Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

18/11/2013

Μυρτώ Ξανθοπούλου, Ένα μικρό πεζό και τέσσερα ποιήματα

Filed under: Τεφλονοποιήματα,Τεύχος Εφτά — kyokokishida @ 12:43 μμ

Myrto Xanthopoulou

ΕΙΜΙ ΓΟΥΑΪΝΧΑΟΥΖ

Οι τέντες στις πολυκατοικίες
πράσινα ξέφτια
παραιτημένα στο βρωμοαέρα

τέντες μεσίστιες
λάβαρα της βρωμοαθήνας

τα περιστέρια κουτσουλούν
και σιωπούν.

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ (θρίλερ)

Ξυπνάω στο δεξί  πλευρό, αυτό που βλέπει το μπαλκόνι. Πίσω από την κουρτίνα διακρίνω τη φιγούρα ενός πουλιού. Τα φτερά του είναι απλωμένα και όμως είναι ακίνητο. Έχει τις διαστάσεις ενός κόνδορα και την ακέφαλη ελπίδα της νίκης της σαμοθράκης. Δεν εγκαταλείπει τη μνημειακή στάση του παρόλη τη σκουριά που έχει αρχίσει να εμφανίζεται στα φτερά του, και παρόλο το βάρος των βρεγμένων ρούχων. Ούτε αφήνει ποτέ το πόστο του, το στενό μπαλκόνι.
Σκέφτομαι, η απλώστρα είναι το πιο τραγικό πουλί. Εντάξει, και άλλα πουλιά δεν μπορούν να πετάξουν (όπως η κότα ή η στρουθοκάμηλος), αλλά αυτά είναι χαζά και όλο τρέχουν δεξιά και αριστερά. Η απλώστρα σιωπηλή και στωική στηρίζει μπουγάδες και μπουγάδες απαρηγόρητων ρούχων μέχρι να στεγνώσουν, σαν καλή παραμάνα γενιές και γενιές κλαμένων παιδιών. Και δε ζητάει αντάλλαγμα, ούτε καταχέζει το μπαλκόνι.
Γυρνάω πλευρό. Βλέπω το διάδρομο και την πόρτα του μπάνιου. Σκέφτομαι τον κομπλεξικό άνθρωπο, που μόνο με αεροπλάνο μπορεί να πετάξει. Και αναφέρεται στα πουλιά ως «πτηνά» (με επιστημονική συγκατάβαση), ή «πουλερικά» (δηλαδή αυτό που θα φάμε). Και έχει επιπλέον το θράσος να βαφτίζει το δικό του τσουτσούνι «πουλί».
Γυρνάω μπρούμυτα.

Τα ρούχα δε θα στεγνώσουν ποτέ, ποτέ δε στεγνώνουν.

(more…)

Advertisements

16/11/2013

λΑΜΠΕΡΟύΚ, Τρία ποιήματα

Filed under: Τεφλονοποιήματα,Τεύχος Εννέα — kyokokishida @ 5:47 μμ

ΟΠΤΗΡΑΣ

—————- — —- —φτιάχνουμε καράβια
————————— —-να βρουνε νέα γη
———————-   —φτιάχνουμε ναυάγια
στους υφάλους των παρελθόντων μας

η θλίψη συλλέγεται σε αλεξικέραυνα
αρωματισμένοι σπινθήρες εσείς
παράξενα χωνευτήρια μίσους και μαγείας
μετουσιώνετε τα αποστεομένα δάχτυλά μου σε τρανές κεραίες
κεντάτε κατάρες στα στιλπνά ζωτικά πεδία των χειλιών μου
γιατί μου λέτε: πέθανε!
γιατί μου λέτε: ζήσε!
και εγώ προσεύχομαι εν ονόματι της αγρύπνιας
και το ξέρω ότι αν ενωθώ με τη μεγάλη ανακούφιση
κουβαλητή της αθωότητας θα με χρίσετε
ταλαίπωρα ρετάλια
σινιόρες των μαύρων τόπων
ξένοιαστοι καρποί που θρύβεστε εντός της ανεξήγητης άνοιξης
αν εσείς διψάτε ας έχω εγώ νερό
αν δεν έχω εγώ νερό ποτέ να μη διψάσετε
κι εσύ φως
είσαι χέρι που κρατά κερί;
ή τερηδόνα μπηγμένη σε βρεφική σάρκα;
όπως και να ‘χει
η αγορά ενός δούλου
δεν θα ‘ναι ποτέ τελειωμένη υπόθεση
οι ταπεινοί άλλωστε ευφραίνονται με τον θυμό
και η κόρη με τη κόγχη
φλεγματικά καρφιά μετρούν ακρωτηριασμούς
η καρδιά εν κινδύνω εκχέει δυσαρμονίες
ο τυφλός οδηγεί
χιχι
καλέ μου δούλε
αδυσώπητε καθρέφτη της ψυχής μου
τέντωσε καλά τα αυτιά σου!
μ’ ακούς;
έρχομαι να σ’ αγοράσω!
υδρόβια πλοκάμια είναι οι ρίζες μου
κακό το ριζικό μου
θα με λατρέψεις σαν συντέλεια…
μ’ ακούς;

(more…)

05/11/2013

Στην πλατεία

Filed under: Αφορμές,Ριμοδοσίες — kyokokishida @ 10:58 πμ

hiphopΑπό το έντυπο των Antifa Kallithea, τεύχος 4

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.