Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

07/09/2010

Rudolf Marku, Έξι ποιήματα

Filed under: Τεφλονομεταφράσεις — kyokokishida @ 4:23 πμ

ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Στην πλατεία έσβησε και το τελευταίο χειροκρότημα
Μονάχα το μικρότερο παιδί γύρισε και κοιτά ακόμα
Σαν να γνωρίζει ότι τώρα ακριβώς είναι η ώρα.

Χωρίς να βγάλουν τα κουστούμια, χωρίς να ξεμακιγιαριστούν
Πίσω από τις βαριές κουρτίνες ξεπροβάλουν οι ηθοποιοί˙
Ο Άμλετ κάνει τράκα καπνό από τον δολοφόνο του πατέρα του
Συζητάνε να πάνε μαζί διακοπές στην παραλία
Και ανταλλάσσουνε φαρμακερά σχόλια για το φάντασμα˙
Ο Μάκμπεθ με του φόνου το μαχαίρι καθαρίζει ένα μήλο
Και το μοιράζονται στα δύο με το βασιλιά Ντάνκαν,
Τον Ρωμαίο τον περιμένει μία πρόσκληση σε διαζύγιο
Από τη γυναίκα του την Ιουλιέτα,

Και όλα αυτά χωρίς αυλαία, χωρίς εισιτήριο.

[Ο θάνατος διαβάζει εφημερίδα, 1995]



AKTORET PAS SHFAQJES

Ne salle u shua dhe duartrokitja e fundit
Veç  femija me i vogel ktheu koken pas
Sikur ta dinte se pikersiht tani eshte koha.

Pa hequr rrobat e aktimit, pa ç’bere makiazh
Nga prapa perdesh te renda dalin aktoret;
Hamleti me vrasesin e te jatit shkembejne duhan
Dhe thone se plazhin do ta kalojne bashke
Duke nderruar pikepamje te njejta kunder fantazmes;
Makbethi me thiken e vrasjes qeron nje molle
Dhe e ndane pergjysem me mbretin Dunkan,
Romeon e pret nje ftese per divorc
Me gruan e vet te quajtur Xhuljete,

Dhe te gjitha keto pa perde,pa bilete.

[Vdekja lexon gazetën, 1995]


ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΕ, ΜΗΠΩΣ ΒΡΗΚΑΤΕ ΚΑΤΙ ΧΑΜΕΝΟ

Κάτι συμβαίνει καμιά φορά,
Χωρίς να ξέρεις τι,
Όμως το νιώθεις: κάτι έχει χαθεί
Και αρχίζεις να ψαχουλεύεις
Στις τσέπες βαθιά, πολύ βαθιά
Άσκοπα σχεδόν, εντελώς άσκοπα

Γι’ αυτό σας παρακαλώ, να ρωτήσω:
-Βρήκε μήπως κανείς έναν Κόσμο;

Σου συμβαίνει καθώς περπατάς
Το πρωί ή και το σούρουπο
Σαστίζεις ξαφνικά
Καθώς έτυχε κι έχασες κάτι
Τα χέρια στις τσέπες βαθιά
Αρχίζουν να ψάχνουν εις μάτην

Γι’ αυτό σας παρακαλώ να ρωτήσω ξανά:
-Μήπως βρήκε κανείς έναν Κόσμο;

[Ο θάνατος διαβάζει εφημερίδα, 1995]


 

JU LUTEM, MOS GJETET DIÇKA TE HUMBUR

Seç te ndodh ndonjehere,
Pa e ditur se çfare,
E kupton: diçka te humbi
Dhe fillon te germosh
Thelle,me thelle neper xhepa
Thuajse kot,fare kot

Ndaj ju lutem,une ju pyes:
-Mos ka gjetur kush nje Bote?

Se te ndodh duke ecur
Ne mengjez edhe ne muzg
E ndjen veten te trishtuar
Siç te ndodh kur humb diçka
Neper xhepa thelle me duar
Fillon te kerkosh me kot:

Ndaj ju lutem prape ju pyes:
-Mos ka gjetur kush nje Bote?

[Vdekja lexon gazetën, 1995]

ΒΟΥΝΑ

Χτες αργά, πολύ αργά,
Χωρίς να περιμένω το παραμικρό χτύπημα στην πόρτα
Άκουσα στην αυλή έναν εκκωφαντικό θόρυβο.

Χωρίς υπεροψία, αλλά ούτε και αβρότητα
Μπήκαν μεμιάς στο σπίτι.
Τα βουνά. Τίναξαν στο κατώφλι του σπιτιού το χιόνι,
Καταπώς τιναζόμαστε σαν μπαίνουμε στο σπίτι
Έπειτα από καταιγίδα.
Σιωπηλά και σοφά. Χωρίς να ξεστομίσουνε κουβέντα
Μου δώσανε να καταλάβω πως έρχονταν από μακριά.
Χείμαρροι ξεπηδούσαν από την αγκαλιά τους,
Παρορμητικοί και συνάμα συνεσταλμένοι,
Σαν πιτσιρίκια μπροστά στους παππούδες.
Δυο-τρεις λύκοι ούρλιαξαν στη λάμπα
‒μπερδεύοντάς τη φυσικά με το φεγγάρι.
Μια χιονοστιβάδα με πλησίασε και προσφέρθηκε για προσκεφάλι
Ενόσω ελάφια παρακολουθούσαν στην τηλεόραση
Τις τελευταίες ειδήσεις για τους σκοτωμένους και τις χρηματαγορές.

Νωρίς το πρωί, καταπώς λέμε, με τα πρώτα κοκόρια,
Αναχωρήσανε. Χωρίς να πουν αντίο, χωρίς να πισωκοιτάξουν.

Όταν τα παιδιά επέστρεψαν από το σχολείο,
Τα είδα από το παράθυρο να παίζουνε για πρώτη φορά με πέτρες,
Προσπαθώντας να χτίσουνε τοίχους που αν και γερτοί δεν πέφτανε.

[2006]


MALET

Mbrame vone,teper vone,
Athere kur nuk pritnja as dhe nje trokitje te vetme
Ne oborr degjova nje rrapullime shurdhuese.

Pa arrogance,por dhe pa ndonje miresjellje
Hyne drejt e ne shtepi.
Malet. Shkunden ne pragun e shtepise deboren,
Ashtu siç shkundim palltot kut hyjme nga jashte
Ne nje dite stuhie.
Te heshtur e te mençur.Pa shkembyer as dhe nje fjale
Me dhane te kuptoja se kishin bere rruge te gjate.
Ca perrenj kercenin nga prehri i tyre,
Kapriçioze dhe njeheresh te ndrojtur,
Ashtu siç jane niperit ne pranine e gjysherve.
Dy-tre ujq i uluriten llampes se dhomes
-konfuzion i natyrshem me hanen- .
Nje ortek m’u afrua per ta perdore si nenkrejse,
Ndersa kaprojt filluan te ndjekin ne TV
Lajmet ma te fundit me te vraret dhe bursen.

Ne mengjez heret, si te thuash, me gjelat e pare,
Iken.Pa thene lamtumire,madje pa kthyer koken pas.

Kur femijet u kthyen nga shkolla,
I pashe nga dritarja tek luanin per here te pare me gure,
Tek perpiqeshin te benin ca mure te shtrember qe gjithsesi nuk rrezoheshin.

[2006]


ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΚΑΤΟΡΘΩΤΟΣ

Τώρα που έφτασα στην ηλικία του πατέρα μου,
Χωρίς καμιά αναστολή, χωρίς κανένα οιδιπόδειο,
Τον προσκαλώ για ένα ποτό στο μπαρ. Είναι αργά,
Περπατάμε στους δρόμους χαζεύοντας τα κορίτσια της νύχτας,
Χωρίς να μας νοιάζει αν είναι πόρνες ή παρθένες,
Του υπόσχομαι πως όλα θα μείνουν μεταξύ μας,
Ούτε κουβέντα στη μητέρα στον άλλο κόσμο.
Λέμε ο ένας στον άλλο ό,τι ποτέ δεν είπαμε˙
Κοιτάμε το φεγγάρι, κολυμπάμε στο ποτάμι, ψαρεύουμε, συγχαίρουμε
Τον θάνατο, πλέκουμε το εγκώμιό του –Χάρη στο θάνατο μονάχα κατόρθωσα
Να φτάσω στην ηλικία του πατέρα μου.

Περίμενε στο απόμερό του μνήμα καιρό πολύ,
Βιαζόμαστε να εκμυστηρευτούμε όσα ποτέ δεν είπαμε
Αύριο ξέρω αμήχανος θα στέκει εμπρός μου, όπως μπροστά σε κάποιον μεγαλύτερο,
Και θα εύχεται να πεθάνει ξανά.

[2006]


NJE DIALOG I PAMUNDUR

Tashme qe kam arrite moshen e babait tim,
Pa asnje ndrojtje, pa asnje kompleks edipian,
E ftoj per nje gote ne klub.Ashte vone,
Ecim rrugeve dhe na pelqen te shohim vajzat e nates,
Nuk ka rendesi nese jane prostitua a te virgjera,
E siguroj se çdo gje do mbetet mes nesh,
Asnje fjale nenes ne boten e pertejme.
I themi njeri-tjetrit gjithçka qe nuk i thame;
Shohim hanen,lahemi ne lume,peshkojme,lavderojme,
I thurim hym vdekjes – Vetem Vdekja ka bere te mundur
Qe une te arrije moshen e babait tim.

Kaq shume vite ka pritur ne nje varreze te vetmuar,
Nxitohemi te themi te gjitha gjerat qe kurre s’i thame
E di qe neser ai do jete i ndrojtur para meje,
si para nje njeriu me te madh ne moshe,
Dhe do kerkoje qe te vdes prape.

[2006]

ΤΙ ΕΙΔΑ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ

Εντελώς τυχαία τους είδα
Ετούτο το απόγευμα πιασμένους χέρι-χέρι,
Δε θέλανε να ξέρουν για κανέναν,
Ήταν υπερβολικά, υπερβολικά γέροι και οι δύο,
Οι πιο ωραίοι ήτανε απ’ όλους τους άλλους,
Κανείς δεν τολμούσε να παραβγεί μαζί τους,
Τα κορίτσια εγκαταλείψανε νωρίς τη στράτα˙
Ήταν σαν να ’βλεπες να σουρουπώνει το πρωί,
Σαν να ’βλεπες τα λουλούδια του χιονιά ν’ ανθίζουν.

Κανείς δεν τολμούσε να συναγωνιστεί μαζί τους
Οι όμορφες βιαστήκανε να επιστρέψουν σπίτι,
Οι πιο ωραίοι απ’ όλους ετούτοι οι δυο,
Σαν να ’χανε ετοιμαστεί να πάνε κάπου,
Πιασμένοι οι δύο τους χέρι-χέρι.

Κι εγώ να σκίζω τις νεκρολογίες
Ώστε ο θάνατος να τους ξεχάσει.

[Ο θάνατος διαβάζει εφημερίδα, 1995]

Ç’FARE PASHE SONTE NE RRUGE

Fare rastesisht i pashe
Ket mbremje te kapur per dore,
Nuk donin t’ia dinin per asnjeri,
Qene teper, teper pleq te dy,
Me te bukurit ishin nga te gjithe te tjeret,
Askush nuk guxonte te barazohej me ta,
Vajzat e braktisen bulevardin heret;
Ishte  si te shihnje muzgun ne mengjez,
Si te shihnje lulet e e bores tek çelnin.

Askush nuk guxonte te barazohej me ta
Grate e bukura nxituan te kthenin ne shtepi,
Me te bukurit nga te gjithe- ata te dy,
Sikur qene pergatitur te shkonin diku,
Te kapur te dy,dore per dore.

Dhe une qe i grisa te gjitha nekrologjite
Qe vdekja t’i harronte.

[Vdekja lexon gazetën, 1995]


ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΜΕ ΤΑ ΜΗΛΑ

Περνούσαμε οι δύο από ’ναν κήπο με μηλιές
Εγώ δεν ήμουν ο Αδάμ, Εύα δεν ήσουνα εσύ,
Φθινόπωρο. Οι τελευταίοι ώριμοι καρποί
μας προσκαλούσανε από ψηλά, όλο γεύση.

Πήραμε να τεντωνόμαστε, να τραβολογάμε τα κλαδιά,
Εις μάτην, τα μήλα άφταστα.
Αν δεν ήσουνα στο πλάι μου τότε εκεί
Πεινασμένος θα ’μενα ως τα σήμερα.

[Ο θάνατος διαβάζει εφημερίδα, 1995]

NE KOPSHTIN ME MOLLE

Kalonim te dy ne kopshtin me molle,
Une s’isha Adami, ti Eva s’ishe,
Qe vjeshte.Kokrrat e fundit te pjekura
Na ftonin nga lart,plot shije.

Perkulem deget, u zgjatem,gjuajtem me gure,
E pamundur, asnje kokerr s’morrem dot.
Po mos te te kisha ty prane ato çaste,
Te uritur do e ndjeja veten dhe sot.

[Vdekja lexon gazetën, 1995]
[μετάφραση από τα αλβανικά: Valbona Hysi, επιμέλεια: k.k.]


Ο Ρούντολφ Μάρκου γεννήθηκε το 1950 στη Λέζα της Αλβανίας. Εργάστηκε ως δάσκαλος και ως αρχισυντάκτης του λογοτεχνικού περιοδικού Το φως (Drita). Έχουν εκδοθεί  μέχρι σήμερα πέντε ποιητικές του συλλογές, εκ των οποίων η πρώτη, Οι φίλοι μου (Shokët e mi, 1974), υπήρξε αφορμή να εξοριστεί στην επαρχία από το καθεστώς Χότζα. Από το 1991 διαμένει στο Λονδίνο ως μορφωτικός ακόλουθος της αλβανικής πρεσβείας. Έχει μεταφράσει στα αλβανικά  Έλιοτ, Πάουντ, Ώντεν.
Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: