Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

25/09/2011

Θανάσης Τζούλης, Ανθολόγηση / μέρος α’

Filed under: Τεύχος Τέσσερα — kyokokishida @ 12:10 πμ

Το σκοτωμένο πουλί

Υπάρχουν δρόμοι χωρίς τέρμα
που γλιστρά η νύχτα το κορμί της.
Υπάρχουν δρόμοι μ’ ένα στύλο
και μ’ ένα πουλί σκοτωμένο
στο κρανίο του.
Το σκοτεινό φεγγάρι
κατάπιε όλη τη νύχτα
κι’ αυτός ο στύλος είναι ορόσημο του δρόμου.
Αρχίσαμε από τα μάτια μας,
μην πουληθούμε στους δρόμους
στο πρώτο καραβάνι που θα βρούμε.
Άλλοτε οι δρόμοι είχαν τέρματα.
Μα τα πρόσωπα είναι στραμμένα στον τοίχο
κι’ από τα χέρια τους πέφτουν
δυό απαγχονισμένοι
μέσα στη νύχτα.

Τα κουπιά των νεκρών

Οι νεκροί
σκίζουν το καταπέτασμα
του σπιτιού μας.
Κρεμάστε τα πορτραίτα
και μη βροντάτε
τα έπιπλα.
Τα νερά είναι ζεστά από το σώμα τους.
Μη βροντάτε τα χέρια
και φαίνονται άδεια.
Οι νεκροί πέφτουν από τα σύννεφα
και γεμίζουν το σπίτι μας,
τα νερά στάθηκαν έκπληκτα στην πόρτα,
δεν άφησαν ακόμα την κραυγή τους.
μες στα νερά χάσαμε τα πόδια μας,
κρατείστε τα κουπιά των νεκρών.

Ανακομιδή

Όλη τη νύχτα έχανες τα δόντια σου –
μου χρειαζόταν αυτό το εμπόδιο.
Πλύνε το χώμα απ’ το κορμί σου,
δεν έχεις ούτε νύχτα, ούτε μέρα στο κορμί σου
όσο να βυθιστείς μες στο πηγάδι.
Τράβηξε το κορμί σου απ’ το κρεβάτι,
δεν έφυγες από τα δέντρα με τις εποχές
που είχαν τα χορτάρια αίμα.
Ανάμεσα απ’ τα μέλη σου
δεν είναι μέρος για το σπαραγμό,
δεν κάρπισαν τα μάτια σου να πω πως σώθηκες
με τη νωχέλεια στους δείχτες του ωρολογιού.
Μάσε το κορμί σου απ’ το κρεβάτι
και μεσ’ από τα κόκκαλά σου
την οδύνη μου

Οι πέτρες και ο χρόνος  (Απόσπασμα)
ΧΙ


Κάηκ’ η ζωή μας και γίναμε ποίηση.
Κλείστε τα παράθυρα.
Μόνο η φωνή ας βροντάει
σαν το σκυλί μέσα στις θύελλες.

[Σπόνδυλοι, 1961]

 Η αρκούδα

Η αρκούδα που κυνηγά τον άνθρωπο
ποιος ξέρει αν δεν ήταν άνθρωπος
και φοβάται μη ξαναγίνει;

Ο φόβος

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε

Τη νύχτα τα όνειρα ξεκλειδώνουν την πόρτα
και κουβαλούν στο σπίτι μας νεκρούς
κι ύστερα βγάζουν τα κεραμίδια του σπιτιού
να κατεβεί ο Χριστός στο άδειο σπίτι
να τον σπαράξει ο φόβος μας
γιατί είναι η δική του σειρά
να πιστέψει σε μας
απόψε και την άλλη νύχτα και την άλλη

Το πρωί οι νεκροί είναι στην ίδια κουβέρτα
και κρύβουν με τα χέρια το χτυπημένο κορμί
μη φοβηθούμε και τους κλείσουμε έξω από το σπίτι
όταν ο αέρας ρίχνει τα κλειδιά από τις πόρτες

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε

Την ίδια ώρα η μάνα
φοβερίζει το πεθαμένο παιδί
να μη γυρίσει σπίτι αυτή τη νύχτα
θα το χτυπήσουν στην ίδια μεριά

Πώς να δηλώσουμε τους νεκρούς
να τους σώσουμε και να σωθούμε;

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε
κρατήσαμε τον ύπνο να κρυφτούμε στο μαλλί του
να ξεφύγουμε από το φόβο
που περιμένει στη πόρτα μονόφθαλμος

Πριν από την τελευταία ώρα
η μάνα διώχνει τους νεκρούς από την καταπαχτή
κι αυτοί γυρίζουν μαζεύοντας τις πατημασιές μας
γιατί φοβούνται πως χαθήκαμε
την ώρα που ο αέρας ρίχνει τα κλειδιά από τις πόρτες

Πώς να δηλώσουμε τους νεκρούς
να τους σώσουμε και να σωθούμε;

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε

[Ισθμός, 1975]

 

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: