Νάνσυ Αγγελή, Οι πέτρες

.
Τους κουβάλαω μέσα μου. Τη μαμά και τον μπαμπά, αλλά όχι μόνο αυτούς. Πόδια και χέρια και γέλια συνωστίζονται μέσα μου κάθε μέρα. Έτσι δεν είμαι μόνη μου ποτέ. Όταν κοιτάζω ένα δέντρο ή διασχίζω έναν δρόμο κάποιος απ’ όλους θα πεταχτεί να πει κάτι. Ότι στον τόπο μας δεν έχουμε τέτοια δέντρα, ή για κοίτα κάτι δρόμους. Οι συγκρίσεις είναι, άλλωστε, το αγαπημένο μας θέμα συζήτησης. Οι συγκρίσεις δεν τελειώνουν ποτέ, αφού τα πάντα μπορούν να γίνουν μέτρο σύγκρισης ή όλα να εξαρτώνται από το με τι ή ποιον τα συγκρίνεις. Με τις συγκρίσεις πράγματα που βρίσκονται μακριά γίνονται αυτοστιγμεί κοντινά. Εγώ συνήθως χαμογελάω και απαντώ διάφορα. Συχνά γίνεται ολόκληρη κουβέντα καθώς περπατώ ή κάθομαι να πιω έναν καφέ φαινομενικά χωρίς παρέα, φαινομενικά σε άλλη χώρα. Τα καφέ είναι επίσης τα αγαπημένα όλων μας. Επιλέγουμε με τρομερή προσοχή και αυστηρό κριτήριο. Το κατάλληλο μέρος είναι κάποιο ήσυχο, αλλά όχι απόμερο, και συνήθως καθόμαστε αναπαυτικά στο πιο σκιερό τραπέζι. Αφήνω προσεκτικά το απαρχαιωμένο κινητό τηλέφωνο και το παλιοκαιρισμένο βιβλίο που έχω στην τσάντα μου για τέτοιες περιπτώσεις. Πρόκειται για δυο αντικείμενα-πρόσχημα, γιατί στην πραγματικότητα δεν τα χρειάζομαι˙ τους διαφορετικούς κόσμους τους κουβαλώ μέσα μου. Αλλά το βιβλίο, όπως και το τηλέφωνο, καταλάμβανουν τον σωστό χώρο στο τραπέζι, δημιουργούν μια αίσθηση παρουσίας και ένα κοινώς αποδεκτό παραπέτασμα καπνού: Είθισται κανείς να καμουφλάρει τη μοναξιά που προέρχεται από την έλλειψη φυσικής παρουσίας.
.
Κι έτσι καθόμαστε εκεί και παρατηρούμε τον κόσμο, καμιά φορά για ώρες ολόκληρες. Καθετί που συμβαίνει, κάθε μικρή ή μεγάλη παρατήρηση, περνάει από την αξιολογική τους κρίση κι η άποψή μου δεν καθορίζεται μόνο από το τι πιστεύω εγώ, αλλά από τι θα πίστευαν, θα ένιωθαν ή θα έκαναν εκείνοι αν ήταν στη θέση μου και έβλεπαν με τα μάτια μου.
.
Παρότι με συντροφεύουν ακούσια, δηλαδή είμαι εγώ αυτή που τους έχει κλείσει μέσα στα σπλάχνα της σαν αιχμαλώτους, η παρουσία τους με βαραίνει κάποιες φορές. Τότε δεν είναι σύντροφοι αλλά πέτρες που συσσωρεύτηκαν η μια πάνω στην άλλη και δεν αφήνουν το σώμα να πετάξει. Η αιχμάλωτη, τότε, είμαι εγώ. Τι να τους προσάψω όμως; Να μην με αγαπούν ή να μην με σκέφτονται όσο είμαι μακριά; Πώς να τους πω ότι η σκέψη τους, η υπερβολική τους αγάπη, η δική μου σκέψη και η υπερβολική αγάπη μου έχουν συχνά σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας τεράστιας άγκυρας από πολλές μικρές ολοστρόγγυλες και γυαλιστερές… πέτρες; Αντ’ αυτού –κι επειδή τους χρειάζομαι– προσπαθώ με κόπο ν’ αλλάξω, όχι τις πέτρες, αλλά το σχήμα που αυτές δημιουργούν.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s