Γκραφίτι: Το στιλ ως ανυπακοή

stayhigh

Απόσπασμα από το κείμενο «Γκραφίτι: Το στιλ ως ανυπακοή» του Jeff Chang, το οποίο περιλαμβάνεται στην έκδοση Bring the Noise: Δεκαπέντε κείμενα για το χιπ χοπ.

Ύστερα από το άρθρο των New York Times για τον Taki 183 το 1971, το γκραφίτι απογειώθηκε. «Με κάθε νέα σχολική χρονιά ξεκινούσε και μια νέα σεζόν για το γκραφίτι», λέει ο Iz the Wiz.

Ο Hugo Martinez, φοιτητής κοινωνιολογίας και υπερασπιστής των συμμοριών ανηλίκων, ο οποίος το 1972 ίδρυσε τον πρώτο σύλλογο γκραφιτάδων, την Ένωση Καλλιτεχνών Γκραφίτι (United Graffiti Artists), υποστήριζε ότι «Το γκραφίτι είναι ένας τρόπος απόκτησης κύρους σε μια κοινωνία όπου έχεις ταυτότητα μόνο όταν έχεις ιδιοκτησία». Το όνομά σου ήταν το νόμισμά σου˙ δημιουργούσες αξία είτε αφήνοντας το σημάδι σου στις πιο εξειδικευμένες αγορές είτε μπαίνοντας στη μαζική παραγωγή. Ήταν η λογική του αντίστροφου αποικισμού, ένας ιός που εξαπλωνόταν από τους απρόσωπους συνταξιδιώτες των κατσαρίδων και των αρουραίων. «Ξεκινούσες απ’ τον δρόμο σου και συνέχιζες στα λεωφορεία. Κατακτάς τη γειτονιά σου, ύστερα κατακτάς το λεωφορείο σου, ύστερα κατακτάς τον δήμο σου, ύστερα κατακτάς όλη την πόλη», λέει ο Luke «Spar One» Felisberto.

Ήθελες φήμη. Για μια γενιά που ήταν αόρατη, η φήμη καθαυτή ήταν πλούτος, παθητικό που μετατρεπόταν σε ενεργητικό. Ίσως να κρεμιόσουν από ένα κτίριο ή να σκαρφάλωνες τα ατσάλινα δοκάρια που στήριζαν έναν υπερυψωμένο σταθμό του μετρό για να χτυπήσεις μια ταγκιά που θα έκανε τους υπαλλήλους καθαρισμού να ουρλιάξουν από αγανάκτηση και τους υπόλοιπους γραφείς να ριγήσουν από ζήλια. Ή ήσουν τόσο ξεδιάντροπος που χτυπούσες τον μεγαλύτερο, τον πιο ριψοκίνδυνο στόχο που μπορούσες να βρεις, όπως η πρωτοπόρος γραφέας Stoney, η οποία το 1972 τάγκαρε το Άγαλμα της Ελευθερίας. Τάγκαρες παντού όπου πήγαινες. Μέσα στα βαγόνια εσύ και οι υπόλοιποι γραφείς περιφράσσατε τον χώρο με τα ονόματά σας σαν να ήταν διεκδικούμενη περιοχή. Οι επιβάτες αντιμετώπιζαν τις ταγκιές σας σαν εισβολή στην ανωνυμία της καθημερινότητάς τους.

Ωστόσο, ήταν λίγες εκείνες οι ταγκιές, όπως αυτές του αγίου των μπάφων Stay High 149, που εντυπώνονταν στο μυαλό περισσότερο από τις αδιάφορες διαφημιστικές πινακίδες. Τα «κομμάτια», από την άλλη, ήταν επιδείξεις φωτός, γραμμής και χρώματος, κινητές διαφημίσεις του εαυτού. Και όταν οι γραφείς πρόσθεταν σε αυτές στιλ, ήταν σαν να τύπωναν χαρτονομίσματα του ενός εκατομμυρίου. Μέσα σε λίγο καιρό, εκατοντάδες πιτσιρίκια πήδαγαν συρματοπλέγματα, χιμούσαν προς τον ακαριαίο θάνατο διασχίζοντας ηλεκτροφόρες σιδηροτροχιές και ξεγλιστρούσαν από την αστυνομία μόνο και μόνο για να βάψουν με ακόμα μεγαλύτερη λεπτομέρεια και άγριο στιλ τα βαγόνια στα αμαξοστάσια.

Η αντεργκράουντ σκηνή του γκραφίτι ήταν ένα ελιτίστικο μοναστικό τάγμα. Αλλά ήταν και το πρώτο κίνημα που ξέφυγε από τον κόσμο των εφτά μιλίων. Από εκείνο το σημείο και μετά, κάθε εξέλιξη στο κίνημα του γκραφίτι ήταν προάγγελος της πορείας που θα ακολουθούσαν τα υπόλοιπα κινήματα του χιπ χοπ.

Σύντομα, ισχυρά κέντρα ξεπήδησαν εκτός Μπρονξ και βόρειου Μανχάταν. Για παράδειγμα, οι Ex Vandals, μια κλίκα από το Μπρούκλιν, είχαν εξαπλωθεί κατά μήκος των γραμμών του τρένου μέχρι το Μπρονξ. Και ακριβώς επειδή είχε ξεφύγει από τα κοινωνικογεωγραφικά κλουβιά, το κίνημα του γκραφίτι ήταν ανέλπιστα πολυφυλετικό. Ενώ στην αρχή οι γραφείς ήταν κυρίως έγχρωμοι έφηβοι από τις γειτονιές του κέντρου, από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 η δεύτερη γενιά ήταν πιο πολυπολιτισμική και από τον στρατό.

Λευκοί από την Άνω Ανατολική Πλευρά του Μανχάταν μαθήτευαν δίπλα σε μαύρους από το Μπρονξ. Πορτορικανοί από το Μπρούκλιν είχαν δασκάλους λευκούς προλετάριους βασιλιάδες του γκραφίτι από το Κουίνς. Συναντιόνταν στα πίσω βαγόνια εκτός ωρών αιχμής ή τα απογεύματα στους Πάγκους των Γραφέων στην 149η Οδό ή στη Λεωφόρο Ατλάντικ. Όλοι μαζί κάνανε επιδρομές σε καταστήματα για να κλέψουν σπρέι –λέγανε ότι «επινοούσανε» το χρώμα– και βγαίνανε μετά τα μεσάνυχτα για να βομβαρδίσουν. Δημιούργησαν έναν εναλλακτικό κόσμο, που και ο ίδιος ήταν μια επινόηση.

Ο Zephyr, ο οποίος αυτοαποκαλούνταν «επίδοξος χίπης» και «παιδί πρόβλημα», μεγάλωσε στο Γιόρκβιλ του Μανχάταν. Μαθήτευσε δίπλα στους LSD OM και Shadow (τον μικρό αδερφό του Spike Lee) των The Rebels, πήρε το όνομά του από τη θρυλική ομάδα σερφ και σκέιτ που έδρευε στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας, και τελικά έγινε διάσημος το 1977 ως μέλος των Rolling Thunder Writers.

«Όλοι γράφανε», λέει, «αλλά κανείς δεν το ’παιρνε και πολύ στα σοβαρά, ήταν κάποιου είδους τελετουργικό μύησης. Έκλεβες σαν να λέμε έναν μαρκαδόρο και μουτζούρωνες τοίχους για έξι μήνες, ύστερα τα παράταγες και άρχιζες κάτι άλλο.» Αλλά για τον ίδιο και τους όμοιούς του το γκραφίτι αποτελούσε μια μόνιμη διέξοδο για να εκτονώνουν την εκρηκτική, ανέμελη ενέργειά τους, ήταν μια κληρονομιά που έπρεπε να συνεχίσουν, ένα μέλλον στο οποίο έπρεπε να εισβάλλουν. «Ξέραμε ότι δεν ξεκινούσε με μας και δεν τελείωνε με μας», λέει ο Zephyr, «ήταν μια παράδοση με ιστορία οχτώ χρόνων, πατούσαμε σ’ αυτή την παράδοση και προσπαθούσαμε να της μεταδώσουμε κάτι από την αύρα μας.»

Bring-the-Noise_Cover

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s