Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

18/11/2012

Nanni Balestrini, Κάπως έτσι

Filed under: Τεφλονομεταφράσεις,Τεύχος Έξι — kyokokishida @ 2:57 πμ

Αυτοί είναι οι κόμποι, αυτές οι ουλές,
τα ρούχα που φόρεσες, η απρόσμενη εποχή
στην άσφαλτο όπου θα ζούμε ακόμα, αυτό το σύννεφο
που μοιάζει πολύ με την τσαγιέρα που ήδη

κρύωσε, με το πρόσωπο ενός αρρώστου,
γαλάζιο όπως το εστιατόριο, η απόσταση,
αν και είναι εννιά η ώρα, οι προετοιμασίες
σχεδόν τελείωσαν, απεσταγμένες παπαρούνες,

πιστεύοντας στα μάτια μου, γέρνοντας από τη σκεπή
πάνω από τις κορυφές κλαδεμένων πεύκων, μα
εξαπατάς τον τίτλο, εγγύηση στους περαστικούς,
που σχεδόν όλοι έχουν φύγει, μαζεύουν

απαραίτητα και η βάρκα που ποτέ δεν
βρίσκεις, αλλά απαραίτητη επειδή διασχίζουμε
παρόλο που εμείς δεν κοιτάζουμε και όπου
δούμε μολονότι δεν υπάρχει γιατρειά και περνάνε

ακόμα αβέβαιοι οι τόποι όπου
σύνορα ευκρινώς σημαδεμένα μας αποκαλύπτονται…
Τότε ακόμη κι ο ουρανός θα πρέπει ν’ αλλάξει. Όπως θα μπορούσα
να αλλάξω ξαφνικά θέμα και λίγοι

να το προσέξουν, ο γδούπος που ψάχνει ακόμα
κουφός τις απογευματινές ώρες, και βαθύς
και οι πέτρες που έχεις κάτω από την πλάτη ή η διαφυγή
διαβρωτικών ουσιών από γκρεμισμένες κατασκευές ‒

παρόλ’ αυτά, τίποτα καινούριο, ελαφρόπετρα
στους αγκώνες, αν υπάρχει θέση για έναν μόνο από μας
και βγαίνοντας μόλις από το σπίτι συναντά τυχαία,
εσύ συναντάς, να ’ξερες μόνο πόσο καιρό σε περιμένω.


[μτφρ. σταύρος μπουκουβαλέας, kyoko kishida]

IN QUESTO MODO

Questi sono i nodi, queste le cicatrici,
gli abiti che hai indossato, la stagione inattesa
sull’asfalto dove ancora vivremo, quella nuvola
che abbastanza somiglia alla teiera già

fredda, con la faccia di uno che sta male,
azzurro come il ristorante, la distanza,
sebbene siano le nove, i preparativi
pressoché ultimati, papaveri distillati,

credendo ai miei occhi, sporgendo dal tetto
sulle cime di pini recisi, ma
inganni il titolo, garanzia ai passanti,
che quasi tutti se ne sono andati, si annidano

necessari e la barca che tu non trovi
mai, ma necessaria perche attraversiamo
quantunque noi non guardiamo e dove
vediamo se pure non c’è rimedio e passano

ancora incerti i luoghi dove
confini nettamente segnati ci rivelano…
Poi il cielo dovrà pur mutare. Come io potrei
cambiare di colpo argomento e pochi se ne

accorgerebbero, il tonfo che fruga ancora
sorclo le ore del pomeriggio, e profondo
e i sassi che hai sotto la schiena ο la fuga
di sostantivi corrosi dalle stravolte strutture‒

comunque niente di nuovo, la pomice
sui gomiti, se non c’è posto che per uno di noi
e appena uscito di casa s’imbatte,
tu t’imbatti, se hai capito quanto ti aspetto.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: