Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

30/05/2011

Κωνσταντίνος Πρωτοπαππάς, Πέντε ποίματα

Filed under: Τεφλονοποιήματα,Τεύχος Τέσσερα — kyokokishida @ 1:08 πμ

Εσύ

Δεν είχες κρίνο.
Δεν είχες άσπρο.
Δεν είχες ανεμώνες.
Είχες μιά σμέρνα ανθισμένη να κρεμέται ο κορμός της από το στόμα σου.
Η ρίζα της, ο μπάτσος μες τα σπλάχνα σου.

Τα Λόγια Της Στρίγκλας

Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες ήταν πλέον αργά για οποιαδήποτε κίνηση. Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες, ήμουν μέλος μιας πενταμελούς παρέας, βουτηγμένος ως τα αυτιά στο αλκοόλ. Και τότε, κοιτώντας το ποτήρι των 00:45 με το κόκκινο μπρούσκο κρασί, επλημμύρισαν τα μάτια μου. Στάξανε ό,τι είχαν, μέσα στο ποτήρι, μη διαλύοντας την πυκνότητα και το χρώμα του. Όπως το έφερα ύστερα ψηλά ως το χείλος μου, μύρισα το άρωμα του κορμιού σου που ’χεις κάθε πρωί. Και το ήπια. Το έγλειψα και δεν ξανάβαλα ούτε μια σταγόνα στο ίδιο ποτήρι.
Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες ξυπνούσα αδιάφορος για το υπόλοιπο της μέρας, αφού στοχαζόμουν τον αδειανό χώρο που έχεις αφήκει. Το χώρο που μας άνηκε και ήταν ισορροπημένος για μας. Τώρα πια το πάτωμα τρίζει και ο καθρέφτης δε με χωρά. Μάλιστα, με δείχνει πιο άσχημο από ποτέ.
Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες μπουσούλησα ως το σπίτι μας. Ήπια ό,τι απέμεινε και έβαλα δυνατά στο pick-up να παίζει Curtis Mayfield. Και χόρεψα με μανία, με κύρος και με χάρη, όπως αρμόζει σε έναν καλλιτέχνη. Ύστερα σήκωσα το κεφάλι μου και είδα στο ταβάνι τη μάνα που σπέρνει τις εποχές κάθε τρίμηνο. Τους 4 γιούς της να ετοιμάζονται διαρκώς για να βοηθήσουν τη γη να αναπαράγει. Όλα αυτά ζωγραφιά στο ταβάνι μας και τότε τα δάκρυα χύθηκαν προς τα μέσα, κατέβηκαν στη μύτη και από εκεί στον οισοφάγο. Τα κατάπια έτσι αλμυρά και γνήσια, χώθηκαν στα σωθικά μου για πάντα.
Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες είχε περάσει αρκετός καιρός. Οι ροδιές είχαν ανθίσει και οι καλαμιές ξεραμένες από το λίβα. Μα δεν είχα άλλο κήπο έξω από ’σένα. Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες έπαψα να τρώω λαίμαργα. Τώρα πια το πιρούνι μου κόβει ομόκεντρους, υποθετικούς κύκλους στο πιάτο, αδειανό, ανώφελο να προσπαθώ με το ζόρι για λίγο φαΐ.
Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες είχα βαριά εγκαύματα, στα χέρια, στα πόδια, στο θώρακα και στο πρόσωπο. Λεπρός να σιγοκαίγομαι σαν ερείπιο παντοτινό, κόλαση σε σαιξπιρική πράξη. Φορούσα την κάπα του Πόντιου Πιλάτου και τραύλιζα προσευχές σε άγνωστη για εμένα γλώσσα. Δεν είχα δικό μου ίσκιο. Δίπλα μου σεριανούσε μιαν άλλη σκιά. Σκιά οχθρού με λέπια και ουρά αλόγου, παντοτινή, σα χάδι θαλάσσιου αστερία.
Μια μέρα μαβιά διαπίστωσα ότι μου ’λειψες και εσκούρυνε απότομα. Η θάλασσα έγειρε στο πλάι και ο κλόουν του διπλανού τσίρκου έσκασε στα κλάματα. Δέχτηκα προσφορές από γηροκομεία, μα έμαθαν τα εγκλήματά μου. Αδειανά σοκάκια με παρακαλούσαν για λίγη παρέα, μα σαν καθόμουν με διώχναν όπως-όπως.
Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες είχαμε να μιλήσουμε κοντά τρεις μήνες. Μα ο έρωτας αγάπη μου δε χαρίζεται σε κανέναν. Δε χτυπάει, δε φωνάζει, δε σωπαίνει, δεν κοιμάται. Μια μορφή στη φορμόλη με βέλη κοφτερά. Κι ο έρωτας αγάπη μου κάνει προσευχές, θηλάζει όνειρα και κρύβεται ανάμεσα από τα δυο του χέρια.
Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες έκοψα ένα κομμάτι από το δεξιό μου μηρό. Ένα μέρος πλούσιο σε μυς για να θυμάμαι τις πληγές μας. Να πονώ και να σφίγγω δόντια, τα μάτια να γεμίζουν λευκό, το πρόσωπο που στάζει, σα σημαία περίτρανα να το υψώνω ως άλλος κατακτητής μιας γης στέρφας, άσεμνη κόρη της Τουλίπας.
Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες είδα τις δυο αγέννητές μου κόρες να πάλλονται ομπρός μου. Και τρέχω να τις πιάσω, να γραπώσω μια πιθαμή αίμα μου, μα διαλύονται και γίνονται χώμα και μελάνι. Και μετά εσύ να έρχεσαι πιο γρήγορα, από εμέ, για εμέ. Μα εγώ προσπαθούσα να ξεδιαλύνω χώμα και μελάνι, να σου προσφέρω λέξεις ακέραιες, ολόχρυσες, αγκαλιές λεβάντας. Δεν κατάφερα να σε πιάσω και έπεσες λιπόθυμη σε μια αρματωσιά από σύκα. Κι έφερα μέλισσες κοντά είκοσι χιλιάδες να φτερουγίζουν πλάι σου, να κάνουν αέρα μήπως αυτά τα μάτια ανοίξουν πάλι. Μα άδικα σιμώσανε και σε σηκώσαν για αλλούθε.
Όταν διαπίστωσα ότι μου ’λειψες αποσυνθέθηκε το δέρμα μου, άπετσος κι άτριχος να νιώθω το σούβλισμα του αέρα, της σκόνης, των μυγών και του φωτός. Τα Λόγια Της Στρίγκλας καρφιτσώθηκαν άγαρμπα μέσα μου, ασυναίσθητα. Ο Έρωτάς μας, μια εποχή μου κάηκε στην κόλαση για πάντα. Όλος δικός σου να βρέχεις το πρόσωπο με τα αποκαΐδια του.

Του χαδιού η σκόνη

Μπήκα μέσα στη σκόνη υπερασπίζοντας το άλουστο εγώ μου.
Προσπάθησα να σιγουρέψω τα ψέματα και να νιώσω πιο σταθερός πάνω στο βουνό της θλίψης.
Αφουγκράστηκα σιωπές και μίλησα με νόημα διττό κάτω από το έναστρο πένθος του καλοκαιριού.
Προσπάθησα να σηκώσω ένα χάδι ως τον ουρανό
Τόσο τρυφερό και άβουλο
Ώσπου διαλύθηκε και ενοποιήθηκε με τη σκόνη
Μίσησα το βλέμμα της θάλασσας και σαν όραμα προέβαλα το στερημένο πέπλο της φαντασίας μου
Πάνω στην καρέκλα ζω σα πλούσια αμαρτωλός
Και όλο ζυγώνω θάνατο
Κόβω τ’ όνειρο στη μέση κρατώντας το μικρότερο κομμάτι
Κι αυτό που περισσεύει,
Το μαδάω,
Το χτυπάω,
Το βρίζω,
Το τεφρώνω
Και γκαστρώνω με δαύτο
Τη σκόνη, το χάδι και το βλέμμα.

Υπήρξα

Yπήρξα στον καιρό που οσμιζόμουν ο,τιδήποτε δικό σου, για να μαθω να διαλέγω τις επιλογές σου πριν από εσένα.
Υπήρξα στον καιρό που οριακά σε άγγιζα κι αυτά τα μόρια του αέρα που χώριζαν τους δυο μας γινόντουσαν αραιότερα.
Υπήρξα στον καιρό που σε έβριζα παντοτινά και τόσο αισχρά, μέχρις ότου ένα βράδυ πυράκτωσε το στόμα μου και σιχάθηκα το ίδιο το μυαλό που κουβαλούσα.
Υπήρξα σε καιρό αδυναμίας και σε βίασα.
Σε έριξα στο χώμα,
Σε φίμωσα και σε βασάνισα,
Γυμνή αλήθεια,
Ένας σωρός ξεκούδουνα τηγάνια,
Ένας γλυκός μπαγλαμάς
Κι ο μπαχτσές να μοσχοβολά
Έφτασε για να απολύνει τον πιο αδύνατό μου πόνο.

Κυριακή Πρωί

Πρωινά που χέρια δε με επαινούν.
Σαν το κορμί μου ανασαίνει ήλιο.
Λίγο βουβός κι ολότελα απρόσιτος από χάδια γυναικεία.
Πόσο δικός σου ήμουνα.
Πόσο δικός μου είμαι.
Όλη η παρέα μια εικόνα τρισδιάστατη να φέγγει στα αποκαΐδια της μνήμης μου.
Καμιά βοήθεια εκτός του ήλιου.
Κι αν θα αντέξω είναι γιατί το επιθυμώ.
Σε μια στάλα ιδρώτα που χύνω από τις 6:30 εώς τις 7:30 ανανεώνω τις κυρίαρχες ιδέες μου.
Πώς ο χωρικός καμαρώνει για την καινούρια του φοράδα.
Εδώ στην άκρη της Ελλάδος στη μέση της ζωής μου.
Αναζητώ το πρόσημο που μου λείπει για να συνεχιστεί η εξίσωση.
Κάποιοι γελούν αδιάφορα κι άλλοι το παίζουν στρατιώτες.
Ό,τι μπαίνει, βγαίνει και το ξημέρωμα έρχεται εκεί που το περιμένεις.
Θα συνεχίσω να δράττω υπόκοσμα έως ότου φύγω από την αλητεία αυτή.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: