Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

19/10/2013

Αντώνης Αντωνάκος, Δύο μικρά πεζά

Filed under: Τεύχος Εφτά — kyokokishida @ 6:33 μμ

Γραμμή αυτοκτονίας

Απ’ τη μιαν άκρη της γραμμής ακούστηκε μιαν αργόσυρτη γυναικεία φωνή, «η κόρη μου είναι άρρωστη. Έχει παραφρονήσει λόγω οξείας εξάψεως. Φοβάται και τρομάζει στο σκοτάδι. Παθαίνει κρίσεις πανικού. Έχει μονίμως ένα σφίξιμο στην καρδιά. Επιθυμεί την αυτοκτονία. Είναι θυμωμένη, ταραγμένη, αγωνιά. Κατονομάζει πράγματα φοβερά που την προστάζουν να πηδήξει στο κενό, να ριχτεί σε πηγάδια, να κρεμαστεί. Όταν δεν έχει εφιάλτες και δεν υπάρχουν φαντάσματα γύρω της, υπάρχει ένα είδος ηδονής που την κάνει να ποθεί το θάνατο σα να είναι κάτι καλό». Απ’ την άλλη άκρη της γραμμής χαμηλόφωνα με μιαν επιτηδευμένη συμπόνια η υπάλληλος απάντησε, «σε άτομα καταθλιπτικά, άρρωστα ή που θέλουν να κρεμαστούν, χορηγήστε κάθε πρωί χυμό από ρίζα μανδραγόρα».


Με ήλιο και βροχή

Το λεωφορείο σταμάτησε στο σπίτι της χήρας. Μια δίπατη ξύλινη καντίνα πριν το Επταχώρι. Δίπλα στην είσοδο είχε ένα κίτρινο γραμματοκιβώτιο. Γύρω γύρω λάσπες κι ένα αγκαθωτό συρματόπλεγμα που οριοθετούσε το ρέμα απ’ το δημόσιο δρόμο. Ο οδηγός γουστάριζε να παίρνει το καφεδάκι του με τη χήρα κάθε που ανεβαίναμε Θεσσαλονίκη. Αυτό που εννοούσε για καφεδάκι δεν ήταν στην πραγματικότητα καφεδάκι παρά ένας σωρός άλλα πράγματα. Είχε ένα ειδύλλιο δρόμου και σταματούσε το δρομολόγιο εκεί, με ήλιο και με βροχή. Οι επιβάτες κατέβαιναν νυσταγμένοι παίρνοντας θέση στη μικρή ισόγεια κουζίνα. Η χήρα ήταν ντυμένη πάντα με τα ίδια ρούχα. Χτένιζε με τον ίδιο τρόπο τα μαλλιά και φορούσε μαύρα γυαλιστερά παπούτσια που άστραφταν σα βρεγμένα κάρβουνα. Έψηνε σε όλους καφεδάκι και στο μεγάλο τραπέζι δίπλα στην είσοδο είχε πάντα μια πιατέλα με φρέσκο χαλβά πασπαλισμένο με κανέλα και ζάχαρη. Η χήρα ήταν αδύνατη γύρω στα πενήντα με μαύρα αμυγδαλωτά μάτια. Στον τοίχο απ’ άκρη σ’ άκρη είχε ένα σπάγκο απ’ όπου κρέμονταν παντού ματσάκια με λουλούδια. Ο οδηγός έπαιρνε τελετουργικά ένα φλιτζάνι με καφέ και ροβολούσε στο πάνω πάτωμα με τη χήρα. Οι ταξιδιώτες κάθονταν κάτω, στην κουζίνα, πίνοντας καφέ και τρώγοντας εξωτικό χαλβά, ξεδιψώντας με γάργαρο νεράκι του Γράμμου, ενόσω ο οδηγός ήταν με τη χήρα στην κρεβατοκάμαρά της παίρνοντας τον «καφέ» του. Το τρίξιμο του σουμιέ τράνταζε τη δίπατη ξύλινη καντίνα κι οι ταξιδιώτες έσφιγγαν μηχανικά τις παλάμες τους στο τραπέζι και τις καρέκλες, σα χταπόδια, κοιτώντας τον ουρανό.

περισσότερα του Αντώνη Αντωνάκου στο τρέχον, ένατο, τεύχος του Τεφλόν κι εδώ
Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: