Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

11/07/2010

Ερνέστος Μπαβάς, Το δωμάτιο

Filed under: Τεφλονοποιήματα,Τεύχος Τρία — kyokokishida @ 5:36 μμ

(1)

Άνθρωποι εισβάλουν στο χαρτόκουτο που ζω
δε χτυπάνε, δε ρωτούν
ρούχα, φαγητά μου φέρνουν
τινάζομαι, τους διώχνω «Δεν πεινώ»
«Φύγετε φύγετε από ‘δω»

Άνθρωποι διαβάτες στους δρόμους που γυρνώ
με προσπερνάνε, με κοιτούν
ένας δυο θέλουν κάτι να μου πουν
βγάζω απ’ το στόμα μου αφρό
«Μακριά» γαβγίζω «ή ορμώ!»

Άνθρωποι, άνθρωποι, ουλές και κέρατα
φτιασίδια αρώματα ένα σωρό
λες και χρειάζομαι καινούρια τέρατα
πέρα απ’ όσα εντός μου στήσαν χορό
«Αφήστε με μόνο μου, παρακαλώ»

αφήστε με μόνο μου εδώ
τούτη την πόρτα να κοιτώ
τι να ‘χει μέσα να ρωτώ
τον εαυτό μου να ρωτώ
τι να ‘χει μέσα, μέσα ‘δω
μέσα σ’ αυτό…

…το Δωμάτιο!

(2)

Κάποτε, πολύ παλιά, είδα μια φωτογραφία
ή μήπως ήταν χαρακτικό;
Ένας κήπος καταπράσινος ολόδροσος
δίχως αγκάθια και ζωύφια, όπου
στρουμπουλά παιδάκια παίζαν παντομίμα
ζευγάρια έδιναν φιλιά στο κύμα
γιαγιάδες πλέκανε ζακέτες
παππούδες παίζανε ρακέτες
οι γονείς μας καταπιάνονταν με την μπιρίμπα ολημερίς
κι εμείς κοιμόμασταν πολύ αργά, γύρω στις τρεις
ενώ
οι στίχοι ξεπετάγονταν ωσάν μπανάνες
και τα πουλιά τιτίβιζαν γλυκούς παιάνες
η θεία χάρη κι η αρμονία
μαζί προσπέρασαν την Ιστορία
τώρα βασίλευε μια ησυχία! άλλο πράμα…

ξέρω πως μοιάζει κάπως παιδικό
όμως εγώ πιστεύω σε αυτό
αχ, αν μία μέρα –αλλά πως;–
τρυπώσω μέσα στο Δωμάτιο
είμαι βέβαιος πως θα βρω
ξανά τον Κήπο!

(3)

Το ένα μου χέρι στη μασχάλη μου κουρνιάζει
στο διάδρομο τη συναντώ, πλησιάζω
μου μιλάει, δεν ακούω
σκύβω λίγο πιο κοντά, μπα, τίποτα
μιλάει δίχως φωνή, κουφάθηκα, τι;
της λέω: «Γενικά δεν ακούω καλά,
από το δεξί μου αυτί, ειδικά»
με πιάνει από το παντελόνι
με τραβά, γελά, το ξηλώνει
κάπου θέλει να με πάει
ανασαίνω γρήγορα
ανεβαίνουμε σκαλιά
με κοιτά στα μάτια πονηρά
με κοιτάζει
μασουλάω ένα σάντουιτς με τόνο, γεμίζω λάδια
θέλω να της πω: «χρειάζομαι χάδια»
λέω: «μήπως έχεις χαρτομάντιλο;»
λέει: «πάρε αυτό»
κρατώ μια λευκή σακούλα
μέσα της κοιτώ
ένα έμβρυο είναι στητό και ξαναμμένο
με αποκαλεί «μπαμπούλα»
και χορεύει «χούλα χούλα χοπ» φωνάζει
και μετά –μια σταλίτσα τόση δα– ουρλιάζει:
«Για τον πατέρα μου ψάχνω κι εγώ!»

Ξυπνώ!
ιδρωμένος
σιγά σιγά
συνειδητοποιώ
πως είμαι πάντα έξω
από το Δωμάτιο

και σκοτεινιάζει

(4)

Καθώς καταστρώνω σχέδια πολύπλοκα
πότε γλυκά και πότε ύπουλα
πως θα το εκπορθήσω
κρατώ ημερολόγιο (θα το εκδώσω χάσω νικήσω)
να τρία σπαράγματα κομμένα απ’ αυτό
τρία μικρά τεκμήρια φρίκης:

α.

Ανοίγω μια πόρτα δε βλέπω τίποτα
ξέρω ότι είμαι κλειδωμένος
μες στο απόλυτο σκοτάδι κι ακόμα πιο βαθιά
πιο βαθιά… πιο βαθιά… ακούω μοναχά
μια βαριά ανδρική φωνή να τραγουδά:
«θέλω να σε γδύσω
τα πόδια σου ν’ ανοίξω
κι ανάμεσα να μπω
ίσως να σ’ αγαπήσω
και μέσα σου να ζήσω
αλλιώς μόνο θα χύσω
το χέρι θα σου σφίξω
θα πω κι ευχαριστώ»

στο βάθος κάποιος παίζει μπουζουκάκι
ενώ ένας άλλος φίλος χτυπά παλαμάκια…

β.

Μια φιλόλογος με κυνηγά, δε σταματά
ν’ αναλύσω κάτι στίχους που έγραψα παλιά
μου ζητά –«Θα προτιμούσα μιαν άλλη φορά, κυρία»
βγάζει καραμπίνα, με σημαδεύει στην καρδιά
είναι ανυποχώρητη –«Θα μετρήσω ως το τρία»
–«Καλά, καλά, είναι βασικά για εκείνον τον τόπο
που οι λέξεις δεν έχουν τον τρόπο να διαβούν
να τον αλώσουν, αλέσουν, λιώσουν κι αυτόν
είναι, θα ‘λεγα, για το μυστήριο…» –«Έχω να βάλω πλυντήριο,
πιο γρήγορα» –«Ναι, ναι προσπάθησα να εκφράσω
την πίστη μου στο άφατο και να κραυγάσω
ενάντια στη γλώσσα-άσφαλτο»
–«Παλεύεις τις λέξεις με τις λέξεις;»
φωνάζει με οργή «Θα παραλογίζεσαι πολύ;»
«Σου βάζω τρία!»
Κι εγώ με τη σειρά μου βάζω τα κλάματα
«Αυτό, κυρία, είναι μεγάλη αδικία…»

γ.

Κάνοντας έρωτα στον ψυγείο-καταψύκτη
κάνοντας σεξ με κάθε ηλεκτρική μου συσκευή
κάτι παίρνει το αυτί μου μες στον νεροχύτη
καθώς συνουσιάζομαι με την τηλεόραση:
κάποιος έδωσε εντολή
(ναι, κάποιος έδωσε εντολή, κάποιος με την εξουσιοδότηση ποιων αλήθεια; έδωσε εντολή)
να σταματήσουν οι προσπάθειες διάσωσης
για να προστατευτούν οι περιουσίες
η έννομη τάξη:
τα σούπερ μάρκετς, τα γήπεδα του γκολφ και οι τηλεοράσεις

Και πάνω στην κορύφωση, την ύστατη στιγμή
ψιθυρίζει: «Αγάπη, γύρνα μου κανάλι, αν μπορείς
έχει μια καλή ταινία στη Βουλή
για τον Μάη του εξήντα οχτώ
αχ, αχ, αχ, αχ… σ’ αγαπώ…»

(5)

Μια κατσαρίδα στα μαλλιά μου περπατά
δε μ’ ενοχλεί, προσέχει που πατά
κι όλο μου λέει: «Υπομονή, μικρέ, θα δεις…»
«Αύριο, μεθαύριο θα μπεις»

Βρωμούν τα ρούχα μου, βρωμώ κι εγώ
κάθομαι σιωπηλά παρατηρώ
ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει σημειώνω
κι ήσυχα ήσυχα εκσπερματώνω

Και για να περνάει ο φριχτός καιρός
στήνω στο κεφάλι μου σκηνές
βάζω κομπάρσους για κριτές
και τους ρωτώ: «Είμαι, σαν και σας, νεκρός;»

…και γελάω, γελάω, γελάω

(6)

Πόσο πρέπει να τραβήξω μια πρώτη εντύπωση για να μείνω μέσα της;
Είδα σε απόχρωση του μπλε μια μικρή γειτονιά λευκών ζώων
κι έπειτα το σπίτι του γείτονα, το φως του δήμου…

Αποκτώ περίεργες έξεις
δοκίμασα κι αλλιώς…
προσπάθησα
προσπάθησα
με λέξεις
πόσο ν’ αντέξεις;
οράματα φρίκης παραισθήσεις (διαφημίσεις)
εκλεκτά δηλητήρια (σε τιμές προσφοράς)
εξερευνήσεις δίχως κινήσεις και χωρίς προορισμό
όργανα της λήθης καλοδεχούμενα
το Δωμάτιο είναι μακριά…
(το Δωμάτιο κάθε μέρα ξεμακραίνει)

Πίσω μου που και που γυρνώ (αλλάζω παραστάσεις)
χαζεύω τα παιδιά στο κοιμητήριο
τα τερατάκια, παριστάνουν τα νεκρά
ή τσουγκρίζουν κάρες αγίων, τι χαρά!
κλειστοί όλοι μου οι πόροι
τα παιδιά γελάνε «ουπς, σόρι…»
κι έπειτα:
–«Μα αγαπητέ μου, εσείς τα έχετε φτύσει»
–«Κι όμως, κι όμως διατηρώ την αρχική μου στύση»
–«Δεν αμφιβάλλω διόλου, φίλε μου
το πιστοποιούν εξάλλου τα σημάδια του λαιμού»
και χο χο χο και χου χου χου
κι εγώ που νόμιζα πως ήμουν
ο άρχοντας του παραλογισμού…

(η γιαγιά μου με βάζει κάτω και με πατά
αυτά συμβαίνουν όταν περιορίζεις αυτό που είσαι στο ελάχιστο
και το βαφτίζεις μέτρο, σύνεση, σοφία
αναδρομικά)

(7)

Συγκρίνουνε τα φιλμ, τ’ αμορτισέρ
λένε πως «σπάνε τα κοντέρ»
για κάλτσες και για δίχτυα συζητούν
η θάλασσα όμως είναι αλλού

Ακούω για προσφορές, για επαναστάσεις
για τις δέκα κορυφαίες στάσεις
ακούω για συναντήσεις κορυφής και γι’ αντιδράσεις
για την ουσία, της σιωπής τις προεκτάσεις

Ακούω φωνές να με χλευάζουν
μανάδες τα παιδιά τους να τρομάζουν
ακούω τα γέλια τους και τους ψαλμούς
βόμβους των φίλων μου και των νεκρών

αλλά
είμαι πάντοτε κάπου αλλού…

(8)

Του δένουν τα πόδια
του βάζουν φωτιά
το γατάκι ουρλιάζει καίγεται
κάποιος το λυπάται, το πατά
τίποτα ζωντανό επάνω του δεν απομένει
τρέχω μακριά τρέχω μακριά

Ήμουν εκεί, το φαντάστηκα;
δε μπορώ να πω με σιγουριά
ξέρω, όμως –όχι, όχι, πια
δε θα φέρω τον γιο μου σ’ αυτή τη γειτονιά
κι ας τον αγαπώ όσο τίποτα άλλο
κι ας τον αγαπώ όσο τίποτα άλλο

Απόψε απόψε έχασα το παιδί μου
κι από τότε θρηνώ
μαύρα φοράω και κάθε μέρα κλαίω
«Δε θα περάσει» λέω
«το έγκλημα αυτό»
ό,τι αθώο κι όμορφο
το σκοτώνετε
το ίδιο κι εγώ
έχω λιανίσει τα μέσα μου
και προχωρώ

(9)

Ένας κόσμος που έχει ανακαλυφθεί
χαρτογραφηθεί, χεστεί και σκουπιστεί
ένας κόσμος ανοιγμένος
όχι ανοιχτός
ο ουρανός καθαρός και άδειος
είμαι τόσο κουρασμένος
να περιμένω
πάντα εδώ
να σε αναζητώ
είμαι τόσο κουρασμένος
το πρόσωπό μου στον καθρέφτη
ανέκφραστο, σφιχτό
χρόνια το παρατηρώ
κι η πόρτα, το Δωμάτιο κλειστό
εάν έχει μείνει κάτι ιερό
είναι εκεί μέσα
νομίζω ότι κάποτε είδα μια φωτογραφία
σκέτη μαγεία

κι εσύ
δε μπορεί παρά να κρύβεσαι εκεί
κι εσύ…

Κουράγιο, καρδιά μου, κράτα λίγο αν μπορείς
πόση ζωή να μας έχει απομείνει;

(10)

Κι ένα πρωινό
ένα ανοιξιάτικο πρωινό
ξυπνώ και βλέπω την πόρτα ανοιχτή
προχωρώ διστακτικά προς το Δωμάτιο
δεν έχω πλησιάσει ποτέ τόσο κοντά
ένα μακρόστενο κίτρινο χαρτί γνωστοποιεί:
«Πωλείται»
Πωλείται;
Μα πώς;
Τότε μπορώ να μπω… να δω…
Να τ’ αγοράσω ακόμα ακόμα…

Κι όμως θα μπω! θα μπω!
(δεν το πιστεύω)

Ανοίγω το φως, ο χώρος είναι μικρός, άδειος, κενός
ζήτημα αν χωράνε δύο βιβλία, ένα μελτεμάκι, λίγος ήλιος
κι ούτε ένα παράθυρο
μα τούτο δω
ναι, δεν κάνω λάθος
είναι προκάτ…

Το Δωμάτιο ήτανε προκάτ!
Το Δωμάτιο ήτανε προκάτ!
Τότε μήπως κι η αγωνία μου ήταν προκάτ;
Κι η σωτηρία μου προκάτ;
Είναι κι αυτό, είμαι κι εγώ
δούλος του χρόνου, της φθοράς;

Βγαίνω έξω…

λούζοντας τα χέρια μου ζεστό νερό
αναπολώ αγέννητα φιλιά

«Οχι άλλο, όχι άλλο πια!» φωνάζω

Τέλος, γυρνώ και σ’ όλους όσοι είμαι λέω:
«Κύριοι, κυρίες
βρισκόμαστε στην επικράτεια του θανάτου
και δεν μας πρέπει να κρυφτούμε, να σωπάσουμε
ας το χαρούμε
–φλογεροί, αξιοπρεπείς, ανεπανάληπτοι–
κι ας χαθούμε.»

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: