Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

01/05/2013

محمود درويش (Μαχμούντ Νταρουίς), Δύο ποιήματα

Filed under: Τεφλονομεταφράσεις — kyokokishida @ 12:25 πμ

Ταξίμι πάνω σε σούρα* της Ιερουσαλήμ

Σήμερα κρέμεται στο ξύλο…εκείνη που μας κρέμασε στο νόστο.
Σήμερα κλαίτε πάνω στην Ιερουσαλήμ.
Κι εκείνη δεν κλαίει πάνω σε κανέναν.

Κι όταν τα δάκρυα σμίξουν με του ρολογιού τους δείκτες, θα γίνει χρόνος η Ιερουσαλήμ, τόπος θα γίνουνε τα μάτια. Έξω από μας, οι πόλεις, τα δάκρυα, το βράδυ που δεν έχει τελειωμό. Και μέσα μας, ριζωμένο ένα πολυβόλο, να στοχεύει τα αεροπλάνα και των προφητών το νόστο.
Όλα τα ονόματα που δώσαμε στην Ιερουσαλήμ, όλα αταίριαστα.
Κι αταίριαστα, όλα τα μέσα που διαλέξαμε να την τιμήσουμε:
Ο πίνακας, το ποίημα, το Συμβούλιο Ασφαλείας, η προδοσία και ο θανάτος.
Κι ούτε έναν Ιερεμία δεν βγάλαμε, να περπατήσει μες στους δρόμους μας και μες στα μάτια μας…να μας καταραστεί, να μας θρηνήσει.

Αν δεν μας πιάσει η κατάρα, δεν θα σωφρονιστούμε.
Κι αν στα αυτιά μας δεν φτάσει ο θρήνος, καμιά ομορφιά δεν θα γευτούμε.
Πάψε…πάψε τα δάκρυα του σήμερα, που μοιάζουν με τα δάκρυα του χθες.
Κι ας ψάξουμε άλλο χρώμα για τα δάκρυα του αύριο.
Γιατί για μας, η Ιερουσαλήμ δεν έχει τείχος. Είναι η πρωτεύουσα του αλλοτινού αντίσκηνου, των βασιλιάδων του χρήματος των αλλοτινών και των αλλοτινών μαρτύρων. Πάψε λοιπόν…πάψε τα δάκρυα του χθες, ώσπου να γίνει η Ιερουσαλήμ πρωτεύουσα του χρώματος του κόκκινου, που βάφτηκε από τα νερά του Ιορδάνη.

Μπήκα κρυμμένος θαρραλέα και φοβισμένος απ’ το θάρρος μου

Μία φορά συνέβη στη ζωή μου, να δω την ιστορία αρματωμένη μ’ όλα αυτά τα όπλα και τα κλαδιά των άγριων ελιόδεντρων. Μα δεν συνέβηκε ποτέ, να μεταμορφωθεί ο άνθρωπος σε βράχο, ούτε κι ο βράχος σε στρατιώτη.

Κι όμως, συνέβη στην Ιερουσαλήμ.
Κι ήμουν εγώ ο βράχος κι ο άνθρωπος και ο στρατιώτης.
Ήρθε η ώρα…κι από τούτη τη στιγμή, ο παράδεισος θα είναι πλέον πιο κοντά. Θα ανταλλάξω την Ιερουσαλήμ με τον παράδεισο. Γιατί δεν είναι σαν εκείνον όμορφη, δεν είναι σαν εκείνον ταπεινή.
Και γιατί εκεί, η υπόσχεση δεν γνωρίζει προδοσία.

Ποιος μου έμαθε ετούτη τη σιωπή;
Ποιος δίδαξε στην Ιερουσαλήμ αυτή την ομορφιά;
Ποιος μου έδωσε να πιω τις δονήσεις από τούτο τον σεισμού;
Ποιος δίδαξε στην Ιερουσαλήμ τη συντροφιά αυτής της νύχτας της ατέλειωτης;
Ποιος μου έμαθε όλο αυτό το θάρρος;
Ποιος έμαθε στην Ιερουσαλήμ όλη αυτή την ειρωνεία;
Όχι. Δεν είναι σκιά δέντρου η πατρίδα. Δεν είναι λεπίδα στου ξίφους το θηκάρι. Όχι. Δεν είναι οικογενειακός δεσμός, ούτε αίματος δεσμός δεν είναι. Δεν είναι θρησκεία η πατρίδα, ούτε και Θεός.
Είναι ετούτη η αποδημία…τούτη η αποδημία…τούτη η αποδημία που σε ρημάζει στην Ιερουσαλήμ.
Και από δω και πέρα, ο παράδεισος θα είναι πιο κοντά.

Δεν υπάρχει συνάντηση, ούτε κι αντίο.

Εκείνη τη στιγμή, ανάμεσα στη συνάντηση και τον αποχαιρετισμό, ανάμεσα στη σάρκα και τα κόκαλα, τότε σε υποδέχεται η Ιερουσαλήμ.
Κι ορμάς πάνω στους εφημεριδοπώλες, στα ερείπια των μνημείων, στους πωλητές των φαλάφελ, των λαχανικών και των εισαγόμενων κονσερβών.
Πράγματι, έμαθαν μέσα σε μια νύχτα των εισβολέων τη γλώσσα.
Ορμάς επάνω τους, την ώρα που εκστασιασμένοι αυτοκτονούν. Παίρνεις τα πράγματά τους και φωνάζεις, φωνάζεις με δυνατή σιωπή:
«Ποιος θ’ αγοράσει την ιστορία μου, την παλιά και την καινούργια, και τις κηλιδωμένες της σελίδες, για μια μοναδική στιγμή θριάμβου;»
Μετά, χαμογελάς στους εισβολείς.

Σκύβεις κι η πλάτη σου, μοιάζει με τόξο αραβικό, απ’ τον καιρό που οι άραβες ήταν ιππότες, τότε που δεν γνωρίζανε το πετρέλαιο και το ραδιόφωνο. Και ετοιμάζεσαι για πράξεις σκοτεινές.
Εν αρχή η πράξη ή ο λόγος; Διστάζεις.

(more…)

Blog στο WordPress.com.