαμε μόνο, να κάνουμε έρωτα.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: