Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

16/11/2013

λΑΜΠΕΡΟύΚ, Τρία ποιήματα

Filed under: Τεφλονοποιήματα,Τεύχος Εννέα — kyokokishida @ 5:47 μμ

ΟΠΤΗΡΑΣ

—————- — —- —φτιάχνουμε καράβια
————————— —-να βρουνε νέα γη
———————-   —φτιάχνουμε ναυάγια
στους υφάλους των παρελθόντων μας

η θλίψη συλλέγεται σε αλεξικέραυνα
αρωματισμένοι σπινθήρες εσείς
παράξενα χωνευτήρια μίσους και μαγείας
μετουσιώνετε τα αποστεομένα δάχτυλά μου σε τρανές κεραίες
κεντάτε κατάρες στα στιλπνά ζωτικά πεδία των χειλιών μου
γιατί μου λέτε: πέθανε!
γιατί μου λέτε: ζήσε!
και εγώ προσεύχομαι εν ονόματι της αγρύπνιας
και το ξέρω ότι αν ενωθώ με τη μεγάλη ανακούφιση
κουβαλητή της αθωότητας θα με χρίσετε
ταλαίπωρα ρετάλια
σινιόρες των μαύρων τόπων
ξένοιαστοι καρποί που θρύβεστε εντός της ανεξήγητης άνοιξης
αν εσείς διψάτε ας έχω εγώ νερό
αν δεν έχω εγώ νερό ποτέ να μη διψάσετε
κι εσύ φως
είσαι χέρι που κρατά κερί;
ή τερηδόνα μπηγμένη σε βρεφική σάρκα;
όπως και να ‘χει
η αγορά ενός δούλου
δεν θα ‘ναι ποτέ τελειωμένη υπόθεση
οι ταπεινοί άλλωστε ευφραίνονται με τον θυμό
και η κόρη με τη κόγχη
φλεγματικά καρφιά μετρούν ακρωτηριασμούς
η καρδιά εν κινδύνω εκχέει δυσαρμονίες
ο τυφλός οδηγεί
χιχι
καλέ μου δούλε
αδυσώπητε καθρέφτη της ψυχής μου
τέντωσε καλά τα αυτιά σου!
μ’ ακούς;
έρχομαι να σ’ αγοράσω!
υδρόβια πλοκάμια είναι οι ρίζες μου
κακό το ριζικό μου
θα με λατρέψεις σαν συντέλεια…
μ’ ακούς;

ΞΑΦΝΙΚΗ ΕΝΟΡΑΣΗ ΑΙΑΙΑ

——————–ήδη θα το κατάλαβες
————————————–οι Ιθάκες
——————————–είναι βλάκες
——————————–και μαλάκες

έναν καιρό
και μία φορά
ξύπνησα και δεν μπορούσα να τους δώσω άλλη ζωή
πήγα να πιπιλήσω καραμέλες
και δεν βαπτίσα το παιδί
«γάμα το το μπάσταρδο»
σκέφτηκα
«νύχια μαλλιά θα μεγαλώσουν
θα ζήσει καλά
στην ανάσα του δόλιου δούλου
απ’ το πρώτο παραμύθι
θα παίζει με τα κρόταλα
σαν αστέρι 4 χρωμάτων
σαν χρώμα 4 ορθογωνίων φιδιών
ή σαν ένα χρώμα καλύτερα
ομοούσιο και αδιαίρετο
κόκκινο
ίσως κάπως ροζουλί»
ξύπνησα και δεν μπορούσα να τους δώσω άλλη ζωή
δεν μπορούσα να τους δώσω ούτε ένα μηδενικό
ούτε ένα όμικρον
κι τότε όλα γίναν καθαρά
σαν κρύσταλλο
Το χώμα μου μαλθακό, που ένα κρύσταλλο κουρδισμένο αδιάβροχο περιμένει τα πρωτοβρόχια
του φθινοπώρου και περιμένει τον θεό να μου γλείψει το αυτί. Σύγχρονα ψήγματα αιωνιότητας με
δημιουργούς και δημιουργήματα, με σκατόλακκους και ουρητήρια και κάπως έτσι το χώμα μου
σκληρό. Ποιος κοιμήθηκε εκεί ανάμεσα στη θλίψη και τη θλίψη, στον άνθρωπο και τον
άνθρωπο, στο μέλλον και το μέλλον; Το καβουρντισμένο λίπος, ακούω, τρελαίνομαι στο γέλιο.
Δε λυπάμαι κανέναν πούστη. Οι υπερασπιστές της ειρήνης είναι πιο αδίστακτοι από μένα. Έχω
κλωσσήσει κάθε εξουσία γι’ αυτό τα απαλά αΠαλά σύρματα εκχύουν κι άλλους ψύλλους για να
σκοτώνω στ’ άχυρα. Καθώς όμως εκμπέμπουν οι υποβρύχιοι υδατάνθρακες ανθρακωρύχους, τα
βαλσαμώμενα πουτσοκέφαλα της περηφάνιας, εκχύουν δηλητήριο, εκχύουν ασήμι, εκχύουν
προσκυνούντες. Οι αρχαιολόγοι της προσευχής στην αφίσα και η φιλοσοφία της επετείου στην
εξορία, αφασία είναι των αόρατων θωρακισμένων εξάρσεων, με δροσιά απόλυτη. Αιμόφυρτοι στο
χλιαρό νερό της μπανιέρας! Αυτοί είναι! Οι ψυχραιμότεροι! Αναδεικνύουν τα διασκεδαστικά
κατσουφιάσματά τους. Εξασφαλίζουν τον ακρωτηριασμό της ανάγκης μου στο όνομα της
επιθυμίας τους. Σαν δαιμονισμένες παρλαπίπες ολολύζουν χρήμα, ρίζα, φάτσα, χρώμα, ιδέες.
Οι παλλόμενοι ορίζοντές μου οριζοντιώνουν την κνήμη με το νεύρο και τον πόνο με τη λάμπα. Το
ξέρω η Lockheed Martin τα δύσκολα καλοκαίρια, κυριολεκτικά ανυπόφορη, γουστάρει την
παραμόρφωση και εγώ κονιορτός με διασχίζουν βέλη που δείχνουν λουλούδια και πειράματα που
δείχνουν εκτελεστικούς μηχανισμούς σχιζοφρένειας. Δεν μπορώ να σκοτωθώ γιατί έμαθα να ζω
και είμαι πολύ γοητευτικός. Κρίμα είναι να είμαι ήδη νεκρός όμως. Είμαι τόσο νεκρός που όταν
μασάω κεχριμπάρι κρέμονται αράχνες απ’ τα δόντια μου. Μη με ξεσυνερίζεσαι.
Γουλιά Γουλιά αυτός ο κόσμος θα ανήκει στα ρουθούνια μου
η κεφαλή του νεκρού θα παραμείνει η κεφαλή του νεκρού
Χαίρε Χαρούμενε Θάνατε! Χαίρε Λυσιτελές Φιλί και Μαύρη Άλγεβρα! Χαίρε Κραταιό Οστό!
όλα πια θα είναι απλή στερεά μεταφυσική
διαδίδεται
διαδίδεται…
ότι η προστυχιά της ράτσας μου θα αποτύχει
ότι ο σκεπτικισμός θα συντριβεί
ότι η ορμή θα θριαμβεύσει
ότι δεν θα υπάρχει ουρανός να με ζεστάνει
ούτε γη να με ξεκουράσει
γι’ αυτό κι εγώ βυθίζομαι ανάδελφος στην τιμιότητα του μόχθου και στο δράμα της ζωής
παλουκώνομαι όρθιος
άξονας-καρφί
στη ραβδοφόρο ηλικία της μοίρας

αυτή που νόμιζες τυφλή
λαμβάνει τα μάγια σαν ρεκλάμες
στα πλήκτρα της υπάρχει ένα λεπρό καρφί
γι’ αυτό να τα βαράς με τις παλάμες

ελεύθερος ο νεογέννητος
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

αμήν

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ

μη φοβηθείτε
θα ορμήξουμε να μας καταπιεί το άπειρο
τροφή για ανατίναξη
με ματιά κενή
σαν τα σαράβαλα μυαλά μας
με συγκινείτε ρε κωλάνθρωποι
θα σας ξαναδώ άραγε;
θα τα ξαναπούμε άραγε;
θα με θυμάστε άραγε;
είθε αν ανταμώσουμε ξανά
αιθάλη να ρουφήξουν τα χαμόγελα
και ξέχειλα να είναι τα ποτήρια μας

είναι η ώρα όμως
ένα βήμα μπρος αδέρφια
ένα βήμα μπρος ρεεεεεε
εύφλεκτα ακανθώδη εντόσθια θα μας δείξουν τον δρόμο
ΘΑ ΜΠΟΥΜΕ ΜΕΣΑ!

Περισσότερος λΑΜΠΕΡΟύΚ στα τεύχη εννέα και εφτά του Τεφλόν και εδώ
Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: