Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

04/10/2011

Θανάσης Τζούλης, Ανθολόγηση / μέρος β’

Filed under: Τεύχος Τέσσερα — kyokokishida @ 11:21 μμ

Ο ποιητής κρύβει φόνους κουναβιών

Κάτω από τη χλόη των άκρων του και τις βροχές
και κυρίως στις κουφάλες του υπογάστριου
ο ποιητής κρύβει φόνους κουναβιών
που θα συντελεστούν στις αμοιβές του χειμώνα

γιατί ένας ποιητής μ’ ανοιχτά σπλάχνα
είναι τόπος παγιδευμένος απ’ τους κυνηγούς

όπως και κάθε πηγή μες στους δρυμούς

Είναι αδύνατο να συνηθίσω πως πέθανες σ’ όλες τις λέξεις

Γεμίζουν τρίχωμα τα πράγματα στις γωνίες
που έχασαν τη λαβή σου
και λέω να πάρω τις συνήθειές σου
σιτεμένες μέσα μου
     ———————και σκεύη που βήχουν

αζήτητα νυχτωμένα στο λαιμό μας
και να τα φέρω κάτω από το χώμα σου
με τις ζυμώσεις σου ανοιχτές
και τα χνότα σου
————————–να με οργώνουν

γιατί είναι αδύνατο να συνηθίσω
πως πέθανες σ’ όλες τις λέξεις

Μαγειρεία δίπλα στα γραφεία τελετών

Τα μαγειρεία δίπλα στα γραφεία τελετών με μεσότοιχο
Λένε που οι νεκροί με βραδινά σκουτέλια
δοκιμάζουν όλα τα φαγητά

Μου έτυχε να μην ξέρω αν έχω
στην απέναντι καρέκλα μου νεκρό ή ζωντανό
τρώμε και καπνίζουμε με το ίδιο ύφος
όταν κουραζόμαστε βγάζουμε το κεφάλι
και το ακουμπάμε στο τραπέζι
Γεμίζουν τα τραπέζια κεφάλια στη σειρά
τα κορμιά είναι από κάτω πεσμένα
για να ξεκουράζονται
βγάζοντας το μαύρο μάρμαρο για ν’ αλαφρώσουν
–Κρεμάστρες για τα κεφάλια σας κύριοι
κι από μια γαβάθα για το αίμα σας
λέει το γκαρσόν περνώντας κάτω από τα τραπέζια

Συχνά μου τυχαίνει να μην ξέρω
αν έχω απέναντί μου νεκρό ή ζωντανό
και τον γυμνώνω με βουβά ερωτήματα
το ίδιο σίγουρα κάνει κι αυτός
κι ούτε ξέρει αν γυρίζω σπίτι μου
      ————————————-ή
     ——————————————-στον
  —————-———————————–τάφο
με τον ίδιο μεσότοιχο
ούτε κι εγώ ξέρω

Έχουμε όλοι τα ίδια κλειδιά
μεγάλα στην άκρη και παχιά σαν τα μάτια της κουκουβάγιας
μόνο για τη νύχτα

Το ίδιο γίνεται κι αν αλλάξουμε σακάκια
ακόμα και τις γυναίκες μας

που συμβαίνει να κοιμούνται με νεκρούς
μετά το δείπνο

ή να μην ξέρουμε

όπως συχνά γίνεται στα ποιήματά μου

Αλλάζουν σπιτόδερμα

Ξενοδουλεύω για να καθαρίζω τα ίχνη των νεκρών
από σπίτι σε σπίτι με αμοιβές
και κρύβομαι στη νεκρόπορτα μην καταλάβουν
που γεμίζω λειχήνες και βυθούς τους πόρους μου
για να ρουφώ νωπές φωνές ασκούπιστες στα σκεύη
και πιο πολύ στις βαθιές κοιλιές του σπιτιού
που χώνονται σε γλίνες για να κλωσούν

ή αλλάζουν σπιτόδερμα να κρύβονται

[Αμφίβια, 1980]

Να βοτανίσω

Να βοτανίσω τη φωνή μου από τους ήχους των νεκρών
και προπαντός από τους ήχους των ποιητών

Καστανόχωμα για τα νεκροταφεία

Αγοράζουμε καστανόχωμα για τα νεκροταφεία

διαβάζουμε μπαίνοντας στα Γιάννενα από το νότο
με τον Αι – Γιάννη και την ομίχλη του
να κρύβει τ’ απόκρυφα των πεθαμένων

Άλλοι λένε λόγια παλαβά·
Πως η γραφή δεν είναι από ζωντανούς
και το χώμα ξενιτεύτηκε στη Βλαχιά
από τον καιρό του Ρόβα

Απ’ έξω μουλάρια φορτωμένα
που κατηφόρισαν από τη Λίπα και τη Δωδώνη
πουλούνε μάλλινα για τους νεκρούς
και ζέστη από παλιά χαλκουργεία
που αντέχει ακόμα στο κάλπικο κλίμα

Παράξενα που παχαίνουν τα σπίτια
όταν μένουν μόνα
λένε από μακριά οι πεθαμένοι
Αποθηκεύουν το λίπος τους
για ν’ αντέχουν στην ερημιά
με τα χαμένα μουλάρια

[Απόγευμα των μύρων, 1977]

Στην τελευταία παράγραφο του φεγγαριού

Τη νύχτα που αποκόβονταν το φεγγάρι από το γάλα του
και το αμπέλι μου έπεφτε στο μαλλί του
έβλεπα ένα απολιθωμένο παιδί
να παλεύει με το ποταμόσκυλο γύρω από ένα κόκαλο
ή κάτι σαν τέτοιο από παλιά παράγραφο
που είναι χαμένο το άλλο κείμενο
Στην αρχή τους πήρα για φίλους το λιγότερο
που έπαιζαν γύρω από ένα μαντήλι
ύστερα πήγα να βοηθήσω το παιδί που ήταν χωρίς κεφάλι
κι ανάβρυζαν τα λόγια του από τις πλάτες
δεν ήξερα ακριβώς από πού στάλαζαν
το είδα να φεύγει με το κόκαλο στο χέρι

Είναι η γλώσσα μου ούρλιαζε

και χτυπιόταν σαν το κοτσύφι στο αμπέλι
να σηκώσει κουρνιαχτό γύρω να μην το δουν
κι άνοιγε γούρνα μ’ ένα κουταλάκι
στην τελευταία παράγραφο του φεγγαριού
ή αλλιώς στη χάση του

[Ρινόκεροι, 1975]

[ανθολόγηση:Γιώργος Πέππας, pic: Francis Bacon]
Advertisements

1 σχόλιο »

  1. καθώς ο θάνατος χασκογελούσε
    με τους στίχους ποιητών πληγμένων βάναυσαπτηφήμητου
    ένα like πήγα να κάνω μόνο, αλλά δίστασα

    πώς να δηλώσω ένα βλογ ανενεργό

    σόλες τις λέξεις πεθαμένος
    ο τζούλης
    την ομερτά του θάνατου ψελλίζει
    σόλους τους στίχους που δειλά θαυμάζω
    που ταπεινό ένα like τούς οφείλω

    Σχόλιο από tamistas — 05/10/2011 @ 9:32 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: