Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

27/03/2012

Ali Cobby Eckermann, Little bit long time: η στρογγυλή φωνή μιας αβορίγινης ποιήτριας

Filed under: Τεφλονομεταφράσεις,Τεύχος Πέντε — kyokokishida @ 4:46 μμ
Το Βουνό
Χείλη σπάνε
ματώνοντας,

το βουνό στεγνώνει
στη γλώσσα μου.

Χέρια ροζιάζουν
αδέξια,

το βουνό ανατέλλει
στα δάχτυλά μου.

Στέκω να το δω
και περιμένω.

Έρχεται ένα πουλί.
Δεν ρωτώ τίποτα

γυρίζω και γραπώνω
τη θέα.

Μαύρο


 Για τη Μαμά Audrey, μια πραγματική ακτιβίστρια

1
Ο πατέρας μου είναι ένας μονόκερως
Το μυθικό τέρας
Που κρύβεται πίσω από σύννεφα
Φλυαρίας.

Η μητέρα μου αρπάζει κουρτίνες
Τις κομματιάζει με αγωνία
Τις πλέκει κορδέλες
Σε μια άδεια εκκλησία.

Η γιαγιά μου ανοίγει παράθυρα
Υφαίνει τραγούδια
Και τρυφερά λέει
Μύθους αληθινούς.

2
Ο πατέρας μου νομίζει ότι δεν είμαι δική του

Η μητέρα μου νομίζει ότι με ξέρει

Η γιαγιά μου νομίζει ότι είμαι η καρδιά της

Αλλά εγώ δεν είμαι τίποτα από αυτά

Είμαι λευκή
Είμαι γκρίζα
Είμαι μαύρη.

(more…)

20/03/2012

Ignazio Buttitta: η ιστορία ενός λαού σε σικελική διάλεκτο –κι οι διάλεκτοι των λαών του κόσμου

Filed under: Αφορμές — kyokokishida @ 9:45 μμ

Ο Ινιάτσιο Μπουττίττα είναι σπουδαίος, ο ακραιφνέστερος στην εμμονή του στη γραφή σε διάλεκτο, Σικελός ποιητής. Η μεγάνησος, το ομηρικό νησί του Ήλιου, δεν είναι καμιά περιφέρεια στην λογοτεχνική παράδοση, ειδικά τους τελευταίους δύο αιώνες- Pirandello και Lampedusa, Virga και Quasimodo, Sciascia και Camilleri… δύο Νόμπελ αλλά και μια γερή παράδοση λαϊκής ποίησης, συχνά σε διάλεκτο και πάντα δεμένης με τις ανάγκες, τους αγώνες και τις αγωνίες του σικελικού λαού.

Ένας λαός
Ρίξτον στην αλυσίδα
Γδύστον
Κλείστου το στόμα
Λεύτερος είν’ ακόμα

Πάρτουνε τη δουλειά
Το πασσαπόρτο
Τραπέζι να μην έχει για φαγί
Κρεβάτι για τον ύπνο
Ακόμα πλούσιος είναι

Ένας λαός
Φτωχός και δούλος γίνεται
Όταν του κλέβουνε τη γλώσσα
Που τούδωκεν ο κύρης του
Χαμένος για πάντα

Φτωχός και σκλάβος γένεται
Όταν οι λέξεις του δεν
Γεννάνε λέξεις
Και τρών η μιατηνάλλη


[από το “Lingua e Dialettu”, συλλογή Lu Pani Si Chiama Pani, 1954]

Ο Μπουττίττα είναι τέτοιος ποιητής –λαϊκός από θέση κι από επιλογή. Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Bagheria (Μπαγκερία, και σικελιστί Baaría), μια πόλη με αγροτική οικονομική βάση, κέντρο των κοινωνικών διεκδικήσεων για μαζικό αναδασμό και αναδιοργάνωση της γαιοκτησίας σε δημοκρατική προοπτική σε προηγούμενες δεκαετίες, έδρασε ώς μέλος του τοπικού Κομμουνιστικού Κόμματος αλλά κι ως «ποιητής της πλατείας», όπως θα έλεγε κι ο ίδιος στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, και μέχρι τον θάνατό του. Στο μεταξύ για πολιτικούς όσο και οικονομικούς λόγους, γνώρισε και τον τυπικά σικελικό δρόμο της μετανάστευσης, που τον οδήγησε στην πλούσια Λομβαρδία για μια δεκαετία.

(more…)

18/03/2012

Raegan Butcher, Aπό το Πέτρινο Ξενοδοχείο / μέρος γ’

Filed under: Τεφλονομεταφράσεις,Τεύχος Πέντε — kyokokishida @ 7:35 μμ

χαμαλοδουλειά

δεν ξέρω
πόσες ώρες
της ζωής μου
τις πέρασα
καθαρίζοντας αυτά που άφησαν
πίσω τους άλλοι.
όταν δεν έχεις
προσόντα
και χρειάζεσαι $$$
δουλεύεις είτε
σε φαστ φουντ
είτε γίνεσαι επιστάτης.
έχω καθαρίσει κτίρια
γραφείων, εστιατόρια,
αποθήκες, στάβλους,
μπακάλικα,
εργαστήρια
και επισκεπτήρια φυλακών.
οι φίλοι μου πάντα
μου φαίνονταν ότι είχαν δουλειές
πιο υποφερτές
κατά κάποιον τρόπο·
δούλευαν σε δισκοπωλεία
ή σε μαγαζιά με μεταχειρισμένα σινιέ ρούχα ή οι
γονείς τους είχαν
επιχειρήσεις και
δούλευαν γι αυτούς.
εγώ πάντα κατέληγα
επιστάτης.
στην φυλακή
ποτέ δεν χρησιμοποιείται
αυτός ο όρος· αντί γι αυτό
είσαι porter.
χωρίς να είμαι σίγουρος γιατί·
εγώ νόμιζα ότι porter
είναι αυτός που βοηθάει τους επιβάτες
στα τρένα
ή κάτι τέτοιο.
σε όλη τη διάρκεια της εφηβείας
και της δεύτερης και τρίτης δεκαετίας της ζωής μου
μέχρι τη στιγμή που με συνέλαβαν
δούλευα σε άσημες σκατοδουλειές με χαμηλή αμοιβή
και μηδέν κύρος·
ομολογουμένως,
το σφουγγάρισμα αποχωρητηρίων δεν είναι
σέξι εργασία.
έμοιαζε πως οποτεδήποτε
έβρισκα καλοπληρωμένη δουλειά
απολυόμουν σε λίγους μήνες.
ποτέ δεν απολύθηκα
από δουλειά
που πληρωνόταν με τον κατώτατο μισθό.
έπρεπε να παραιτούμαι από τέτοιες δουλειές, μόνο για να
αναγκαστώ να βρω άλλες, όμοιες
δουλειές μετά από μερικούς μήνες
πείνας
και ύπνου σε ξένους καναπέδες.
δεν ήταν και σπουδαία
ζωή
αλλά ήταν αυτό που
έκανα.

(more…)

15/03/2012

Roger McGough, Άλλα τέσσερα

Filed under: Τεφλονομεταφράσεις,Τεύχος Πέντε — raniatef @ 2:48 μμ

Πίτα

εγώ ήθελα μια ζωή
εσύ ήθελες κάτι άλλο
δεν μπορούσαμε να ᾽χουμε την πίτα ολόκληρη
κι έτσι φάγαμε οέναςτονάλλο.

Πρώτη Μέρα στο Σχολείο

Χιλιαδεσμυριαδεσιλιάδες μίλια μακριά από το σπίτι
Περιμένω το κουδόυνι να χτυπήσει. (Να χτυπήσει πού;)
Γιατί όλα είναι τόσο μεγάλα, τ’ άλλα παιδιά;
Τόσο φασαριόζικα; Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι στο σπίτι
Να γεννηθήκαν πρέπει με στολή
Να ζήσαν όλη τη ζωή τους σε παιδικές χαρές
Να ξόδεψαν τα χρόνια τους εφευρίσκοντας παιχνίδια
Που δεν μ’ αφήνουν να παίξω. Παιχνίδια
Σκληρά, που σε καταπίνουν.

Και τα κάγκελα,
Παντού γύρω, κάγκελα.
Είναι για να κρατάνε μακριά τους λύκους και τα τέρατα;
Τα πράματα που σκοτώνουνε και τρώνε παιδιά;
Τα πράματα απ’ τα οποία δεν παίρνεις γλυκά;
Ίσως νάναι για να μας εμποδίζουνε να βγαίνουμε έξω.
Να το σκάμε από τα μασήματα. Μάσημα.
Πώς μοιάζει ένα μάσημα;
Ακούγεται σαν τσίχλα γλιστερό.
Τα φυλάνε μέσα στις αίθουσες δαδασκαλίας.
Αίθουσες γεμάτες δάδες και σκαλιά. Για φαντάσου.

Μακάρι να μπορούσα να θυμηθώ τ’ ονομά μου
Η μαμά είπε ότι θα ήταν χρήσιμο.
Όπως οι γαλότσες. Στις λακκούβες.
Γαλαζογαλότσες. Μακάρι νάταν εκείνη εδώ.
Νομίζω ότι τ’ όνομά μου είναι ραμμένο κάπου
Ίσως η δασκάλα μού το διαβάσει.
Δα-σκάλα. Αυτή που φτιάχνει τις σκάλες.

(more…)

05/03/2012

Cheryl Clarke, το καπέλο μου ανάποδα

Filed under: Αφορμές,Τεφλονομεταφράσεις,Τεύχος Δύο — kyokokishida @ 11:26 μμ
οι ποιήτριες είναι από τις πρώτες μάγισσες
ας υποφέρουνε λοιπόν μέχρι θανάτου
ας υποφέρουν και καμιά φωνή μη βγάλει
μπρος σ’ ολονών τα μάτια ας καούν
παρεκτός αν μετανοημένες στα λατινικά
τους στίχους τους αρχίσουν ν’ απαγγέλλουν.
είμαι ποιήτρια.
μιλάω κορακίστικα.
τρώω πόδια γουρουνίσια –σημάδι κραυγαλέο
του σατανά
για όσους έχουνε σε δάκτυλο
και ίαμβο εκπαιδευμένα αυτιά
για αυτούς που λύνουνε τις διαφορές με δίστιχα.

το βάζω στα πόδια μόλις δω ποντίκια.
με αρούρια μπερδεύω
τα νεκρά καφετιά φύλλα
που ο άνεμος χορεύει γρήγορα και κοφτά
γράφω σταματημένη στα φανάρια
ακούγοντας ντιούκ έλινγκτον
στο κότον κλαμπ.

κρατώ από τη φάρα των μαγισσών.
χάντρες ταρώ φορώ
ψάχνω για νεοπαγανίστριες
τα προσχέδια καίω όλα
αναζητώ τις τρομερές γυναίκες
εκείνες που τους βοστρύχους τους κρύβουν
ωσότου η σίβα επιστρέψει.

(more…)

Blog στο WordPress.com.