Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

31/05/2010

Θανάσης Τριαρίδης, Ich bebe (Οι αμαξάδες πάντοτε μαστιγώνουν τ’ άλογα)

Filed under: Θραύσματα — kyokokishida @ 6:55 μμ

Ήσαν αυτοδίδακτος νιτσεϊστής, μα γερά διαβασμένος,
καταρτισμένος, όσο λίγοι – κι όχι χαμπερτζής
όπως οι περισσότεροι που τάχα θαύμαζαν τον Νίτσε.
Ίσως γι’ αυτό κάθε φορά που διάβαζε τις λεπτομέρειες
για κείνη τη στερνή δεκαετία του Δασκάλου, δυσανασχετούσε:
Ετούτα είναι για τις γυναικούλες που διαβάζουνε ρομάντζα, έλεγε,
για τις φτηνές φυλλάδες των δημοσιογράφων –
τι μπλέκουμε τις ιδέες και τη φιλοσοφία
με τις ανθρώπινες αδυναμίες, με τα κακά στερνά;

Έτσι και με κείνες τις αλλόκοτες κουβέντες του φθινοπώρου
του χίλια οχτακόσια ενενήντα δύο:
τότε που ο Νίτσε, στα χέρια της μητέρας πια,
όλο επέμενε να λέει Ich bebe
αντί να πει Ich liebe –
σείομαι, τρέμω, συνταράζομαι αντί για αγαπώ.
«Μπούρδες» απάντησε όταν τον ρώτησαν
δυό φίλοι που τη γνώμη του πολύ την εκτιμούσαν·
«αυτά δεν τα ‘γραψε ποτέ εκείνος,

αυτά τα λέει μια μικρονοϊκή γυναικούλα στα γράμματά της –
δεν θα χορέψω τον σαχλό χορό της.
Εγώ διαβάζω τα βιβλία· τ’ αγκαλιάσματα με τα άλογα
και τα υπόλοιπα κάνουν μονάχα για τ’ ανέκδοτα –
εξάλλου οι αμαξάδες πάντοτε μαστίγωναν τ’ άλογά τους…»
Τέτοια, λοιπόν, ο αυτοδίδακτος νιτσεϊστής μας:
περνούσε τη ζωή του παλεύοντας να ζυγώσει το λυκόφως
(όχι, δεν ήταν ποιητής ή κάτι τέτοιο:
τα πρωινά μόνιμος διοικητικός υπάλληλος σε μια δημόσια υπηρεσία,
τις άλλες ώρες μονάχα ένας «ερασιτέχνης της κορυφογραμμής» –
αυτό δεν δίδαξε κι ο Δάσκαλος;)
Με τον καιρό όλο και περισσότερο σιγουρευόταν
πως τ’ αγκαλιάσματα με τα άλογα δεν τον αφορούσαν·
α, το λυκόφως, έλεγε, δεν είναι φυγή – είναι κάτι άλλο.
Κι όταν έβλεπε τη Σφαγή των Nηπίων του Τζιότο, τα ίδια –
κι όταν διάβαζε για τις καμινάδες του Άουσβιτς, πάλι τα ίδια.
Και τ’ απογεύματα πάντοτε έπαιρνε στα χέρια του
τον χιλιοδιαβασμένο Ζαρατούστρα και περίμενε,
καθώς ό,τι γίνεται είναι να γίνει.

Ένα χειμωνιάτικο πρωινό
–για χρόνια σηκώνονταν πολύ πριν απ’ το χάραμα–
μια βαριά αποπνικτική μυρωδιά τον χτύπησε στα ρουθούνια.
Κατέβηκε με τον φακό στο υπόγειο της οικοδομής·
η αποφορά τον οδήγησε σε μια παροπλισμένη αποθήκη
πλάι στο κλιμακοστάσιο – κανείς δεν την χρησιμοποιούσε εδώ και χρόνια.
Εκεί τον βρήκε, σκεπασμένον με κάποιο πατάκι εισόδου:
βρομερά γένια, ρούχα ρακοσυλλέκτη,
καμιά πενηνταριά χρονών, κάμποσες μέρες πεθαμένος,
θα ‘χε παγώσει με τον μεγάλο τον χιονιά πριν μια βδομάδα.
Σκύβοντας φώτισε κάπως καλύτερα
(με το ένα χέρι κρατούσε τον φακό και με το άλλο έκλεινε τη μύτη του):
στον κόρφο του κρατούσε ένα μισοφαγωμένο καρβέλι,
ολόξερο πια, μαύρο από τη μούχλα.

Τότε το ένιωσε –
τον διαπέρασε σαν αστραπή μέσα στη νύχτα:
ο Δάσκαλός του δεν ήταν πια δάσκαλος
κι ούτε υπάρχει Αιώνια Επιστροφή –
α, ό,τι γίνεται, γίνεται τώρα.
Μονομιάς όρμησε πάνω στο σώμα που μύριζε,
γιατί εκείνο ήταν τώρα το λυκόφως του.

Οι γείτονες τον βρήκανε αγκαλιασμένον με το πτώμα,
να κρατάνε μαζί το μισοφαγωμένο το ψωμί·
δυο ή τρεις ξέρασαν από τη μυρωδιά – οι άλλοι
κάνανε τον σταυρό τους και φωνάξαν ασθενοφόρο πάραυτα.
Φυσικά χρειάστηκε ηρεμιστική ένεση –
αλλιώς δεν γινότανε να τον ξεκολλήσουν,
μήτε και να του πάρουνε από τα χέρια το καρβέλι.
Ο νεαρός γιατρός ήταν πρωτάρης και σχολαστικός:
στο βιβλίο συμβάντων έγραψε πως ο ασθενής επαναλάμβανε επίμονα
δυο ξένες λέξεις, ίσως γερμανικές.

[Ich bebe, 2007]
Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: