Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

13/08/2010

Seamus Heaney, Δύο ποιήματα

Filed under: Τεφλονομεταφράσεις — pavlinamarvin @ 2:20 πμ

Διάλειμμα στη μέση της μέρας

Κάθησα όλο το πρωί στο αναρρωτήριο του κολλεγίου
Μετρώντας τα κουδούνια να σημαίνουν το τέλος των μαθημάτων.
Στις δύο, οι γείτονες με έφεραν με το αυτοκίνητο στο σπίτι.

Στο κατώφλι συνάντησα τον πατέρα μου να κλαίει –
Πάντα συναντούσε κηδείες στο διάβα του–
Και τον Big Jim Evans να λέει πως ήταν σκληρό το χτύπημα.

Το μωρό γουργούριζε, γελούσε και τράνταζε την κούνια του
Όταν μπήκα μέσα, και με έφεραν σε δύσκολη θέση
Οι γέροι που σηκώθηκαν για να μου σφίξουν το χέρι

Και να μου πουν ότι «λυπούνται για το πρόβλημά μου».
Κάποιοι ψίθυροι πληροφόρησαν τους ξένους ότι εγώ ήμουν ο μεγαλύτερος,
Που πάει σχολείο, καθώς η μητέρα μου κρατούσε το χέρι μου

Στο δικό της και έβγαζε οργισμένους, αδάκρυτους στεναγμούς.
Στις δεκα έφτασε το ασθενοφόρο
Με το πτώμα, που το είχαν πλύνει και σαβανώσει οι νοσοκόμες.

Το άλλο πρωί, ανέβηκα στο δωμάτιο. Γλαδιόλες
Και κεριά γλύκαιναν το νεκροκρέβατο, τον είδα
Για πρώτη φορά σε έξι εβδομάδες. Πιο χλωμός τώρα,

Με μια πρησμένη μελανιά στον αριστερό του κρόταφο,
Κείτονταν στο κουτί του, μακρύ τέσσερα πόδια, όπως στο κρεβατάκι του.
Χωρίς φανταχτερές ουλές, ο προφυλακτήρας τον χτύπησε μια κι έξω.

Ένα φέρετρο τεσσάρων πoδών, ένα πόδι για κάθε του χρόνο.




Mid-Term Break

I sat all morning in the college sick bay
Counting bells knelling classes to a close.
At two o’clock our neighbors drove me home.

In the porch I met my father crying–
He had always taken funerals in his stride–
And Big Jim Evans saying it was a hard blow.

The baby cooed and laughed and rocked the pram
When I came in, and I was embarrassed
By old men standing up to shake my hand

And tell me they were «sorry for my trouble,»
Whispers informed strangers I was the eldest,
Away at school, as my mother held my hand

In hers and coughed out angry tearless sighs.
At ten o’clock the ambulance arrived
With the corpse, stanched and bandaged by the nurses.

Next morning I went up into the room. Snowdrops
And candles soothed the bedside; I saw him
For the first time in six weeks. Paler now,

Wearing a poppy bruise on his left temple,
He lays in the four foot box as in his cot.
No gaudy scars, the bumper knocked him clear.

A four foot box, a foot for every year.

Ο Άγιος Κέβιν και το μαυροπούλι

Και μετά, ήταν ο Άγιος Κέβιν και το μαυροπούλι.
Ο Άγιος γονατίζει στο κελί του, υψώνει τα χέρια,
Αλλά το κελί είναι στενό. Έτσι,

Μια ανεστραμμένη παλάμη βρίσκεται έξω από το παράθυρο, άκαμπτη
Σαν βέργα, όταν ένα μαυροπούλι προσγειώνεται
Πάνω της και φωλιάζει και γεννάει αυγά.

Ο Κέβιν αισθάνεται τα ζεστά αυγά, το μικρό στήθος, το κουρνιασμένο
Καθαρό κεφάλι, τα νύχια, και θεωρώντας πλέον τον εαυτό του ενωμένο
Με το δίκτυο της αιώνιας ζωής,

Γεμίζει θλίψη: τώρα, πρέπει να κρατά το χέρι του
Σαν κλαδί έξω στον ήλιο και τη βροχή για βδομάδες
Ώσπου να εκκολαφθούν οι νεοσσοί και ν’ αποκτήσουν φτέρωμα και να πετάξουν.

———————————-****

Κι αφού όυτως ή άλλως κάποιος το φαντάστηκε όλο αυτό,
Φαντάσου να ήσουν ο Κέβιν. Τί νιώθει ακριβώς;
Αυταπάρνηση ή αγωνία όλη την ώρα

Από το λαιμό μέχρι τα πονεμένα χέρια του;
Κοιμούνται άραγε τα δάχτυλά του; Αισθάνεται ακόμη τα γόνατά του;
Ή μήπως το τυφλό κενό του κάτω κόσμου

Έχει φωλιάσει μέσα του; Τί αποστάσεις διανύει με το μυαλό του;
Μόνος και αντικαθρεφτιζόμενος καθαρά στο βαθύ ποτάμι της Αγάπης
«Να κοπιάζεις και να μη ζητάς ανταμοιβή» προσεύχεται.

Μια προσευχή του σώματος πέρα για πέρα,
Αφού, έχει λησμονήσει τον εαυτό του, έχει λησμονήσει το πουλί
Και εκεί που στέκεται στην όχθη λησμόνησε και το όνομα του ποταμού.

St Kevin and the Blackbird

And then there was St Kevin and the blackbird.
The saint is kneeling, arms stretched out, inside
His cell, but the cell is narrow, so

One turned-up palm is out the window, stiff
As a cross-beam, when a blackbird lands
And lays in it and settles down to rest.

Kevin feels the warm eggs, the small breast, the tucked
Neat head and claws and, finding himself linked
Into the network of eternal life,

Is moved to pity: Now he must hold his hand
Like a branch out in the sun and rain for weeks
Until the young are hatched and fledged and flown.

————————–****

And since the whole thing’s imagined anyhow,
Imagine being Kevin. Which is he?
Self-forgetful or in agony all the time

From the neck on out down through his hurting forearms?
Are his fingers sleeping? Does he still feel his knees?
Or has the shut-eyed blank of underearth

Crept up through him? Is there distance in his head?
Alone and mirrored clear in Love’s deep river,
‘To labour and not to seek reward,’ he prays,

A prayer his body makes entirely
For he has forgotten self, forgotten bird
And on the riverbank forgotten the river’s name.

[μτφρ. Παυλίνα Μάρβιν, Ζάφοντ Ρέπλικαντ]
Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Ένα φέρετρο τεσσάρων πόδων, ένα πόδι για κάθε του χρόνο…..

    απλα γαμάτο…απλα!

    Σχόλιο από ζερνταμερι ψιτ ψιτ — 13/08/2010 @ 8:59 πμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: