Τεφλόν | νέο ποιητικό σκεύος

23/03/2018

Δανάη Μάνεση, Δύο ποιήματα

Filed under: Τεφλονοποιήματα — kyokokishida @ 2:20 μμ

σάπια οδοντικά νήματα
σύρματα με κρεμασμένους γλόμπους
και ω
μια κρεμασμένη γυναίκα.

κοιμισμένη πόλη, κοιμισμένα βλέμματα
η γυναίκα είναι όμορφη
μα κανείς δεν τη βλέπει.
/καθρέφτες/ και /αντανακλάσεις/ και
/είδωλα/
προθήκες και διαχωριστικά τζάμια
υπαρκτά ή ανύπαρκτα
ανυπόστατα
οι κομφορμιστές
των διακαών πόθων τόσο δυνατών που τους έσβησαν
Ορφέες και Ευριδίκες που ποτέ δεν κοιτάχτηκαν
–δεν παράκουσαν–
–δεν επαναστάτησαν–
–δεν ερωτεύτηκαν–
και μην έχοντας χάσει ο ένας τον άλλο
ποτέ
δεν ήξεραν πως αγαπιούνται.

και κοιμισμένα βλέμματα
και ξαφνικές ριπές ανέμου
πετραδάκια στις ράγες
ως προς δημιουργία αναταραχής
και ξανά
/καθρέφτες/ και /είδωλα/
και γαμημένος διαχωρισμός
και τα αγάλματα είχαν κενά μάτια
γιατί ήταν καθρέφτες
καθρέφτες που έσπασαν
από τα πολλά είδωλα
αγάλματα που πονούσαν
γιατί ποθούσαν χαμένους παραδείσους
και ήξεραν
ήξεραν πως αυτοί είναι οι μόνοι αληθινοί.

και πάτησες τα γυαλιά
και τα πόδια σου τρύπησαν
μα ήσουν ήδη τόσο τρύπιος.
και θρυμματισμένα πρόσωπα
και σπασμένα δόντια
και ακέφαλα κορμιά
μοναξιά ή εγκατάλειψη;
και η κρεμασμένη γυναίκα είναι ακόμη εκεί.

βλέπω το αίμα και μοιάζει κρασί
ο Ορφέας κοιτάει από κλειδαρότρυπες
ελπίζοντας στην όψη κάποιας Ευρυδίκης
και ξανά θέατρο σκιών
ίδιες φιγούρες
ίδια σκηνικά
ίδιος Σπαθάρης
και δεν ήμασταν καν εμείς μα οι σκιές μας που έπαιζαν κάποιο ρόλο
ως προς εκπλήρωση πόθου για εύρεση χαμένου παραδείσου
και ήταν όλα τόσο θλιβερά ίδια.

κι ο βήχας σου με επανέφερε στην πραγματικότητα
και /καθρέφτες/ και /είδωλα/
που όλα ήταν κουκκίδες και χρώματα
ανυπόστατα
και αντανακλάσεις σε τζάμια
και αγάλματα που κοιτούσαν με τέλεια σμιλεμένη κατανόηση
ή απάθεια ή αποστροφή
και ήταν άραγε πιο εκφραστικά απ’ τους ανθρώπους;
και δεν ήξερα τι είμαι
γιατί
καθρέφτες και είδωλα και κουκκίδες και χρώματα
/ανυπόστατα/

και ήταν τότε που ο Ορφέας ξύπνησε,
και γύρισε πίσω να δει την Ευρυδίκη,
και την έχασε,
κι ύστερα την έκανε νότες.
ήταν τότε που οι κοιμισμένοι άνοιξαν τα μάτια
και έστρεψαν στον ουρανό το βλέμμα
ίσως ως προς αναζήτηση θεού ή Σπαθάρη
και ήταν τότε που είδαν την κρεμασμένη γυναίκα –που ήταν όμορφη–
και ήταν τότε που κατάλαβα
πως –η γυναίκα– δεν ήταν παρά μια Αριάδνη
μια Αριάδνη που δεν ήξερε σε ποιον να δώσει τον μίτο της

και κρεμάστηκε.

.

ΚΥΚΕΩΝΑΣ

Έχεις δει ποτέ να χορεύουν τανγκό;
Ιδρωμένα κορμιά στροβιλιζόμενα σε κάποια δίνη
/Κυκεώνα;/
Εξακολουθητικά και κατά συρροή.
Κι όμως, αυτή τη φορά το παιχνίδι άλλαζε κανόνες
–κάτι σαν αυτό που συνέβαινε στα όνειρα της ντάμας μετά τον χορό.
Σ’ αυτό το τάνγκο –αν έχω το δικαίωμα να το πω έτσι–
χόρευαν η αλήθεια με το ψέμα
με πάθος
με τα κορμιά τους να ’χουν ιδρώσει τόσο πολύ που αφομοίωναν
το ένα το άλλο σαν πυρακτωμένο σίδερο.
Και, αλήθεια, σου ’χει τύχει ποτέ να ξέρεις πως ένα ποίημα άρχισε
αλλά να φοβάσαι να ρωτήσεις πότε τελειώνει;
Και εντέλει ίσως να μην είναι καν στα χέρια σου.
Και σε πονάει.
Κι ο χορός συνεχίζεται.
Και τα μαλλιά –του καβαλιέρου αυτή τη φορά–
μακραίνουν διαρκώς
και μπλέκονται στα πόδια της ντάμας –αν όχι στο μυαλό της–
σαν να ’χαν μόλις βρει τη Δαλιδά που ζητούσαν
/ψευδαισθήσεις/
και /Σαμψών και Δαλιδά./
Κι ο χώρος σαν να άλλαζε μορφή
η ορμή μεγάλωνε
τα μαλλιά μπλέκονταν
οι δαγκωνιές βάθαιναν
και ίσως το αίμα γινόταν νερό
κι ο καβαλιέρος έπρεπε είτε να δώσει μια στην ντάμα
–διώχνοντάς τη μακριά–
είτε ν’ αυξήσει τη στροφορμή
–σφίγγοντάς την πάνω του–
και κάνοντας την ένα με το όλο
/φόβος/
–ή ενσυναίσθηση–
και ο χορός συνεχιζόταν
γιατί μόλις είχες μοιραστεί έναν ρυθμό
–παρόρμηση;
Η ανάσα της ντάμας αραίωνε,
και αν και φαινομενικά έφταιγε ο καβαλιέρος
–που άλλαζε ρυθμό–
δεν ήταν έτσι.
Ήταν σα να ’χε σχηματίσει η ίδια μια συγκατάβαση,
συγκατάβαση του βυθισμού σ’ αφανισμό,
που δεν ήξερε πώς μοιάζει.
Και ίσως και να μην είχε σημασία,
αρκεί να μύριζε όμορφα.
Και ήταν σαν τον Σαμψών με τη Δαλιδά.
Κι ο Εγκέλαδος φτερνίστηκε.
Κι ο χορός συνεχιζόταν και δεν ήταν στο χέρι σου να τον σταματήσεις
–κι ας μάτωναν τα πόδια σου.
Και το μπαλκόνι που στεκόταν η Κασσάνδρα
κατέρρεε μπρος στα μάτια μας
γιατί ήταν επιεικώς ηλίθιο να ασχολείσαι με το μέλλον
–εμμονικά.
Και, εντέλει, «όλες οι ιστορίες όταν τις τραβάς μοιάζουν μεταξύ τους»
/Κυκεώνας./
Ο χορός συνεχίζεται.
Ο χώρος αλλοιώνεται –και λιώνει– και χάνει κάθε όριο
και δεν ήταν απρόσωπος αναγεννησιακός πίνακας
παρά άκρως εξπρεσιονιστική εικόνα.

Και ίσως να μας είπαν πάλι ψέματα
το αίμα ίσως και να γίνεται νερό.
Κι ο πειρατής αναπολεί μια στάλα ρούμι
ξεχασμένη στο κελάρι κάποιου από καιρό ναυαγισμένου πλοίου
ξεχασμένη στην καρδιά κάποιας Δαλιδάς
μιας Δαλιδάς που μας άφησε χρόνο μονάχα για μια ευχή
/εμάς/
εμάς που δεν μας ένοιαζε αν το αίμα γινόταν νερό
παρά μόνο αν το νερό ξαναγινόταν αίμα
–ή έστω κρασί–
Κι ο Εγκέλαδος φτερνίστηκε.

Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: