Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

28/12/2010

Θέμης Πανταζάκος, Η παμπ

Filed under: Τεύχος Τρία — kyokokishida @ 4:10 μμ

Εκείνη τη νύχτα αργά το Δεκέμβρη, αλλά και κάθε νύχτα του χρόνου, το επίρρημα που χαρακτήριζε την παμπ του Πώλι ήταν το σχεδόν. Σχεδόν μακρόστενη, σχεδόν άδεια, σχεδόν ρετρό, με σχεδόν ξεφτισμένους τοίχους, σχεδόν για τύπους σαν τον Ντέιβ και θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι δεν ήταν τυχαίο που ήταν ο Ντέιβ εκείνος που την επισκέφτηκε, σχεδόν λυπημένος, σχεδόν παραιτημένος, ίσως αναζητώντας κάτι να απασχολήσει το μυαλό του, ίσως θέλοντας κάτι να συμβεί.


It’s four in the morning, the end of December
I’m writing you now just to see if you’re better
New York is cold, but I like where I’m living
There’s music on Clinton Street all through the evening.


Ο Ντέιβ έσπρωξε την πόρτα και βρέθηκε με δυο βήματα καθισμένος στο μπαρ. Ζήτησε τσιγάρο και ένα διπλό ουίσκυ απ’ τον μπάρμαν που του προσέφερε και τα δύο πριν του γυρίσει την πλάτη συνεχίζοντας το σκούπισμα των ποτηριών. Έφερε το κεφάλι πάνω απ’ τον ώμο και κοίταξε περιμετρικά πίσω του, μια παρέα παιδιών γύρω στα είκοσι πέντε στη γωνία κοντά στην πόρτα, ένα ζευγάρι μεσήλικων προς το κέντρο ακριβώς πίσω του κι ένας μοναχικός τύπος αλλοπρόσαλλα ντυμένος και κρυμμένος σ’ ένα τραπέζι κάτω απ’ τα παλτά της κρεμάστρας στη γωνία που απέμενε. Έχουν κάτι κοινό οι άνθρωποι που βρίσκονται έξω, αυτές τις μέρες, τις γιορτινές μέρες. Είναι πολύ. Πολύ χαρούμενοι, πολύ λυπημένοι, πολύ ερωτευμένοι, πολύ μόνοι. Εγώ είμαι η μόνη παραφωνία, σκέφτηκε, είμαι σχεδόν. Και χαμογέλασε. Σχεδόν.


Ah, the last time we saw you you looked so much older
Your famous blue raincoat was torn at the shoulder
You’d been to the station to meet every train
And you came home without Lili Marlene


Κατευθύνοντας τη ματιά του ευθεία βρήκε τον μπάρμαν να τον κοιτάζει λοξά ανάβοντας τσιγάρο. Άναψε και το δικό του και έγνεψε πίνοντας μια γουλιά. Ο μπάρμαν δεν αντιγύρισε το νεύμα, εντούτοις τον πλησίασε, και συστήθηκε. «Μοναξιές;» ρώτησε. «Μάλλον». «Μάλλον καλύτερα απ’ το τίποτα». Ο άντρας και η γυναίκα πίσω τους σήκωναν τα παλτά τους απ’ τις καρέκλες· άφησαν κάτι στο τραπέζι και έφυγαν, αποσπώντας την προσοχή τους για μια στιγμή. «Θέλω να πω, υπήρχε, υπήρξε κάτι, τότε, αν με καταλαβαίνεις». Ο Ντέιβ στηρίχθηκε στον αγκώνα του και χαμήλωσε τα μάτια: «Υπήρξε;» τον ρώτησε.


And you treated my woman to a flake of your life
And when she came back she was nobody’s wife


Μια κοπέλα απ’ την παρέα κάθισε στα γόνατα ενός αγοριού. Χασκογέλασε μεθυσμένη και τα μάγουλά της κοκκίνησαν πιο πολύ, οι υπόλοιποι έπιασαν ένα τραγούδι σηκώνοντας τα ποτήρια. Ο μπάρμαν τους έδειξε με το βλέμμα: «Πόσο ακόμα μέχρι να τα βαρεθούν όλα αυτά;». Ο Ντέιβ σήκωσε τους ώμους με ειλικρινή απορία. Μετά σκέφτηκε ότι μπορεί να έδειχνε πως βαριέται και πως έπρεπε να κάνει κάτι για να συνεχίσει την κουβέντα, το ξανασκέφτηκε κι είπε στον εαυτό του πως ήταν υπερβολικός. Πόσο ακόμα μέχρι να τα βαρεθεί όλα αυτά;


She sends her regards.
And what can I tell you my brother, my killer
What can I possibly say?
I guess that I miss you, I guess I forgive you
I’m glad you stood in my way.
If you ever come by here, for Jane or for me
Your enemy is sleeping, and his woman is free.
Yes, and thanks, for the trouble you took from her eyes
I thought it was there for good so I never tried.


Τα παιδιά συνέχιζαν να γελάνε και να πειράζονται. Ο Ντέιβ ρούφηξε το τσιγάρο του με απόλαυση και κλειστά μάτια. Δε θα ακούσει ποτέ την ιστορία μου, σκέφτηκε. Δε θα μου πει ποτέ δυο λόγια παρηγοριάς, οποιουδήποτε είδους, οπτιμιστικά και ελπιδοφόρα, με παρότρυνση και χαμόγελο για τη ζωή, απαξιωτικά για τις γυναίκες, νιχιλιστικά, πως η ζωή είναι ένα άσπρο πανί κρεμασμένο εκεί που θα ‘πρεπε να βρίσκεται ένας πίνακας που πάνω του προβάλλουμε ό,τι φτιάχνει το μυαλό μας. Όχι γιατί δε θέλω να του πω, και σίγουρα όχι γιατί δε θέλει να ακούσει μα γιατί όλα αυτά έχουν συμβεί τόσες φορές που δεν έχουν πλέον καμία δύναμη και επίδραση πάνω μας. Ο διάλογός μας θα είναι ένας αραχνιασμένος κύκλος πάνω σε δεκάδες –εκατοντάδες– άλλους που θα έχει τελειώσει πριν αρχίσει, θα συμφωνούμε νοερά για όσο μας επιτρέψει η όρεξή μας, πριν εξαντληθεί τελείως κι αυτή. Θα πρέπει τελικά να δέχομαι τα πάντα πρωτογενώς, όπως είναι και όπως έρχονται,  αφήνοντας πάνω μου το αποτύπωμα των αισθήσεων αποκομμένο από αχρείαστη ορθολογική επεξεργασία. Κι ίσως να πρέπει να παραδεχτούμε ότι είναι έτσι γιατί είναι σίγουρα καλύτερα έτσι. Ή είναι έτσι, γι’ αυτό πρέπει να παραδεχτούμε ότι είναι σίγουρα καλύτερα έτσι.
Άνοιξε τα μάτια. Η κομπανία αποχαιρετούσε τον μπάρμαν κλείνοντας την πόρτα, το παγωμένο ρεύμα έριξε τη στάχτη στο ουίσκυ.


And Jane came by with a lock of your hair
She said that you gave it to her
That night that you planned to go clear


Έξω οι δρόμοι ήταν το ίδιο έρημοι, τα φώτα και οι κρεμασμένες γιρλάντες έλαμπαν το ίδιο ασθενικά και η νύχτα προχωρούσε παγωμένη, αδιάφορη και γαλήνια.


Did you ever go clear?

[pic: Moonassi]
Advertisements

2 Σχόλια »

  1. απλα υπεροχα μοναχικο….

    Σχόλιο από gofilia — 29/12/2010 @ 3:52 πμ | Απάντηση

  2. ρέει όμορφα και το απόλαυσα. Ωραίο το απότομο τέλος επίσης, δίνει τόνο.

    Σχόλιο από rimadi — 18/01/2011 @ 12:41 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: