Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

10/02/2012

Ο όμορφος Βέλκι και τα δυο γαλάζια ψάρια

Filed under: Αφορμές,Παραμυθιαστείτε,Τεύχος Δύο — kyokokishida @ 10:51 μμ

Πριν από πολύν καιρό ζούσαν άνθρωποι και στη νότια μεριά του Μποϊγκάν, στο χωριό Μαβάτ. Σε αυτό το χωριό ζούσαν και δυο αδερφές, η Ντοράμ ήταν η νεότερη και η Ντομάκ η πρωτότοκη.
Όταν οι γονείς τους χρειαζόντουσαν νερό, τα δυο κορίτσια έπρεπε να πάνε μέχρι την πηγή να κουβαλήσουν το νερό μέσα σε μεγάλα δοχεία από ινδικό καλάμι. Και κάθε φορά που τα κορίτσια πήγαιναν για νερό, τα συνόδευε ο Βέλκι και μερικά άλλα αγόρια του χωριού. Έλεγαν αστεία μεταξύ τους και γελούσαν σ’ όλο το δρόμο. Κι όταν έφταναν στην πηγή, γέμιζαν με νερό τους σωλήνες από ινδικό καλάμι. Όμως πριν ξεκινήσουν για τα σπίτια τους τα κορίτσια και τα αγόρια έκαναν ένα μεγάλο κύκλο κι έπαιζαν μπάλα. Κοντά στην πηγή υπήρχε ένα μεγάλο δέντρο ουαΐ και με τον καρπό του έπαιζαν*. Τα παιδιά έριχναν το ουαΐ το ένα στο άλλο κι όταν έφτανε στα χέρια του Βέλκι σταματούσαν το παιχνίδι τους και ξεκινούσαν για το σπίτι.
Ο Βέλκι δεν καταγόταν απ’ το Μαβάτ, αλλά είχε έρθει από το κοντινό χωριό Σάου. Και τα κορίτσια του Σάου πήγαιναν να φέρουν νερό από την πηγή. Πάντα σχηματιζόταν μια μεγάλη παρέα από κορίτσια και αγόρια που πήγαιναν να φέρουν νερό. Ο Βέλκι ψάρευε συχνά με το καμάκι, πάντα όμως ακολουθούσε τα κορίτσια όταν αυτά πήγαιναν στην πηγή.

Μια μέρα που είχε τελειώσει πάλι το νερό, τα κορίτσια ξεκίνησαν για την πηγή. Όμως αυτή τη φορά η Ντομάκ πήγαινε με την παρέα των νεαρών, δίπλα στο Βέλκι, που στο μεταξύ είχε γίνει ερωμένος της. Η αδερφή της, η Ντοράμ, ήταν μαζί με τα άλλα κορίτσια. Όλες όμως οι κοπέλες ζήλευαν την Ντομάκ γιατί ήταν ερωτευμένες με το Βέλκι. Όταν έφτασαν στην πηγή, γέμισαν με νερό τους σωλήνες από ινδικό καλάμι κι όπως πάντα έπαιξαν μπάλα και μετά ξεκίνησαν για το χωριό. Οι νεαροί πήγαιναν μπροστά και τα κορίτσια τούς ακολουθούσαν. Η Ντομάκ, περήφανη και χαρούμενη, περπατούσε δίπλα στο Βέλκι και κρατούσε το χέρι του. Τα άλλα κορίτσια λύσσαξαν από τη ζήλια τους και μουρμούρισαν:
— Όταν έρθει στην Ντομάκ η πρώτη της εμμηνόρροια, δε θα τη βοηθήσουμε! Κι ούτε θ’ αφήσουμε και την αδερφή της να τη βοηθήσει…
Όλα τα κορίτσια της παρέας δεν ήταν ακόμα ώριμα για γάμο. Ήταν όμως συνήθεια όταν ένα κορίτσι είχε την πρώτη της εμμηνόρροια, κάποιος έπρεπε να την περιποιείται και να τη βάλει να καθίσει, γιατί δεν επιτρεπόταν να περπατά έξω. Έμενε στο σπίτι της και τη φρόντιζε κάποια θεία της, της έφερνε φαγητό κι ό,τι άλλο της χρειαζόταν.
Αυτήν ακριβώς τη μέρα, την ώρα που γύριζε από την πηγή, ήρθε η πρώτη εμμηνόρροια στην Ντομάκ. Είχαν κάνει σχεδόν το μισό δρόμο, όταν ξαφνικά η Ντομάκ σταμάτησε να περπατάει, γιατί δεν έπρεπε ούτε να συνεχίσει το δρόμο της, ούτε να καθίσει στο χώμα μόνη της. Τράβηξε την αδερφή της από το χέρι:
— Αδερφούλα μου, βοήθησέ με να καθίσω!
Όμως τα άλλα κορίτσια τράβηξαν μαζί τους την αδερφή της Ντομάκ κι όλες μαζί προσπέρασαν το άτυχο κορίτσι, χωρίς καμιά να σταματήσει για να τη βοηθήσει.
Η Ντομάκ έμεινε μόνη της πίσω. Η αδερφή της την κοιτούσε καθώς απομακρυνόταν και άρχισε να κλαίει. Όμως τα άλλα κορίτσια δεν την άφηναν να γυρίσει πίσω…
Η παρέα σταμάτησε ακόμα μια φορά στο ξεραμένο έλος κι έπαιξε μπάλα. Ούτε κι ο Βέλκι ενδιαφέρθηκε για το κορίτσι που έμεινε πίσω μόνο του: γελούσε κι αστειευόταν με τις άλλες κοπέλες. Όταν έπεσε η μπάλα στα χέρια του, ξεκίνησαν όλοι για το σπίτι…
Όταν η Ντοράμ έφτασε στο σπίτι, τη ρώτησαν οι γονείς της:
— Πού άφησες την Ντομάκ;
Με δάκρυα στα μάτια, η Ντοράμ τους διηγήθηκε τι έπαθε η αδερφή της και πώς τα άλλα κορίτσια δεν την άφησαν να τη βοηθήσει.
— Και τώρα στέκεται ολομόναχη κάπου στο ξεραμένο έλος και δεν είναι κανείς εκεί για να τη βοηθήσει να κάτσει…
Οι γονείς κατατρόμαξαν.
— Μήπως μας πεθάνει το κορίτσι!
Η Ντομάκ στεκόταν όλη τη μέρα στην ίδια θέση… Τα πόδια της είχαν πρηστεί από την ορθοστασία. Κι όπου κυλούσε το αίμα της, βάφτηκε το χώμα κόκκινο. Τέλος, η Ντομάκ άρχισε να σέρνεται και σιγά σιγά έφτασε σε μια μικρή στρογγυλή λιμνούλα. Εκεί είδε ένα γαλάζιο ψάρι που φυσούσε δυνατά τον αέρα κι έκανε το νερό να παφλάζει.
Ξαφνικά η Ντομάκ αντίκρισε το πρόσωπό της μέσα στο νερό της λίμνης και κατατρόμαξε:
— Αλίμονό μου! Έγινα φάντασμα! Δεν ανήκω πια σε αυτόν τον κόσμο.
Μετά γλίστρησε στο νερό κι έγινε ένα με το γαλάζιο ψάρι.
Ο πατέρας, η μητέρα και η μικρή της αδερφή άρχισαν να ψάχνουν να βρουν την Ντομάκ. Βρήκαν τα ίχνη από το αίμα της και την ακολούθησαν μέχρι τη λιμνούλα. Κι εκεί είδαν το γαλάζιο ψάρι, που ήρθε κοντά τους κολυμπώντας σαν να ήθελε να τους χαιρετίσει. Τότε οι γονείς κατάλαβαν πως το ψάρι αυτό ήταν η κόρη τους και πως την είχαν χάσει για πάντα. Κλαίγοντας γύρισαν πίσω στο χωριό και διηγήθηκαν με δάκρυα σ’ όλους τους χωριανούς πως η Ντομάκ είχε γίνει φάντασμα.

Λίγο αργότερα ήρθε και στην Ντοράμ η πρώτη εμμηνόρροια και η θεία της την περιποιόταν, όπως ήταν το έθιμο. Την πήγαν σε μια καλύβα, περίπου εκατό μέτρα έξω από το χωριό. Όλα τα κορίτσια έμεναν απομονωμένα σε αυτή την καλύβα, ώσπου να τους περάσει η πρώτη εμμηνόρροια. Οι γονείς παρακάλεσαν τη θεία να περιποιείται καλά την Ντοράμ, γιατί θα πήγαιναν στον κήπο για να φέρουν φρούτα και λαχανικά για τη γιορτή που θα γινόταν με ευκαιρία την ωρίμανση της κόρης τους.

Μετά την εξαφάνιση της Ντομάκ ο Βέλκι άρχισε να ενδιαφέρεται για την αδερφή της. Κι όταν αυτή είχε απομονωθεί και ζούσε με τη θεία της στη μικρή καλύβα έξω από το χωριό, ο Βέλκι άρχισε να σκέφτεται πώς θα επισκεφτεί το ωραίο κορίτσι. Πήρε λοιπόν το καμάκι του κι έκανε πως πηγαίνει για ψάρεμα. Δεν πήγε όμως πολύ μακριά κι άρχισε να κόβει βόλτες στην αμμουδιά μπροστά στο χωριό. Η Ντοράμ τον είδε από την καλύβα της.
— Εκεί ψαρεύει ο Βέλκι! σκέφτηκε.
Η Ντοράμ είχε δεμένη στο μπράτσο της μια μικρή κουδουνίστρα. Κι έτσι όταν η θεία της αποκοιμήθηκε, μπόρεσε να ειδοποιήσει το Βέλκι. Αυτός άκουσε τον ήχο της κουδουνίστρας και κατάλαβε πως τον καλεί η Ντοράμ. Δεν άφησε να χαθεί η ευκαιρία και γλίστρησε αθόρυβα στην καλύβα. Έκανε έρωτα με την όμορφη Ντοράμ και μετά ξαναπήγε στην ακρογιαλιά, μακριά στα βράχια, για ψάρεμα.
Όταν ξύπνησε η θεία από το βαθύ της ύπνο, είδε άμμο στην πλάτη και στο κεφάλι της Ντοράμ. Αμέσως κατάλαβε τι έγινε κι άρχισε να καταριέται την ώρα που την πήρε ο ύπνος.
Στο μεταξύ η Ντοράμ έφτιαξε από τη φλούδα του κοκοφοίνικα έναν πελεκάνο. Κι όταν η θεία της πήγε στο χωριό κι άρχισε να διηγείται σ’ όλον τον κόσμο πως ο Βέλκι ατίμασε την Ντοράμ, αυτή μπήκε μέσα στον πελεκάνο. Κι έτσι μπόρεσε να πηδήξει στο ποτάμι και κολύμπησε μέχρι το ακρωτήρι Γκιβάι Μπούτου. Εκεί, ακόμα και σήμερα, υπάρχουν πελεκάνοι…
Η Ντοράμ άφησε για λίγο στο ακρωτήρι τα φτερά του πελεκάνου και πήρε πάλι το ανθρώπινο κορμί της. Όλοι οι συγχωριανοί είχαν μαζευτεί στην όχθη και φώναζαν:
— Ντοράμ, Ντοράμ, γύρνα πίσω!
Όμως αυτή απάντησε:
— Όταν η αδερφή μου ήταν σε δύσκολη θέση, κανείς δεν τη βοήθησε. Τώρα θα πάω να τη συναντήσω…
Η Ντοράμ ξαναπήρε τη μορφή του πελεκάνου και πέταξε μακριά. Ο Βέλκι έτρεχε για να την προφτάσει. Έτρεχε πολύ γρήγορα κι είχε σχεδόν πλησιάσει τον πελεκάνο που ξεκουραζόταν στα βράχια. Ο Βέλκι είχε ερωτευθεί κεραυνοβόλα το ωραίο κορίτσι. Ξαφνικά η Ντοράμ ξαναπήρε την ανθρώπινη μορφή της, καθόταν στα βράχια και κοιτούσε το Βέλκι που την πλησίαζε. Η καρδιά της ήταν ραγισμένη και για μια στιγμή δεν ήξερε τι να κάνει:
— Να ξαναγυρίσω στο Βέλκι ή να πάω στην αδελφή μου; σκεφτόταν.
Στο μεταξύ οι χωριανοί την πλησίαζαν και μερικοί προσπαθούσαν να τη φτάσουν με βάρκες. Ο Βέλκι ήταν πια πολύ κοντά της.
Πώς μπορούσαν όμως να την πιάσουν;
Η κοπέλα είχε πάλι μεταμορφωθεί σε πουλί και μπορούσε να πετάξει μακριά. Για μια στιγμή ακόμα δίστασε και κοίταξε με λαχτάρα το Βέλκι. Μετά όμως ξαναθυμήθηκε την αδερφή της, που είχαν κάποτε όλοι τόσο άσπλαχνα εγκαταλείψει. Κι όταν ο Βέλκι την έφτασε κι όρμησε για να την πιάσει, η Ντοράμ πέταξε μακριά. Ούτε οι βάρκες πια δεν μπορούσαν να τη φτάσουν.
Όλοι οι χωριανοί γύρισαν πίσω στα σπίτια τους. Η Ντοράμ πέταξε πάνω από την ανατολική άκρη του νησιού και κάθισε στους βράχους Γκιταλπάντ. Κοίταξε πίσω της… Κανείς δεν την ακολουθούσε πια…
Κολύμπησε λίγο, κι αφού ξεκουράστηκε πάλι, πέταξε στη λιμνούλα που ζούσε η αδερφή της με τη μορφή ψαριού…
Ο Βέλκι γύρισε με τους άλλους στο χωριό Μαβάτ. Μετά όμως έτρεξε στη λιμνούλα στο ξεραμένο έλος. Εκεί είδε από μακριά την Ντοράμ να κάθεται στην όχθη και να κουνάει το κεφάλι της, όπως κάνουν οι πελαργοί. Τη χαιρέτισε και η Ντοράμ άρχισε να κλαίει… Κι ο Βέλκι έκλαιγε τώρα… Όμως η Ντοράμ ξαναθυμήθηκε την αδελφή της. Σκέφτηκε:
— Στην πραγματικότητα, ο Βέλκι της ανήκει… Μόνο που την πρόφτασε ο θάνατος… Γι’ αυτό προτιμώ κι εγώ να πεθάνω…
Και μπήκε στα νερά της λίμνης. Όταν ο Βέλκι έφτασε λαχανιασμένος στη λίμνη, ο πελεκάνος είχε εξαφανιστεί. Μόνο δυο γαλάζια ψάρια κολυμπούσαν στην επιφάνεια της λίμνης και τον κοιτούσαν βουβά…

*Ο καρπός του δέντρου είναι κόκκινος και αρκετά σκληρός και χρησίμευε για τόπι πριν φέρουν οι Ευρωπαίοι στους ιθαγενείς τόπια από δέρμα και λάστιχα.
[Από τη συλλογή Εξωτικά παραμύθια της Αικ. Ζωιτοπούλου, Κέδρος, 1982.
Για την αντιγραφή: Μ. Γαργαρώνη.]
Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Υπέροχο παραμύθι. Είχα το βιβλίο Εξωτικά παραμύθια όταν ημουν μικρός, και τώρα δεν μπορώ να το βρώ. Μήπως θα μπορούσατε να με βοηθήσετε?
    vlix1313@gmail.com

    Σχόλιο από ΒΖ — 05/10/2012 @ 5:08 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: