Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

23/11/2011

Ossip Mandelstam, Δύο μεταφράσεις

Filed under: Τεφλονομεταφράσεις — kyokokishida @ 1:48 πμ

Δίκην Γέφυρας

Υπήρξε στα πρώτα χρόνια της ζωής μου μια ρωσογερμανίδα κυρία, η οποία επέμενε να μου διαβάζει ρωσικά παραμύθια. Δεν ξέρω αν το έκανε συνειδητά ή αν απλώς την ανακούφιζε το γεγονός ότι το υπερκινητικό πλάσμα που φρόντιζε έμενε ενεό και ήσυχο στο άκουσμα αυτών των κειμένων πάντως, η ίδια γυναίκα μου σύστησε σταδιακά (αγνοώντας το χωροχρονικό και γλωσσικό ρήγμα που έμελε να διανοιχθεί) τους σημαντικότερους ρώσους ποιητές. Εκείνη αγαπούσε ιδιαιτέρως τον Ossip Mandelstam, μία από τις σπουδαιότερες ποιητικές φωνές του 20ου αιώνα, μία αυθεντική ρωσική ψυχή, η τραγική μοίρα της οποίας υπήρξε δεμένη με την ιστορία του τόπου του. Τα χρόνια κύλησαν και δεν ήταν παρά αφού είχα ψηλώσει πάρα πολύ και ζούσα σε μια άλλη χώρα πια όταν αναζήτησα ξανά τις φωνές αυτών των ανθρώπων. Μην μπορώντας να βρω ικανοποιητικές μεταφράσεις στα ελληνικά και μη έχοντας ούτε τις βασικές γνώσεις της ρωσικής στράφηκα στην παλιά μου πατρίδα. Και να που ένα βιβλιαράκι με μεταφράσεις ποιημάτων του Mandelstam από τον έτερο μεγάλο γερμανό ποιητή και συνοδοιπόρο του Paul Celan, έφτασε στα χέρια μου λειτουργώντας ως γέφυρα στο γλωσσικό κενό. Η ποίηση του Mandelstam, βαθιά, λυρική, δισυπόστατη απλωνόταν μπροστά στα μάτια μου με όλη της την κληρονομιά: αυτήν που κουβαλούσε και αυτήν που άφηνε. Η ανάγνωση επέφερε μια σχεδόν ακαριαία καταβύθιση στην περίπτωσή μου αφήνοντας ένα εκκρεμές αίτημα ανάδυσης. Η ανάδυση αυτή συντελέστηκε με κάποιο τρόπο μέσω της μεταγραφής τους στα ελληνικά. Μερικές φορές η επιθυμία να μεταγράψει κανείς ένα ποίημα που τον συγκλονίζει μπορεί να είναι εξίσου έντονη με την ερωτική επιθυμία που νιώθει όταν, ερωτευμένος, θέλεις να εξαφανιστείς ολόκληρος μέσα σε αγαπημένο πρόσωπο.  Ούσα δίγλωσση, το παιχνίδι μεταγραφής σκέψεων και λέξεων από τη μία γλώσσα στην άλλη συντελείται σχεδόν ακαριαία στο μυαλό μου, οδηγώντας συχνά σε γόνιμα μοιράσματα με οικεία πρόσωπα ομιλητές της μίας ή της άλλης γλώσσας. Η διαδικασία πέρασε αναπόφευκτα και από τα μονοπάτια και άλλων μεταφραστικών και μη προσπαθειών του Mandelstam στα ελληνικά, τα αγγλικά και τα γερμανικά, καταλήγοντας εκ νέου από το χέρι μου στο χαρτί. Η Μοnica Rinck, της οποίας τα ποιήματα φιλοξενούνται επίσης σε αυτό το τεύχος, σχολιάζει σε μια συνέντευξή της ότι «στη Ρωσία υπάρχει ένας σχετικός σκεπτικισμός για την ποίηση που στερείται ρίμας, μουσικότητας. Το έχω βιώσει αυτό.» Λυπάμαι βαθιά για την απώλεια της μουσικότητας και του ρυθμού των πρωτοτύπων που αλλοίμονο χάθηκε σε μεγάλο βαθμό στο ταξίδι αυτό. Τα όποια άλλα παροράματα, μαζί με το αμάρτημα της μεταφραστικής αλαζονείας, χρεώνονται, φυσικά, στην υπογράφουσα. Ως ελαφρυντικό ας της αναγνωριστεί μόνο ότι επρόκειτο για μια χειρονομία αγάπης και μακρινού χαιρετισμού.

Δανάη Σιώζιου

Tο όστρακο

Το ξέρω, νύχτα, σου είμαι παντελώς
άχρηστος. Από μέσα σου, φαράγγι του ωκεανού,
εκσφενδονίστηκα, ένα όστρακο, κούφιο,
κείτομαι στην άκρη του κόλπου σου.

Εσύ αμέτοχη κυλάς, κυλάς αφρίζοντας
τα κύματά σου, δεν ακούς τίποτα, τραγουδάς, δωσ’ του και τραγουδάς.
Αλλά όμως αυτό, αυτό που άδειο κι άχρηστο είναι, θα έπρεπε εσύ
να αγαπήσεις, το όστρακό σου εκεί
για να το εκτιμήσεις.

Στην άμμο εκεί κείται, πλάι της ξαπλώνεις,
το ένδυμά σου φοράς, αυτή σε ’σένα εισδύει,
σ’ αυτή δένεστε μαζί, για πάντα
μεγάλης της αμμουδιάς καμπάνα,

Οι τοίχοι του είναι εύθραυστοι,  αυτό το σπίτι,
είναι ακατοίκητο σαν τις καρδιές μας,
το γεμίζεις με τον ψίθυρο του αφρού,
με βροχή, καταχνιά, ομίχλη, άνεμο…

[1911]

РАКОВИНА

Быть может, я тебе не нужен,
Ночь; из пучины мировой,
Как раковина без жемчужин,
Я выброшен на берег твой.

Ты равнодушно волны пенишь
И несговорчиво поешь,
Но ты полюбишь, ты оценишь
Ненужной раковины ложь.

Ты на песок с ней рядом ляжешь,
Оденешь ризою своей,
Ты неразрывно с нею свяжешь
Огромный колокол зыбей,

И хрупкой раковины стены,
Как нежилого сердца дом,
Наполнишь шепотами пены,
Туманом, ветром и дождем…

Τristia

Σπούδασα τον αποχωρισμό –μια  Επιστήμη
την μελέτησα νύχτα, μέσα από πόνο και λυτά μαλλιά.
Μουγκρητό από βόδια. Αναμονή, μακροχρόνια φυλάκιση.
Η πόλη αγρυπνία, ώρα για την περίπολο τελευταία.
Και ‘γω –εγώ κρατιόμουν καθώς ο πετεινός απ’ τη νύχτα,
εκεί, βαριά τη θλίψη σήκωσα στους ώμους, γύριζα, ώρα πολλή,
κλαμένα μάτια διέσχισαν το διάστημα
και ο γυναικείος θρήνος έμπλεξε με των Μουσών το τραγούδι.

Όποιος ακούει αυτή τη λέξη, “Διαλυόμαστε”, άραγε
ξέρει, τι ο αποχαιρετισμός και τι ο χωρισμός φέρνει,
τι μήνυμα στέλνει  η νικητήρια κραυγή του πετεινού
όταν φλόγες στέκονται πάνω σου, Ακρόπολη;
Τι ομολογεί,  όταν μια νέα ζωή, οποιαδήποτε, συνέρχεται,
ενώ μουγκρίζουν βαριεστημένα στο στάβλο τα βόδια
πριν σύρουν την άμαξα
γιατί ο αγγελιοφόρος της νέας ζωής
απ’ τα τείχη ψηλά χτυπά τα φτερά;

Μ’ αρέσει να κοιτώ τον αργαλειό να υφαίνει, ξέφτια,
πετάει η σαΐτα, το αδράχτι μουρμουρίζει, κροταλίζει το αυτί…
και δες, ένα  χνούδι, αληθινό από κύκνο,
ξυπόλητη η Δηλία, έρχεται!
Ω, της ζωής μας η αιτία που φειδωλεύει και στενεύει,
η ζητιανιά της γλώσσας  που τη χαρά μαρτυρεί!
Αχ, μόνο η πλήξη έρχεται, για άλλη μια φορά
εκεί όπου εσύ, μόνο εσύ, αναγνωρίζεις την τύχη σου καθαρά.

Ας είναι λοιπόν: το δοχείο πήλινο, καθαρό
η φιγούρα πάνω του κέρινη, διαφανής, τεντωμένη,
σα δέρμα σκίουρου, γδαρμένο ενώ σκυφτό πάνω από το κερί ,
ξένιο το μάτι ενός κοριτσιού παρατηρεί.
Δεν εναπόκειται σε μας η απάντηση στου ερέβους των Ελλήνων το χρησμό,
με το κερί εκείνες κι εμείς με το χαλκό.
Σε μας πέφτει το ζάρι των μαχών για να το βρούμε ότι κρυφό,
αυτές διάττοντες προφητεύουνε στο μέλλον.

[1918]

TRISTIA

Я изучил науку расставанья
В простоволосых жалобах ночных.
Жуют волы, и длится ожиданье —
Последний час вигилий городских,
И чту обряд той петушиной ночи,
Когда, подняв дорожной скорби груз,
Глядели вдаль заплаканные очи
И женский плач мешался с пеньем муз.

Кто может знать при слове «расставанье»
Какая нам разлука предстоит,
Что нам сулит петушье восклицанье,
Когда огонь в акрополе горит,
И на заре какой-то новой жизни,
Когда в сенях лениво вол жует,
Зачем петух, глашатай новой жизни,
На городской стене крылами бьет?

И я люблю обыкновенье пряжи:
Снует челнок, веретено жужжит.
Смотри, навстречу, словно пух лебяжий,
Уже босая Делия летит!
О, нашей жизни скудная основа,
Куда как беден радости язык!
Все было встарь, все повторится снова,
И сладок нам лишь узнаванья миг.

Да будет так: прозрачная фигурка
На чистом блюде глиняном лежит,
Как беличья распластанная шкурка,
Склонясь над воском, девушка глядит.
Не нам гадать о греческом Эребе,
Для женщин воск, что для мужчины медь.
Нам только в битвах выпадает жребий,
А им дано гадая умереть.


Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: