Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

29/09/2014

Ευαγγελία Λεδάκη, Δύο ποιήματα

Filed under: Τεφλονοποιήματα,Τεύχος Έντεκα — kyokokishida @ 9:46 πμ

BLUE KARAOKE

Το μπλε καραόκε δεν είναι μέρος για φυσιολογικούς
Πριν μπεις σε ρωτούν τρεις λέξεις
Την πρώτη:
τη δεύτερη:
και την τρίτη:
Οι αινιγματικές ερωτήσεις παίρνουν αινιγματικές απαντήσεις
Και έτσι στην πόρτα του μπλε καραόκε
κρίνουν κατά περίπτωση και διαισθητικά
την πιθανότητα εισόδου
Όσοι δεν κατορθώνουν να μπουν
Κατευθύνονται στο διπλανό σινεμά
Το σινεμά είναι θερινό και έχει μεγάλο καμπαναριό
Στην κουζίνα του μαγειρεύουν οι μουσουλμάνοι μύδια
Και οι εβραίοι μάγειροι το χοιρινό
Αμφότεροι δεν τρώνε το φαγητό
Σεβόμενοι την απώθηση αλλήλων
Η επιλογή τους φαίνεται λογική και γίνεται αποδεκτή με συγκατάβαση
Το μπλε καραόκε δεν είναι άλλωστε μέρος για φυσιολογικούς
Έρχονται οι αντιπαθείς
Που πάσχουν από τη νόσο του αντί
Και μεταξύ τους συμπάσχουν
Και σχεδόν στο τέλος συμπαθιούνται
Με τον καιρό συμφωνούν
Και είναι τότε ανάγκη
το κλαμπ να κλείνει
Για να μην χάσει ολότελα την πελατεία του
Μένει κλειστό για τρεις ή τέσσερις βδομάδες
Οι αντιπαθείς ξεχνιούνται
Οι συμπάθειες ατονούν
Μέσα στα διαμερίσματα
χολερικά και γκρίζα συναισθήματα
φτύνουν στο πάτωμα σύμφωνα
καταπίνουν αμάσητα φωνήεντα
Κι όταν το κλαμπ ανοίγει πάλι
τι έβρισκαν ο ένας στον άλλο
απορούν (more…)

22/09/2014

Κορίτσι Οξύ, Ασύνδετο 4

Filed under: Τεφλονοποιήματα,Τεύχος Δέκα — kyokokishida @ 9:00 πμ

Τα μικρά απογεύματα –κάπου εκεί στο αμήχανο ενδιάμεσο των εποχών– σύχναζε σε συναντήσεις υποστήριξης ατόμων με ατυχή κουρέματα και παρελθόντα. Παρατηρούσε τις στραβές ψαλιδιές και τις τσαλακωμένες εφηβείες και ενίοτε μετρούσε στο πάτωμα τα φαντεζί καπέλα και χαμόγελα με τα οποία τις έκρυβαν. Τολμούσε να αναπολήσει εκ του σύνεγγυς παλαιούς χρόνους αυτονόητης ομορφιάς και λεπτότητας αλλά και πυρομανούς πάθους. Φανταζόταν τα φιμέ τζάμια των γυαλιστερών λιμουζίνων και τα βέλα από στρογγυλεμένες βλεφαρίδες και άκουγε τις κομμένες, από ένα ενδεχόμενο τραχύ βλέμμα, ανάσες που μπορούσαν να πλημμυρίσουν ασκόπως μελάνι και ηδυπάθεια υποκίτρινες σελίδες, περιτέχνως υδατογραφημένες. Χαμογελούσε τότε με γαλαντομία απέναντι σε ντεμοντέ έρωτες και λοιπά στραφταλιζέ παραφερνάλια που κάλυπταν ολοσχερώς με τη βαριά τους χάρη μια επιμελώς παραμελημένη Ιστορία. Είχε εξάλλου προσφάτως ανακαλύψει ότι οι πιο πικρές διαπιστώσεις εμφανίζονται αθόρυβα –σαν ώριμες γάτες– μετά από στιγμές ελαφράς διανοητικής χαλάρωσης, όταν το μυαλό απλώνει ως θαλάσσιος αστερίας και εντελώς ανοιχτό, πλέον, κι ευάλωτο αφήνεται να παστωθεί ακόμα κι από την πιο αρμυρή αλήθεια. Ακουμπούσε μετά το αυτί της στο έδαφος για να ακούσει ηχηρές φιλίες που τελείωναν λόγω ευτραφών εγώ. Από αυτά που πρήζονται στο όνομα μιας κακοτροχισμένης ευθύτητας, χωρίς να έχουν ποτέ καταδυθεί τολμηρά στα βαθύτερά τους κελάρια και να έχουν αντικρίσει την απρεπή μούχλα που συχνότατα αναπτύσσεται εκεί, ακόμα και στα πιο καλά ανακαινισμένα μυαλά. Αντιλαμβανόταν φυσικά ότι όσο πλησίαζε το θερινό ηλιοστάσιο εκκρεμούσαν  αποκαλυπτήρια. Και ότι στο απόγειο του πανηγυρικού όφειλε να ξεκινήσει χαμηλά και με κάθε λιτανική βραδύτητα –κι ίσως κάποιες μακριές εμφατικές σιωπές στο ενδιάμεσο– έτσι ώστε να κρατήσει όσες υπεράνθρωπες δυνάμεις και όσα τρομερά ηχοχρώματα τυχόν χρειάζονταν για την ουράνια κραυγή του τέλους.

Blog στο WordPress.com.