Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

23/06/2010

Γιώργος Λαμπράκος, Μπρούμυτα

Filed under: Αφορμές,Τεύχος Τρία — kyokokishida @ 9:42 μμ
Ύστερα από τη δολοφονία που είχε συγκλονίσει τον τόπο δίνοντας σε κακοποιά και καλοποιά στοιχεία την άδεια να κάνει έκαστο του κεφαλιού του, η τάξη, προς λύπη αριστερών και αστυνομικών που αμιλλούνταν χύνοντας αίμα για το ποιος έχει τις πιο πολλές αρχές και ποιος τις τηρεί πιο απαρέγκλιτα, είχε επανεδραιωθεί, οπότε πολλοί υπεύθυνοι και ανεύθυνοι, έχοντας ελευθερωθεί από εξωτερικά και εσωτερικά δεσμά, επέστρεψαν στην Αθήνα από όπου κι αν βρίσκονταν, κι ανάμεσά τους ο αναρχικός Γιώργος Κουκούλας.
Ήταν τριάντα δύο ετών, ψηλός, ασπριδερός, αποφασισμένος να βάλει τέλος στη μοδάτη αξύριστη φάτσα του, χωρίς συνάμα να μπορεί να βάλει τέλος στις αρχές μιας ντεμοντέ στιλπνής καράφλας. Το πρόσωπό του δεν το φώτιζε καμία χαρά, όσο για το βλέμμα του, σελάγιζε ωχροπράσινους κεραυνούς· το στόμα του, εντούτοις, αποτελούνταν από δύο γλυκά βερμιγιόν χείλη.  
Αυτός ο άνθρωπος, που έφυγε όταν ξέφυγε η κοινωνική κατάσταση φοβούμενος ότι οι μεν θα τον κατηγορούσαν για πράγματα που είχε κάνει, οι δε για πράγματα που δεν είχε κάνει, είχε ερωτευτεί, αλλά αναγκάστηκε να αφήσει την κοπέλα του μόνη στο σπίτι όπου συζούσαν. Αυτή, παρά τις άμετρες υποσχέσεις της (και νομίζοντας ίσως ότι ο Κουκούλας είχε φύγει για να πάει να αυτοκτονήσει, όπως συνήθιζε κάθε χειμώνα, αλλά με αποτελεσματική αποτυχία) δεν του στάθηκε πιστή. Από το νέο της αμόρε δεν είχε ωστόσο προκύψει καμιά εγκυμοσύνη, αφού κάποιος φιλεύσπλαχνος θεός είχε ευλογήσει την κοπέλα με στειρότητα.
Ο Κουκούλας γύριζε στην πόλη την ώρα που ο καιρός είχε αρχίσει να κλείνει. Μπήκε στο σπίτι άξαφνα, κρατώντας ασυγκράτητος το σηκωμένο του λάβαρο, κι η κοπέλα τρόμαξε τόσο πολύ ώστε σκαρφάλωσε στον γκόμενό της, έτοιμη, όντας υποτασική, αλλά και πρόθυμη, όντας φοβισμένη, να χάσει τις αισθήσεις της.
Ο Κουκούλας, που πάντα πίστευε στην απιστία των γυναικών, μειδίασε και είπε:
«Δεν θέλω να φοβάσαι, αρκεί να μην έχεις κάνει κάτι εναντίον μου. Πες μου ένα πράγμα μόνο, είναι γκόμενός σου αυτός;»
Εκείνη του απάντησε με λέξεις που έτρεμαν στα χείλη:
«Γιώργο μου, δεν μπορώ να στο κρύψω. Έκανα μέγα σφάλμα. Ξέρω καλά πόσο σκληρός είσαι και ξέρω πως η εκδίκησή σου θα είναι αμείλικτη. Ξέρω επίσης καλά πως εγώ κι ο φίλος μου δεν μπορούμε να σ’ αντιμετωπίσουμε. Κάνε με ό,τι θες, αλλά λυπήσου αυτόν τον άμοιρο που, όπως βλέπεις, δεν μπορεί να τα βάλει μαζί σου».
Το βλέμμα του Κουκούλα σπίθιζε μαυρίλα όσο μιλούσε η κοπέλα, όμως δεν τη διέκοψε. Περίμενε να ολοκληρώσει το λογύδριό της και ύστερα της είπε:
«Μουνί! Μουνίδιο! Λολίτα της πούτσας! Ξέρεις πολύ καλά πως όταν θυμώνω γίνονται καταστροφές! Και ξέρεις πολύ καλά πως δεν λυπάμαι τίποτα και κανένα, ούτε καν εμένα! Ένα πράγμα μόνο δεν καταλαβαίνω: πώς μπορείς να πηδάς αυτόν τον πιθηκομούρη;»
Αφότου εκείνη εξομολογήθηκε τα πνευματικά προσόντα του τύπου, που δίδασκε στο πανεπιστήμιο, ο Κουκούλας τούς κλείδωσε στον γαμιστρώνα τους κι έπεσε να κοιμηθεί.
Την επόμενη μέρα τούς ξύπνησε και τους είπε:
«Θα πάμε παρεούλα μια βολτίτσα στο πανεπιστήμιο».
Εκείνο το πρωί ο ήλιος ξύπνησε με σκληρό χανγκόβερ. Μάταια ο ουρανός προσπάθησε να τον συνεφέρει με πονστάν και πορτοκαλάδα. Ο ήλιος ξέρναγε πάνω στη γη ό,τι είχε φάει κι είχε πιει από τότε που εκείνο το ανεγκέφαλο ανθρωποειδές αποφάσισε, χωρίς να ρωτήσει κανέναν, να χωριστεί σε χιμπατζή και άνθρωπο.
Ο Κουκούλας, κρατώντας ένα φτυάρι κι ένα βιβλίο, τους ανάγκασε τσιγκλώντας τους στην πλάτη να βγουν από το σπίτι και να περπατήσουν ως το πανεπιστήμιο.
Μόλις έφτασαν στο προαύλιο, ο Κουκούλας έδωσε το φτυάρι στον τύπο και τον διέταξε να ανοίξει έναν μεγάλο λάκκο.
Εκείνος δεν αντιμίλησε, μονάχα πήρε το φτυάρι τρέμοντας σύψυχα και βάλθηκε με θλιμμένες κινήσεις να σκάβει. Το πρόσωπό του είχε το χρώμα του χώματος, όσο για την εποχή, ήταν εκτός εποχής. Η κοπέλα κοίταζε με ανάμικτα αισθήματα τρόμου και κατήφειας πότε τον γκόμενό της και πότε τον γκόμενό της. Για μια στιγμή ξεπρόβαλε μέσα από τα σύννεφα ο άναρχος ήλιος, που ξέρασε μια τελευταία ρουκέτα πάνω στο πανεπιστήμιο κι επέστρεψε για ύπνο.
Ο λάκκος ήταν πια ορθάνοικτος. Ο Κουκούλας τοποθέτησε εν είδει μαξιλαριού το βιβλίο μέσα στον τάφο, πήρε το φτυάρι πίσω και με απαλή φωνή και υγρά μάτια είπε στον καθηγητή:
«Βάλ’ τη μέσα. Μπρούμυτα».*
* Το αφήγημα «Μπρούμυτα» βασίζεται, δομικά, στο «Πίστομα» (1899) του Κωνσταντίνου Θεοτόκη.
Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: