Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

04/12/2013

Dario Muci, Πέντε μεταφρασμένα τραγούδια / μέρος α’

Filed under: Τεφλονομεταφράσεις — kyokokishida @ 11:32 μμ
Το τραγούδι της φυλακής
Ποιος λέει πως η φυλακή είναι βάσανο,
εμένα μου μοιάζει διακοπές,
ποιος λέει πως οι χειροπέδες είναι αλυσίδες,
εμένα μου μοιάζουνε χρυσά βραχιόλια.
Από το Λέτσε με πήγαν στο Φοσομπρόνε
και αποκλεισμένος είμαι σαν σκυλί,
η σούπα δεν μου κάνει, ούτε το ψωμί,
η μοίρα θα ορίσει την τύχη μου.
Εσύ, Δικαστή, που κρατάς την ποινή μου στα χέρια σου,
μη τήνε κάνεις πολύ μακριά την καταδίκη μου,
μη τήνε κάνεις πολύ μακριά την καταδίκη μου
αλλιώς θα πεθάνει η μανούλα μου.
Η μάνα του γιου του παρανόμου,
πάντα αθώο τόνε βλέπει
και δε πιστεύει πως είναι αλήθεια,
μήτε όταν τον πάνε στην φυλακή.

Η μάνα για τον γιο της δε συχάζει,
τη νύχτα πίσω από την πόρτα καρτεράει,
καρτεράει με την καρδιά της να χτυπάει,
η καρδιά της μάνας δε σε ξεγελάει.
Πόσο αληθινή κι όμορφη είναι η αδερφοσύνη
που σου χαρίζουν όταν γυρνάς στο σπίτι,
είσαι σύντροφος για μια ζωή,
αυτός είναι ο κώδικας του περιθωρίου.
Φίλοι που στο Λέτσε πάτε,
χαιρετίστε μου γονείς και φίλους,
χαιρετίστε μου γονείς και φίλους
κι ακόμα μερικούς απ’ τους εχθρούς.
Τις φυλακές του Λέτσε δεν ήξερα,
τις έμαθα απ’ την ανάποδη,
Οι φυλακές του Λέτσε είναι μαρτύριο,
από μακριά περνούν οι φίλοι.
.
Παραδοσιακό του Σαλέντο

Canto di carcere
 –
Ci dice ca lu carceru è galera,
a me mi pare na villeggiatura,
ci dice ca li fierri so catene,
a me mi parinu bracciali d’oru.
Di Lecce mi purtara a Fossombrone
e segragato sono come un cane,
la zuppa non mi va, nemmeno il pane,
sarà il destino a fare la mia fortuna.
Te giudice ca puerti la pinna a manu,
no’ mi la fare longa la mia cundanna,
no’ mi la fare longa la mia cundanna
senò faci cu more la mia mamma.
La mamma di lu figghiu delinquente,
all’uecchi sua ni pare sempre innocente
e non ci srete ca è na cosa vera,
mancu quandu lu portanu a ’ngalera.
 –
La mamma pe lu figghiu nu’ regetta,
la notte dretu la porta lu spetta,
lu spetta sempre cu lu core ’ncanna,
lu core ti la mamma no’ tti ’nganna.
Quant’ è sincera e bella la cumparanza,
ca si consacra quando stai ’ncasanza,
sinti cumpare pe’ tutta la vita,
quistu è lu codice della malavita.
Amici amici ca a Lecce sta’ sciati,
mi salutati li parienti e amici,
mi salutati li parienti e amici
e puru quarchetunu ti li nemici.
Li carceri di Lecce no’ li sapìa,
mi l’aggiu ’mparate pi la capu mia,
li carceri de Lecce so’ cruci cruci,
de lu luntanu passanu l’ amici.
Canto di carcere

Chi dice che il carcere é galera,
a me sembra una villeggiatura,
chi dice che le manette sono catene,
a me sembrano bracciali d’ oro.
Da Lecce mi portarono a Fossombrone
e segregato sono come un cane,
la zuppa non mi va, neanche il pane,
sarà il destino a fare la mia fortuna.
Tu giudice che hai la penna in mano,
non me la fare lunga la mia condanna,
non me la fare lunga la mia condanna
sennò farai morire la mia mamma.
La mamma del figlio delinquente,
ai suoi occhi pare sempre innocente
e non ci crede che è una cosa vera,
neanche quando lo portano in galera.

La mamma per il figlio non si dà pace,
la notte dietro la porta lo aspetta,
lo aspetta sempre con il cuore in gola,
il cuore della mamma non t’ inganna.
Quanto è sincera e bella la cumparanza,
che ti consacra quando torni a casa,
sei compare per tutta la vita,
questo è il codice della malavita.
Amici che a Lecce andate,
salutatemi i parenti e gli amici,
salutatemi i parenti e gli amici
e anche qualcuno dei enemici.
Le carceri di lecce non lo conoscevo,
le ho conosciute per la testa mia,
le carceri di Lecce sono croci croci,
da lontano passano gli amici.

~~~

Η Αμερική

Η πιο καλή η νεολαία έφυγε στην Αμερική,
η πιο καλή η νεολαία, αχ Παναγιά μοίρα μου,
η πιο καλή η νεολαία έφυγε στην Αμερική.

Ο άντρας μου πήγε στην Αμερική και δεν μου γράφει,
ίσως έχει βρει, αχ Παναγιά μοίρα μου,
ίσως έχει βρει καμιάν Αμερικάνα.

Αν αυτός έχει βρει την Αμερικάνα,
κι εγώ έχω βρει, αχ Παναγιά μοίρα μου,
κι εγώ έχω βρει έναν χωρικό.

Γιατί 150 λίρες μού ‘στειλε,
ούτε για το αλεύρι, αχ Παναγιά μοίρα μου,
ούτε για το αλεύρι του ψωμιού δεν φτάνουν.

Την Αμερική δεν τη λένε πια Αμερική,
τη λένε η καταστροφή, αχ Παναγιά μοίρα μου,
τη λένε η καταστροφή του σπιτιού.

Παραδοσιακό του Σαλέντο

L’ America

La megghiu gioventù partìu all’ America,
la megghiu gioventù, o Maria sorte mia,
la megghiu gioventù partìu all’ America.

Marituma è sciutu all’ America e no’ mi scrive,
forse ca s’ è truatu, o Maria sorte mia,
forse ca s’ è truata n’ americana.

Se iddhu si l’ è truata l’ americana,
e io m’ aggiù truatu, o Maria sorte mia,
e io m’ aggiù truatu nu paisanu.

Ca 150 lire m’ ha mandatu,
mancu pi’ la farina, o Maria sorte mia,
mancu pi’ la farina faci lu pane.

L’America no’ si chiama chiu’ l’ America,
e si chiama la rovina, o Maria sorte mia,
si chiama la rovina ti li casa.

L’ America

La migliore gioventù partì per l’ America,
la migliore gioventù, oh Maria sorte mia,
la migliore gioventù partì per l’ America.

Mio marito è andato in America e non mi scrive,
forse ha trovato, oh Maria sorte mia,
forse ha trovato un’americana.

Se lui ha trovato un’ americana,
io ho trovato, oh Maria sorte mia,
io ho trovato un paesano.

Mi ha spedito 150 lire,
neanche per la farina, oh Maria sorte mia,
neanche per la farina per fare il pane.

L’ America non si chiama più l’ America,
si chiama la rovina, oh Maria sorte mia,
si chiama la rovina della casa.

~~~

Ο φτωχός αγρότης

Πόσο όμορφος είναι ο ήλιος το πρωί
όταν ο μπαμπάς με φωνάζει να πάω στο χωράφι.

Όταν βλέπω πως το ψωμί είναι λίγο,
μάνα τι πόνο νιώθω στην καρδιά…
όλη τη μέρα σκάβω και σκάβω,
παίρνω την τσάπα και βγαίνω στη γύρα,
κι αν η τσάπα μου κάνει τη χάρη
την πουλάω και γίνομαι βαρόνος.
Βαρόνος εδώ, βαρόνος εκεί,
ο φτωχός αγρότης γίνεται βαρόνος.

Πόσο όμορφος είναι ο ήλιος το πρωί
όταν ο μπαμπάς με φωνάζει να πάω στο χωράφι.

Όταν βλέπω πως το ψωμί είναι λίγο,
μάνα τι πόνο νιώθω στην καρδιά…
το βράδυ όταν γυρνάω
τρώω χωρίς λάδι τα χόρτα
όλη τη μέρα σκάβω και σκάβω,
παίρνω την τσάπα και βγαίνω στη γύρα,
κι αν η τσάπα μου κάνει τη χάρη
την πουλάω και γίνομαι βαρόνος.
Βαρόνος εδώ, βαρόνος εκεί,
ο φτωχός αγρότης γίνεται βαρόνος.

Παραδοσιακό του Σαλέντο

Lu tristu furese

Ce ’ghe bellu lu suennu ’la ’mane
quandu lu tata me chiama vo ’fore.

Quandu eciu ca è picca lu pane,
mamma ce dojia me sentu ’lu core…
tuttu lu giurnu ‘zappandu ’zappandu,
mi pigghiu la zappa e mi ’ndi vo’ girandu,
e ci la zappa mi vae an favore
mi endu lu zappone e mi fazzu barone.
Barone di qua, barone di là,
lu tristu furese barone si fa.

Ce ’ghe bellu lu suennu ’la ’mane
quandu lu tata me chiama vo ’fore.

Quandu eciu ca è picca lu pane,
mamma ce dojia me sentu ’lu core…
alla sira quandu mi ’ncogghiu
a do me tocca ’le fogghie senz’ ogghiu,
tuttu lu giurnu ’zappandu ’zappandu,
mi pigghiu la zappa e mi ’ndi vo’ girandu,
e ci la zappa mi vae an favore
mi endu lu zappone e mi fazzu barone.
Barone di qua, barone di là, lu tristu furese barone si fa.

Il povero contadino

Quanto è bell il sonno la mattina
quanto papa mi chiama per andrae in campagna.

Quando vedo che il pane è poco
mamma che dolore mi sento al cuore…
tutto il giorno zappando zappando,
mi prendo la zappa e me ne vado in giro
e se la zappa mi favorisce
mi vendo lo zappone e mi faccio barone.
Barone di qua, barone di là,
il povero contadino barone si fa.

Quanto è bello il sonno la mattina
quanto papa mi chiama per andrae in campagna.

Quando vedo che il pane è poco
mamma che dolore mi sento al cuore…
alla sera quando rientro
mi tocca la verdura senza olio,
tutto il giorno zappando zappando,
mi prendo la zappa e me ne vado in giro
e se la zappa mi favorisce
mi vendo lo zappone e mi faccio barone.
Barone di qua, barone di là,
il povero contadino barone si fa.

~~~

Μετάφραση: Άννα Κηρύκου

Γεννημένος στο Νάρντο της νότιας Ιταλίας, το 1978, ο Dario Muci είναι ένας λαϊκός μουσικός και ερευνητής της προφορικής παράδοσης του Σαλέντο. Στα τραγούδια του υπάρχει ποίηση, ιστορία και πάθος. Συλλέγει παλιά παραδοσιακά κομμάτια, δώρα που του χάρισαν οι παλαιότεροι ή θησαυροί που ξετρύπωσε μέσα από πολλές εθνο-μουσικολογικές έρευνες. Χρησιμοποιεί τον προφορικό λόγο, ιδιαίτερα σημαντικό στην προφορική παράδοση του Σαλέντο, και το τραγούδι, με ελάχιστη ενορχήστρωση, σαν μέσα κοινωνικής αλληλεπίδρασης, για να μας διηγηθεί σκηνές από τον δικό του Νότο˙ τις συνθήκες μετανάστευσης, τον ρατσισμό, το βάρος των πολιτικών αδικιών και την άνιση κατανομή του πλούτου. Αφηγείται τις ιστορίες του χωρίς νοσταλγία, χωρίς παράπονο και αφιερώνει τα τραγούδια σε αυτούς που έφυγαν από πείνα ή από ανεκπλήρωτα όνειρα.
Οι μεταφράσεις που παρουσιάζονται εδώ είναι από το άλμπουμ Sulu (μετά την απόδοση στα ελληνικά ακολουθεί το πρωτότυπο στη διάλεκτο του Σαλέντο και τέλος η ιταλική μετάφραση).

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: