Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

15/09/2011

Σάκης Σερέφας, Γάτες τρεις, κότα μία, πολλές μύγες, ένα κύμα / μέρος α’

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 1:30 πμ

REINHART WOLF:
NEW YORK ΣΕΛΙΔΕΣ 34 ΚΑΙ 35

Σουρουπώνει το μέγαρο μεγαθήριο
μες στη φωτογραφία
— έγχρωμο, δισέλιδο, γυαλιστερό.
Μισάνοιχτες κουρτίνες, αμπαζούρ, φυτάκια, δειλινά, υδρορροές, σαλόνια,
μπαλκόνια μείον, σιγά το ακροκέραμο σαν τράγος.
Εκατόν σαράντα δύο τα παράθυρα τι πλάνο
κοντινό απ’ την απέναντι ταράτσα πάμε μαζί επάνω
να ρίξουμε μια ματιά.
Ψυχή δεν φαίνεται πού πήγαν όλοι
άδεια δωμάτια ρεύονται στον φακό
είναι κανείς εδώ;
Στο πίσω μέρος της εικόνας σίγουρα μέγα πάρτι ποδοκροτεί
μες στις κουζίνες, στα λουτρά, στα υπνωτήρια, στους διαδρόμους
κουτουρντίζει το αθέατο καλά κρατεί.
Τούλα να με λένε
κι ας κοιμίζω τώρα τα μικρά, να, τρίτο παράθυρο αριστερά,
πήγε κάποιο πλάσμα να πει μα δεν διότι
έπαθε μια τρικούβερτη σιωπή
κάποιος του μηδένισε τον ήχο στη στιγμή.
Άκρα του τάφου δεν είν’ εδώ ντοκιμαντέρ
λαλεί πουλί και πάρ’ το κάτω.
Κοκοφοίνικες ώρα μηδέν. Μέχρι το χίλια.

Ώσπου θροΐζει το κτίσμα τίκτεται
μες στη σιγή φτου βγαίνω.
Ναι σταλάζει μια βρύση
ψηλαφητά εγείρεται η γραία να την κλείσει.
Ναι το βρέφος στην κούνια σκούζει βουβό
τα σκότη τού βυζάξαν τη φωνή μέσ’ απ’ τον αφαλό.
Ναι βάζει τώρα στην πόρτα το κλειδί
στραβή γραβάτα βλέμμα φερετρί.
Ναι άλλη μια μέρα κοντεύει να λήξει στρωτά
κι αν τούτη η εικόνα είναι η απάντηση σε κάτι
τότε, ποια είναι η ερώτηση;
και ποιος ρωτά;

ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ ΣΤΟ ΒΑΖΟ ΔΗΛΑΔΗ

Το πάρτι ξεκίνησε απ’ το πρωί
βαράγαν δίπλα τα μαστάρια ξεκαλούπωναν
μέσα στ’ όνειρο κάτι κρεάτινο ξεκαρδιζόταν
σιγά τα μούτρα έσκουζε σχεδόν παρεξηγήθηκα
επίτηδες τρατάρω βασιλικό πολτό και τζίνσεγκ μια οκά
ως εδώ μ’ ένα πατιρντί σπουδαίο μεν
τρέχαν τα σπέρματα κι αγόραζαν αγρό μα το
κρεάτινο απ’ τη γωνιά του ξεκαρδιζόταν
κι ας πέτυχες μετά γόπες σκουμπριά κομψά καμαρωτά τώρα
δείξε την τρελή που γλείφει γονατιστή το πεζοδρόμιο
γωνία Ικτίνου μήπως να δώσω και τηλέφωνο
αν κάποιος αμφιβάλλει όχι δεν δίνω ήθελα
οπωσδήποτε να δω ζητιάνα δίχως μάτι χέρι πόδι
ποτέ δεν πέτυχα καμιά μα πού τις κρύβουν μόνο
άντρες πάνω σε καρότσια ή χάμω σε χαρτόνια ένας
που τον προτιμώ στην Τσιμισκή φαίνεται η κοκάλα
πετιέται απ’ το γόνατο πού να τα βρεις πια σήμερα αυτά
αχ, Μόσχα Μόσχα, που λέει το τραγούδι με
πήρε και με χόρεψε μια νοσταλγία τριαξονική εγώ που
έβγαινα στον δρόμο και το κρεάτινο έβγαζε τον σκασμό
ψεματούκλα ποτέ δεν συνέβη κυκλάμινα στο βάζο δηλαδή
πιο κάτω να ‘σου ο φίλος το πάρτι της ορμόνης
ουκέτι φρένες έμπεδοι μια καίτη τον σβαρνούσε
έπεσε και τ’ απόγεμα μπουλούκιασαν οι κάργες
στοίβες σκότος πάνω μου σταματημό δεν είχαν
τα μαγαζιά φωτίστηκαν τ’ αφεντικό τρελό χαρίζει
ούτε κουμπί δεν μου ‘ρχεται απόψε να ψωνίσω
για σκέψου
κάτι κουμπιά επάνω μου τα ράψαν πια πεθαμένοι
κάτι άλλα γαζώτριες με γιο στην πρέζα έξω απ’ το ποτάδικο
θυμήθηκα
που έμπαινα κάποτε και το κρεάτινο έβγαζε τον σκασμό
μέγα ψέμα ποτέ δεν συνέβη κυκλάμινα στο βάζο δηλαδή
και μπήκα.

ΓΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ

Όλα έχουν την τελευταία τους φορά —
ένας γάιδαρος που βόσκει ξεκούρντιστος μια
καραμέλα βουτύρου μέσ’ από τη χούφτα σου
ένας φίλος που αφήνει μαλακά την κουραδίτσα του
πάνω στις πευκοβελόνες τώρα ξεραίνεται
ένα ομορφόσπιτο που λιάζει τ’ άντερά του
κάποιο βράδυ πας να μπεις γαμώ την κηδεία σου φωνάζει
μια καμπίνα πλοίου που ξεκαρδίζεται γρα-γρου αυγουστιάτικα
όταν σε τσακώνει με τα σώβρακα να λατρεύεις
μια καλή γιαγιά που τριγυρνά στους δρόμους
μ’ ένα κουπάκι γιαούρτι στο χέρι
και σε σταματά και σε ρωτά πότε λήγει είναι ζωντανό
πότε λήγει;

ΕΙΜΑΙ ΟΓΔΟΝΤΑ
ΣΑΡΑΝΤΑ ΔΥΟ ΧΥΜΑ ΤΑ ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ

Μόλις τον είδα
ήξερα πως θα συμβούνε σκηνικά
σαραντα χρονιά γείτονας
στο ίδιο ασανσέρ
κατάσταση μεγαλείο
Ήσαστε μια χαρά
Είμαι Ογδόντα
(αυστραλοπίθηκος η μουτσούνα του)
Βρέχει έξω
Όλες οι μέρες είναι όμορφες νεαρέ
(η μυτόγκα-τρόμπα τρεμούλιασε ραγδαία δείτε)
Άι μη σου τρυπήσω τον καθετήρα δυσμενέστατε
Μα αφού περπατώ μέχρι το γραφείο κάθε πρωί
Τώρα επιστρέφω από την παραλία ο ηλικιωμένος
(εγώ πάλι με τον υπέρηχο στην κωλοτσέπη
λίγο πριν ο ντόκτορ ρευόταν στο στηθοσκόπιο
το μεσημέρι ψωνίζουμε συμπτωματικά σουτζουκάκια
απ’ το μαγέρικο έναντι του ιατρείου)
Ξέρετε είμαι σαράντα δύο αύριο
Ξέρω παιδί μου τόσο ήμουνα όταν η μήτηρ σου
σ’ επέστρεφε από την αγορά μέσα στη ζείδωρη κοιλιά
σε τούτη την εκατόμβη καμπίνα μπαγασάκο
της ευχόμουν Καλή Λευτεριά Μ’ Έναν Γιο Παρατατικό
ούτε τηλεοράσεις τότε, ούτε κασετόφωνα,
ούτε πίτσες, ούτε ξυραφάκια μπικ, χύμα τα μακαρόνια
το γάλα, ο πάγος, τα πτι-μπερ στον τενεκέ —
Πάψε ορέ διαστημάνθρωπε, του κράζω
Φτάσαμε Σειρούλα, κελαηδεί
κι ανοίγει την πόρτα του θαλάμου
στον όροφο που μ’ εκτοξεύει όλο και πιο μακριά μου.

Η ΖΩΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΤΕΡΝΑ, ΜΑΛΛΟΝ

Ελεεί με το λάστιχο τη χλόη. Πρώην
περιπτεράς, τώρα
δημοτικός υπάλληλος. Προσπαθώ να νιώσω μοντέρνα
στο παγκάκι τρώγοντας πιροσκί. Να δούμε
τι άλλο μπορεί να συμβεί. Ποτίζει με την παλάμη του
ένα φιλικό πιτσιρίκι. Με μανιτάρια τα πιροσκί.
Αλληλογελούν. Περιστέρια, σπουργίτια, χασομερούν. Πολύ
πιο πετυχημένα απ’ τον φαρμακοποιό. Αυγουλομάτης,
σίγουρα ρουφάει τους ορούς πίσω απ’ τον πάγκο. Ραγδαία
μέρα με πίεση στο δέκα το ζητάει το αλμυρό της το
μωρό της. Ρίχνει παραδοσιακό νερό στους πανσέδες σε ανύπαρκτους
μπαξέδες στους καφενέδες που γυρνάς ο πρώην περιπτεράς
με το λάστιχο ο πολύτεκνος ο ελεήστε. Και τώρα λίγα λόγια
για τον κοπρίλο γάβγισε πέρασε. Πλησιάζει
μεσημέρι. Αχ μια μύγα. Ο ήλιος συμμετέχει στον στίχο ανόρεχτα,
πάει τελειώσαν τα καλούδια, ποτίστηκαν και τα λουλούδια,
το πάρκο ρεύεται κι αναχωρεί.

[όλα από τη συλλογή Μπορεί και νευρικό (2003), εκτός από το ποίημα «Για τελευταία φορά» που προέρχεται από το Τρεις γάτες δρόμος (2000)]

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: