Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

11/03/2015

Στράτος Φυντανίδης, Τέσσερα διηγήματα

Filed under: Τεφλονοποιήματα,Τεύχος Δώδεκα — kyokokishida @ 12:54 μμ

Ένα σκότωμα

Η αίθουσα αναμονής ήταν ευχάριστη. Μουσική έπαιζε σε χαμηλή ένταση. Η γραμματέας πατούσε πλήκτρα με το βλέμμα κολλημένο στην οθόνη. Πάνω απ’ το γραφείο της, μέσα σε μια σιδερένια κορνίζα στον τοίχο, ένα βάζο με λουλούδια, χοντρές στρώσεις μπογιάς, μεγάλες πινελιές και η υπογραφή κάτω δεξιά, η υπογραφή του γιατρού.

Παρακαλώ, περάστε. Πέρασε. Κάθισε. Περίμενε ώσπου ήρθε ο γιατρός, του έσφιξε το χέρι. Τον ρώτησε για το ατύχημα. Μιλούσαν κι ο γιατρός κρατούσε σημειώσεις. Έχουν περάσει χρόνια, πώς βλέπεις τώρα; Δεν έχει αλλάξει κάτι, απάντησε, άλλες φορές είναι σκοτάδι, μπορεί να βλέπω μόνο το μισό πρόσωπο, το άλλο μισό μαύρο, τίποτα. Πολύ συχνά όμως βλέπω άλλα, σχήματα, εικόνες. Ο γιατρός έξυσε το κεφάλι του. Η μαϊμού πήδηξε απ’ τον ώμο του στα γόνατά του και έπιασε το μολύβι. Άρχισε να μουντζουρώνει το χαρτί με τις σημειώσεις, το τσαλάκωσε μετά κι έφτιαξε μια μπάλα. Όταν ο γιατρός πήγε να μιλήσει, του βούλωσε μ’ αυτή το στόμα.

.

.

Η ζωή θα μπορούσε να είναι τρομπέτες

Στ’ ακουστικά, μονοφωνικό σύστημα, έλεγχος, όλοι γίνανε σεκιουριτάδες. Μετά, κιθάρες και μπουζούκια και φωνές, οι χορδές σπάνε, μια γυναίκα σηκώνεται να χορέψει και δεν μπορεί να πάρει τα πόδια της.

Είμαι σε ψάθινη καρέκλα πάνω, το τραπέζι ντυμένο με χαρτί, και οι κανάτες αδειάζουν και το κρασί έχει τη γεύση χυμού από εξωτικά φρούτα, που ποτέ δεν έχω ακούσει τ’ όνομά τους. Χτυπάω παλαμάκια.

Η γυναίκα σέρνεται από τις δεκαετίες καταναγκαστικής πεζοπορίας. Πιο πέρα, άντρες πετάνε γαρίφαλα. Βγάζει τη γόβα της και την εκσφενδονίζει, σκύβει, πιάνει ένα λουλούδι, το σφίγγει στη χούφτα της. Ένας άντρας πάει κοντά, στη θήκη του αριστερού του ματιού είναι καρφωμένο το τακούνι, γεμάτος αίματα, περνάει τη γλώσσα πάνω στα χείλια του και μαζεύει το υγρό, που μοιάζει με το κρασί, και η γυναίκα τραβάει το τακούνι και μαζί μ’ αυτό ξεκολλάει και το μάτι, και πέφτει πάνω στον άντρα και τον φιλάει στο στόμα, εκεί, στη μέση της πίστας.

Μετά, το μικρόφωνο, τα πιρούνια, ο θόρυβος, ο καπνός δεν μ’ αφήνει να δω καλά. Φιλιούνται, χτυπάω παλαμάκια.

.

Αντιγόνη

Ο ουρανός ταξιδεύει σε γρήγορη κίνηση. Σαν ταινία, ο χρόνος και τα σύννεφα περνάνε βιαστικά. Η Αντιγόνη κοιτάει κάτω, κόσμος πηγαινοέρχεται, παιδιά παίζουν, φωνάζουν, όλα σε κανονική ταχύτητα. Τα σίδερα της τέντας τρίζουν με τον ζεστό αέρα. Αφήνει στην άκρη το ποτιστήρι και μπαίνει στο σπίτι.

Κλείνει την μπαλκονόπορτα, γυρνάει και τινάζεται πίσω. Ο γέρος την απειλεί με το περίστροφο. Αλληθωρίζει καθώς το βλέμμα της εστιάζει στην τρύπα του στόμιου που πλησιάζει το πρόσωπό της. Βγάλε τα ρούχα σου, στρουμπουλό μου γλύκισμα, ψελλίζει ο παππούς. Έλα, μαναράκι μου. Έχει αρχίσει τα ίδια. Τα ’χει χάσει εντελώς πια. Πάλι καλά που του ’χουνε πάρει τις σφαίρες. Λύνει τη ζώνη του, το χέρι του τρέμει. Η Αντιγόνη αρπάζει το όπλο και το κοπανάει στο κεφάλι του με την άκρη της λαβής. Στο σημείο αρχίζει να υψώνεται ένα κόκκινο καρούμπαλο, θεριεύει σε δευτερόλεπτα, στέκεται σαν μακρουλός λόφος στη μέση της πεδιάδας των άσπρων μαλλιών του γέρου, που ζαλίζεται και παραπατάει, ψάχνοντας το μπράτσο της πολυθρόνας. Άτιμη, μουρμουράει, θα καλέσω την αστυνομία. Τόσα χρόνια που με κλέβεις. Την πιάνει πανικός, τρέχει στην κουζίνα, ανοίγει ένα συρτάρι κι ανακατεύει τα πράγματα μέχρι να βρει το σφυρί. Γυρίζει αλαφιασμένη στο σαλόνι, ο παππούς βογκάει, το εξόγκωμα παίρνει μπόι. Η Αντιγόνη αρχίζει να καρφώνει για να ισοπεδώσει το καρούμπαλο, είναι μαλακό και χώνεται εύκολα μέσα. Όλα καλά, περιποιήθηκε τον ασθενή σαν αληθινή νοσοκόμα. Τον κακομοίρη, παλιά έβλεπε αστράκια, τώρα πέφτουνε κομήτες και ανατινάζονται γαλαξίες.

Καθημερινώς και παντοιοτρόπως οι φορείς εξουσίας πασχίζουν να μας πείσουν ότι η συσσώρευση πλούτου δημιουργεί τεράστιες ευθύνες, οι οποίες σκοτίζουν τα κομψά κεφάλια των έντιμων και φιλεύσπλαχνων εύπορων συνανθρώπων μας. Και πράγματι έτσι είναι.

Καστοριάδης

Κατέβασα το χάπι και σωριάστηκα στον καναπέ. Η κοιλιά μου ήταν φουσκωμένη σαν μπαλόνι, έλυσα τη ζώνη. Η Ελπίδα με κοίταζε μ’ απογοήτευση. Στα μάτια της δεν είμαι πια ο άντρας που ήξερε. Έχω μεταμορφωθεί απότομα σ’ ένα πρόωρα γερασμένο έρμαιο των περιστάσεων, το σώμα μου αντανακλά τις βίαιες εναλλαγές των συναισθημάτων μου, μια χειμωνιάτικη, περιφραγμένη ακτή που ταλαιπωρούν τα κύματα, οι παραμορφωμένες ιδέες που κολλάνε στο μυαλό μου.

Ηρέμησε, μου είπε, ένα απλό φούσκωμα είναι. Πονάς; Ξέρω γω, της είπα, δεν είναι περίεργο; Έφαγες πολύ. Κούνησα το κεφάλι. Κάθισε στον καναπέ, έσπρωξε τα πόδια μου πιο μέσα. Ψιθύρισε κάτι, σηκώθηκε και έβγαλε τα παπούτσια της, μετά σήκωσε τη φούστα της και τράβηξε την κιλότα μέχρι να φτάσει στα γόνατά της. Πήδηξε πάνω στην κοιλιά μου και η πίεση με ξάφνιασε, έπνιξα ένα βογκητό. Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό μου, κόλλησε πάνω μου αλλά έκανε πίσω απότομα. Έχεις πιει, μου είπε.

Γλυκιά μου, είπα, δε νιώθω καλά, ο κόσμος πεινάει, και ρεύεται.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: