Παύλος Αβούρης, Οκτώ ποιήματα

 

Το πόδι

 

ο λόξυγγας
ο κλότσιγγας
ο μπερδεψοβαρότσιγγας
ο πόντικας
ο Γόντικας
ο μύρμηρος ο ρόντικας
ο μπίκανης
ο μήκανης
ο αρχιμπερδομπίκανης
ο ζήτουλας
ο γύφτουλας
ο φύσουλας ο φύσουνας
ο ζήμαντρος ο αρχιεπής
ο φως ο ζην ο γείσος
ο σώος ο φιλότιμος ο άτιμος ο γείτονας
ο κιεγωδέν ξερωαπαυτά
ο κιεγωδέν σεβρήκα.

Μακριά απ’ τα παιδιά αυτά
τα σπίρτα σου τα ζήτα σου τα άσπρα τ’ απαυτά σου
ο κόκκινας ο πράσινας ο πούλης ο πουλάκης
ο παύλαρχος ο ύποπτος που θε να ’ρθεί κοντά σου

Continue reading «Παύλος Αβούρης, Οκτώ ποιήματα»

Advertisements

Mario Goloboff, Julio Cortázar: Η Βιογραφία [απόσπασμα]


[…]Ο 20ός αιώνας μοιάζει να κλείνει κάτω από τον ίδιο αστερισμό των συγκρούσεων που τον είχαν προαναγγείλει. Μία από αυτές, μόνιμη πληγή της Ευρώπης, ήταν και παραμένουν τα Βαλκάνια. Οι διενέξεις μεταξύ των Γερμανών και των Σλάβων που διαφιλονικούσαν την περιοχή, λόγω των κατακτητικών διαθέσεων των Γερμανών και της επιθυμίας τους να επεκτείνουν την κυριαρχία τους μέχρι την Ανατολή, προκάλεσαν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το απαραίτητο πρόσχημα για να τον πυροδοτήσει αποτέλεσε η απόπειρα στο Σαράγιεβο, κατά του αρχιδούκα της Αυστρίας, Φραγκίσκου Φερδινάνδου.

Το σύνταγμα ήταν φιλελεύθερο, αλλά κληρικοκρατούμενο. Το καθεστώς ανήκε στον κλήρο αλλά οι κάτοικοι ήταν προοδευτικών αναζητήσεων. Όλοι οι ελεύθερα σκεπτόμενοι άνθρωποι, οι αστοί, ήταν ίσοι απέναντι στον νόμο, αλλά δεν ήταν όλοι αστοί… Η αυστροουγγρική αυτοκρατορία, την οποία με τόσο λεπτό τρόπο ήξερε να ειρωνεύεται ο μεγάλος συγγραφέας Ρόμπερτ Μιούζιλ, κατέρρεε, διαβρωμένη απ’ τις ιδέες, τις ίντριγκες και τις αδυναμίες, και το γεγονός της απόπειρας ήταν επαρκής λόγος για να διαταράξει την ειρήνη.  Γερμανία, Αυστρία-Ουγγαρία, Τουρκία, Βουλγαρία από τη μία μεριά και, από την άλλη, Γαλλία, Βρετανική Αυτοκρατορία, Ρωσία, Βέλγιο, Σερβία, Ιαπωνία, Ιταλία, ΗΠΑ, Ελλάδα, Πορτογαλία, συγκρούονταν με πραγματικό μένος. Γύρω στα 1914, η Ευρώπη πια φλεγόταν από αυτό τον πόλεμο, τον Μεγάλο, που σαν επιστέγασμα θα είχε πάνω από 9 εκατομμύρια νεκρούς και γενικευμένη καταστροφή. Ήταν σχεδόν η μοίρα αυτή που αποφάσισε να γεννηθεί ο J.C. στην ταραγμένη ευρωπαϊκή ήπειρο στις 26 Αυγούστου του ίδιου έτους. Ο πατέρας του ήταν διπλωμάτης. Πρόσφερε υπηρεσίες που αφορούσαν στις εμπορικές συναλλαγές, στην διπλωματική αντιπροσωπεία στο Βέλγιο. Το παιδί γεννήθηκε στις Βρυξέλλες και καταχωρήθηκε ως αργεντίνος στα μητρώα της διπλωματικής αντιπροσωπείας.Ένα χρόνο αργότερα, γεννήθηκε η αδελφή του, Οφηλία, και η οικογένεια πλέον θα επέστρεφε στην χώρα μετά την λήξη των συγκρούσεων. Ο Κορτάσαρ τα αφηγείται ως εξής:«Γεννήθηκα στις Βρυξέλλες τον Αύγουστο του 1914. Παρθένος στο ζώδιο. Κατά συνέπεια, ασθενικός, τάσεις διανοούμενου, ο πλανήτης μου είναι ο Ερμής και χρώμα μου το γκρι (αν και στην πραγματικότητα μου αρέσει το πράσινο). Η γέννησή μου ήταν προϊόν του τουρισμού και της διπλωματίας. Continue reading «Mario Goloboff, Julio Cortázar: Η Βιογραφία [απόσπασμα]»

ο Μίλτος και το Kοντραμπάσο

Τη νύχτα της 4ης Αυγούστου βρέθηκα στο προαύλιο του δημοτικού σχολείου της Άνω Σύρου για να παρακολουθήσω το σχήμα με το ιδιόρρυθμα χαριτωμένο όνομα «ο Μιχάλης Σιγανίδης και οι φίλοι του Μίλτου Σαχτούρη» να δίνει μία μουσική παράσταση στηριγμένη σε «ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη αλλά και σε κείμενα των Ομάρ Καγιάμ, Ανδρέα Εμπειρίκου, Σάμιουελ Μπέκετ, Λέοντα Κουκουλά καθώς και σε στίχους του ίδιου του συνθέτη». Η βραδιά ήταν ενδιαφέρουσα και εξίσου ενδιαφέροντες υπήρξαν οι διάλογοι που την ακολούθησαν. Το μισό ακροατήριο είχε εξακριβωμένα προσέλθει για να ακούσει τον Αλκίνοο Ιωαννίδη να τραγουδά τον Βόσπορο και την αγορά του Αλ Χαλίλι (μη φανταστεί κανείς πως δεν μου αρέσουν αυτά) μα εκείνος συμμετείχε στην ιστορία εναλλάσσοντας οικεία και παράξενα πνευστά, απαγγέλλοντας, και τραγουδώντας –πλην όμως όχι τα γνωστά– χορωδιακά ή σόλο. Ο κοντραμπασίστας Σιγανίδης με το ταιριαστό παρουσιαστικό και το όργανο με τα πολλά πρόσωπα, ενίσχυε κατά καιρούς το παράδοξο της παράστασης, με φράσεις όπως «Μας συγχωρείτε, έχουμε έντεκα μήνες να παίξουμε» και «Θα το πάρουμε από την αρχή, είμαστε ξεκούρδιστοι». Παραταύτα, ελάχιστοι αποχώρησαν, εδώδιμα δεν προσγειώθηκαν επί σκηνής, ένα δίχρονο μωρό φώναξε δις ενθουσιασμένο «κι άλλο, κι άλλο!». Continue reading «ο Μίλτος και το Kοντραμπάσο»

Έφη Καλογεροπούλου, Πέντε ποιήματα

«Ιωάννης Θηρεσία»

Λιμάνι
κατάστρωμα

έκανε κράτει η μηχανή
δε βλέπω θάλασσα
μπροστά ένα γκαζάδικο
κόβει το πέρασμα
στα δύο
δε νιώθεις κύμα
μόνο ο αέρας μυρίζει
αυτοκίνητα
όλες οι λαμαρίνες σε σειρά
και μέσα εμείς, οι απέναντι,
ένας οδηγός μπροστά
ξύνει τον καθρέφτη με το αριστερό του νύχι
κάτω
άδειο πλαστικό ποτήρι του καφέ
πηγαίνει κι έρχεται διαρκώς
στο γκρι,
γόπες, αξύριστοι εργάτες,
γυναίκες με πλαστικές σακούλες,
πλανόδιοι μικροπωλητές,
σκύλοι αδέσποτοι υγροί
γλάροι
και μέσα εμείς
οι απέναντι
κάμποσα μέτρα
χαμηλότερα.

Continue reading «Έφη Καλογεροπούλου, Πέντε ποιήματα»

Γιώργος Γέργος, ΧΙΙ

της Ελένης Θαλασσινού

δεν θα θρηνήσω άλλο
ίσως γιατί έχω δυο σακατεμένα χέρια
που ό,τι κι αν έβρισκα μέσα τους ήθελε
να χιμήξει επάνω μου να αδειάσει επάνω μου
κι από μένα να φύγει τρέχοντας
ύστερα
να φύγει τρέχοντας
σαν από φόνο

κύριος τώρα κύριος εαυτού στον ουρανό της μνήμης
και στην αγάπη του απογεύματος όπου
συχνά αστράφτουνε οι ορίζοντες
όπως αστράφτει το μέσα μου
διότι κάποτε
κατάφερε να ξεγελάσει τη βαρύτητα

κι ας μη το μάθει άλλος κανείς, μα
εσύ πρέπει να ξέρεις
πως η σκιά μου σκαρφαλώνει τα βράδια
πάνω από ολονών σας τον ύπνο
βγάζοντας απ’ τις τσέπες της
παλιούς, ασημένιους αναπτήρες
πυρπολώντας τα φωτοστέφανα

γι’ αυτό κι εγώ δεν θα θρηνήσω άλλο
ίσως γιατί σήμερα το πρωί
κάτω απ’ την κούπα του καφέ
απόμεινε μια στρόγγυλη σιωπή στο τραπέζι
κι εγώ, ελλείψει χαρτοκόπτη,
κάρφωσα στο κέντρο της ένα κουζινομάχαιρο

έπειτα οι ώρες έως τώρα κύλησαν αναίμακτες
εξόν από ένα βουητό στον ουρανό
όπως όταν περνάει ένα αεροπλάνο
ή όπως όταν πεθαίνει
στον κόσμο κάπου
μία μητέρα.


[περισσότερα στο τχ. 3]

Δανάη Σιώζιου, Δύο της γιαγιάς

Λεπτομέρειες εκ του βίου της γιαγιάς Αρετής

Στο πασχαλινό τραπέζι μια θέση πάντα άδεια μένει
για τη γιαγιά που χρόνια λείπει κι η εγγονή δεν τη γνωρίζει.
Είχες, της λένε, μια γιαγιά. Ήτανε μικρή.
καθώς δούλευε σκληρά, αρρώστησε πολύ
κι αφού γέννησε οχτώ παιδιά, έφυγε από τη ζωή.
Δεν ήτανε μεγάλη η γιαγιά η Αρετή.
Ο πόλεμος της έστειλε τα δυο μικρά μαζί.
Τα άλλα μεγαλώσανε πολύ κι είναι τώρα πια
πιο γέρικα από αυτή.
Αν κάποτε βρεθούνε όλοι μαζί
θα είναι εκείνη
το παιδί.

Continue reading «Δανάη Σιώζιου, Δύο της γιαγιάς»

Seamus Heaney, Δύο ποιήματα

Διάλειμμα στη μέση της μέρας

Κάθησα όλο το πρωί στο αναρρωτήριο του κολλεγίου
Μετρώντας τα κουδούνια να σημαίνουν το τέλος των μαθημάτων.
Στις δύο, οι γείτονες με έφεραν με το αυτοκίνητο στο σπίτι.

Στο κατώφλι συνάντησα τον πατέρα μου να κλαίει –
Πάντα συναντούσε κηδείες στο διάβα του–
Και τον Big Jim Evans να λέει πως ήταν σκληρό το χτύπημα.

Το μωρό γουργούριζε, γελούσε και τράνταζε την κούνια του
Όταν μπήκα μέσα, και με έφεραν σε δύσκολη θέση
Οι γέροι που σηκώθηκαν για να μου σφίξουν το χέρι

Και να μου πουν ότι «λυπούνται για το πρόβλημά μου».
Κάποιοι ψίθυροι πληροφόρησαν τους ξένους ότι εγώ ήμουν ο μεγαλύτερος,
Που πάει σχολείο, καθώς η μητέρα μου κρατούσε το χέρι μου

Στο δικό της και έβγαζε οργισμένους, αδάκρυτους στεναγμούς.
Στις δεκα έφτασε το ασθενοφόρο
Με το πτώμα, που το είχαν πλύνει και σαβανώσει οι νοσοκόμες.

Το άλλο πρωί, ανέβηκα στο δωμάτιο. Γλαδιόλες
Και κεριά γλύκαιναν το νεκροκρέβατο, τον είδα
Για πρώτη φορά σε έξι εβδομάδες. Πιο χλωμός τώρα,

Με μια πρησμένη μελανιά στον αριστερό του κρόταφο,
Κείτονταν στο κουτί του, μακρύ τέσσερα πόδια, όπως στο κρεβατάκι του.
Χωρίς φανταχτερές ουλές, ο προφυλακτήρας τον χτύπησε μια κι έξω.

Ένα φέρετρο τεσσάρων πoδών, ένα πόδι για κάθε του χρόνο.

Continue reading «Seamus Heaney, Δύο ποιήματα»