Θανάσης Τριαρίδης, Ich bebe (Οι αμαξάδες πάντοτε μαστιγώνουν τ’ άλογα)

Ήσαν αυτοδίδακτος νιτσεϊστής, μα γερά διαβασμένος,
καταρτισμένος, όσο λίγοι – κι όχι χαμπερτζής
όπως οι περισσότεροι που τάχα θαύμαζαν τον Νίτσε.
Ίσως γι’ αυτό κάθε φορά που διάβαζε τις λεπτομέρειες
για κείνη τη στερνή δεκαετία του Δασκάλου, δυσανασχετούσε:
Ετούτα είναι για τις γυναικούλες που διαβάζουνε ρομάντζα, έλεγε,
για τις φτηνές φυλλάδες των δημοσιογράφων –
τι μπλέκουμε τις ιδέες και τη φιλοσοφία
με τις ανθρώπινες αδυναμίες, με τα κακά στερνά;

Έτσι και με κείνες τις αλλόκοτες κουβέντες του φθινοπώρου
του χίλια οχτακόσια ενενήντα δύο:
τότε που ο Νίτσε, στα χέρια της μητέρας πια,
όλο επέμενε να λέει Ich bebe
αντί να πει Ich liebe –
σείομαι, τρέμω, συνταράζομαι αντί για αγαπώ.
«Μπούρδες» απάντησε όταν τον ρώτησαν
δυό φίλοι που τη γνώμη του πολύ την εκτιμούσαν·
«αυτά δεν τα ‘γραψε ποτέ εκείνος,

Continue reading «Θανάσης Τριαρίδης, Ich bebe (Οι αμαξάδες πάντοτε μαστιγώνουν τ’ άλογα)»

Advertisements

Γιώργος Αλισάνογλου, Ύπνος-Ιλουστρασιόν Θεά

Αυτά τα αιχμηρά φωνήεντα των ιδεών σου/ που έχουν το σχήμα μακρινών κορυφογραμμών/ τα φουσκώνω μ’ ένα μακρόπνοο (σαν μπαλόνι) φύσημα για να ξεθυμάνουν.
Ένα μόνο (ααα!) ή ένα ακόμη (ωωω!) κοντά στην ανάσα σου την ώρα που κοιμάσαι (εεε!) κάνει το όνειρο ν’ ανθίζει πατώντας το FWD στο τηλεκοντρόλ του ύπνου/ και μετά -REC- καταγράφοντας τη σιωπή/ σαν χείλια πάνω σε χείλια σκύβω στο πλάι και σε φιλώ [(χ1000) (επιχείλιος)] και μετά κινούνται μαζί με τον βολβό κάτω από τα λυπημένα βλέφαρα/ χείλη που κινούνται στον ύπνο- κινούνται μέσα σε σάλια και φλέματα/ ακινητοποιούνται- σπρώχνουν απαλά- μέσα σ’ αυτούς τους ασημένιους/ αδιαπέραστους καθρέφτες (χιλιάδες κόκκινα 3D φιλιά) – η μόνη απόδειξη ότι κι αυτή τη νύχτα υπήρξες.
Φύλακες της βάρδιας γυμνωμένοι και σοφοί- προστάτες της εικόνας φυλάττουν την διαφάνεια σου/ κρατώντας κεριά λιωμένα στα χέρια/ οι φωτιστές του ύπνου- φορώντας εκλεκτές γούνες από τρίχωμα αυγής-
Κι εγώ αγαπημένη μου Θεά- να προσμένω νύχτες αμέτρητες στο πλάι σου -αόρατος (ή σχεδόν) μόλις το στόμα σου ανοίξεις να κλέψω βιαστικά δυο φιλιά/ τις φωνές σου όπως αναβλύζουν κτηνώδεις/ μαγικές και ίσως μια κραυγή σου- ένα μάτσο λέξεις για να ντελαλήσω στο σύμπαν την αλχημεία σου- αύριο_

Continue reading «Γιώργος Αλισάνογλου, Ύπνος-Ιλουστρασιόν Θεά»

Ζάφοντ Ρέπλικαντ, Αν σε ζορίζει άσε το

Γράφει σε κάποιο ποίημα ο Ζαν Μορεάς, «αφού όλα γίνονται μονάχα για να δίνουν στα ποιήματά σου μια αφορμή!» και απευθύνεται μεταξύ άλλων στον εαυτό του, μιλώντας έτσι γενικά, για τον κόσμο. Εντάξει, μοιάζει σαν κάποιος χαζούλης ορισμός της ομφαλοσκόπησης, ας πούμε, αλλά μοιάζει κι αλλιώς. Μοιάζει και με μια δικαιολογία για γράψιμο. Η «ζωή το σύμπαν και τα πάντα» δεν έχουν σκοπό, δεν τείνουν κάπου, η ενδελέχειά τους είναι ακριβώς το αντίθετο από κάτι ευχάριστα κατανοητό, όθεν, το να γράφεις, φιλοσοφώντας περι διαγραμμάτου και περί των ανωτέρω, είναι κάτι σαν σκοπός. Εγώ πάντως περνάω καλά, κάνοντας κάτι σχετικό, και όπως έγραφε και ο Μπουκόφσκι προς νέους ποιητάς, αν σε ζορίζει άσε το καλύτερα, κι αν με αγωνία περιμένεις να το διαβάσουν και να σου πουν τη γνώμη τους προκειμένου να διαμορφώσεις και την δική σου, άσε το καλύτερα.
Μου αρέσει το στυλ «ας υποθέσουμε» του Καρυωτάκη, στο ποίημα με τον εύστοχο τίτλο «αισιοδοξία», είναι το ίδιο στυλ με του Νικολαΐδη, άντε του πρωταγωνιστή του, στα «γουρούνια» του, που συναναστρεφόταν κατ εξοχήν με πεθαμένους της αρεσκείας του. Ήταν εκείνο το ραντεβού με την Ρίτα Χέηγουορθ, στο σπίτι της στον λόφο με τα φοινικόδεντρα. Οι μεγάλες τζαμαρίες στο σαλόνι άφηναν να φαίνεται ο έξοχος κήπος με τα δέντρα μέσα στην θύελλα, και ο λεγάμενος ονειρευόταν ολημερίς το ραντεβού, σε στυλ «ας υποθέσουμε», και η Ρίτα είχε διώξει το υπηρετικό προσωπικό και όλα ήταν στην εντέλεια. «Ας υποθέσουμε», λοιπόν, «πως είμαστε εκεί πέρα, σε χώρες του βορρά, για να μας δεχτεί κάποια λαίδη τρυφερά, έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα».