Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

20/06/2017

Δευτ. 26 Ιουνίου | Τρανσμαγικό σουαρέ με τον ποιητή Ari Banias

Filed under: Μαντάτα,Τεύχος Δεκαέξι — kyokokishida @ 9:06 μμ

Ο Αμερικανός ποιητής Άρι Μπάνιας θα είναι καλεσμένος του Τεφλόν στο τρανσμαγικό σουαρέ που θα λάβει χώρα τη Δευτέρα 26 Ιουνίου στο Beaver.

Ο Άρι, το έργο του οποίου παρουσιάσαμε στο τχ. 16, θα διαβάσει ποιήματα από την πρώτη του ποιητική συλλογή Anybody, καθώς και νέα αδημοσίευτα ποιήματα, ενώ φιληνάδες του Τεφλόν θα διαβάσουν μεταφράσεις των ποιημάτων στα ελληνικά. Θα ακολουθήσει συζήτηση του ποιητή και της μεταφράστριας με το κοινό.

Στη συλλογή Anybody (καθένας/καθεμιά/καθένα/κάθε σώμα) ο Άρι θέτει ερωτήματα σχετικά με το πώς χαράσσουμε και διαχειριζόμαστε τα όρια, τους τρόπους που το αυτός και το αυτή, το εμείς και το αυτοί, το εδώ και το αλλού διαχωρίζονται, και με τι κόστος πλάθονται οι ταυτότητες και τα εγώ.

Κινούμενος μέσα σε εμβληματικά και φανταστικά τοπία ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με την παραδοξότητα του να είσαι ζωντανός και να έχεις ένα κουίρ, προκλητικό σώμα στο οποίο αδιάκοπα προσδίδεται κάποιο φύλο. Όπου και να κοιτάξει ο Άρι –είτε στα μέρη για ψωνιστήρι στο Σαν Φρανσίσκο, είτε σε μια λίμνη στην πόλη ή σε ένα ελληνικό νησί– συναντά τη φόρτιση που δημιουργείται από την οριοθέτηση και τη σημασιοδότηση, τις υποδηλώσεις του να είσαι αυτό αντί για εκείνο.

Πνευματώδη, τρυφερά και πρωτότυπα, τα ποιήματα του Άρι διαπερνούν τις κατασκευές εκείνες που ορίζουν τις ζωές μας˙ έχουν θάρρος, ένταση και θυμό, μας καλούν να φανταστούμε την τρανς μαγεία μας, να κατοικήσουμε στο περιθώριο, να αναδιατάξουμε την τρέλα. Ο ποιητής αναρωτιέται τι σημαίνει να ζεις, να αγαπάς, να κάνεις τέχνη, ή απλά να φουσκώνεις ένα μπαλόνι σε καιρούς που είναι απεχθείς αλλά και αποκαλυπτικοί, και αν στις ζωές μας μπορεί να υπάρξει ακόμα –αμαυρωμένο, προβληματικό και σίγουρα άνισο– ένα εμείς.

 

ΘΕΣΠΕΣΙΟ ΠΤΩΜΑ

Είχα μια νυχτικιά κάποτε, που
έγινε τσούχτρα

έτσι για να τη φορέσω έπρεπε να γκρεμιστώ:
να γρονθοκοπήσω τον εαυτό μου ώσπου να πάρει τη μορφή

που απαιτούσε το περιεχόμενο,
να μαζευτώ σαν βράχος κάτω

από απροσμέτρητη πίεση, όπως όταν
τα ορυκτά μετασχηματίζονται

στο αντίθετό τους.
Όπως όταν φοράς μια νυχτικιά
πάνω από φράκο για χρόνια.

Το να κατουράς το τσίμπημα μιας τσούχτρας
λέγεται πως σε κάνει
να νιώσεις κανονικός ή βασιλιάς.

Όταν ήμασταν μαζί
στο σπίτι δίπλα στη θάλασσα,

υπήρχε ακόμα θάλασσα. Πριν
μείνουν ακυβέρνητα,

φράκο και νυχτικιά
κείτονται νεκρά, στη στεριά εκεί όπου
το κύμα ανέβαινε όλο και πιο ψηλά και αν

τα πέτα λένε κάτι τότε κάψτην
ώσπου να μείνει ένα ζευγάρι λιωμένα μανικετόκουμπα
που εκείνοι κατουράνε μέχρι να γίνουν κανονικοί.

Αναμένεται
αυτός να τη φιλήσει και να γίνει νυχτικιά.

Τον φοράει
για να τον γρονθοκοπήσει

ώσπου να βουλιάξει, μέχρι να πουν πως είναι
ανώδυνος όπως ένα σπίτι

ή κάποιο παρεμφερές
μαλάκιο που το παρασέρνει το νερό.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: