Guido Catalano, Τρία ποιήματα

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΠΟ ΚΕΡΑΣΙΑ;

Μπορεί να πεθάνει κάνεις από κεράσια;
Πόσα κεράσια πρέπει να φάω
για να πεθάνω από κεράσια;
Αν θα ’πρεπε κάποια στιγμή ν’ αυτοκτονήσω
θα σκότωνα τον εαυτό μου με κεράσια.

Και μπορεί να πεθάνει κάνεις από έλλειψη γατιών;
Πόσο καιρό
θα μπορούσα να ζήσω χωρίς γάτα στη ζωή μου;
Κάποια στιγμή θα με βρουν νεκρό
κι o ιατροδικαστής θα πει:
«Ρε γαμώτο, πρώτη φορά βλέπω κρίση απώλειας γάτας σε τέτοιο βαθμό».

Και μπορεί να πεθάνει κάνεις απ’ την έλλειψη των φιλιών σου;
Πόσο καιρό μπορώ να επιβιώσω χωρίς τα φιλιά σου;
Μια μέρα θα πέσω σε κώμα απ’ την έλλειψη των φιλιών σου
κι ο γιατρός θα πει:
«Ρε γαμώτο, τρέξτε να τη βρείτε τώρα!»
«Ποια;» θα ρωτήσει η νοσοκόμα.
«Τι θα πει ποια; Αυτή που τον φιλούσε!»

Και μπορεί να πεθάνει κάνεις από μοναξιά;
Πόσες σταγόνες μοναξιάς ακόμα
μπορούν ν’ απορροφήσουν τα μάτια μου;

Σήμερα αγόρασα ένα κιλό κεράσια
Θα τα φάω απόψε
Θα φάω μερικά
αργά αργά
και όμορφα.
Μη φοβάσαι, κοριτσάκι μου
δεν έχω καμία επιθυμία να τα τινάξω.
Για ποιητής
παραείμαι σε καλή διάθεση.

Η ΝΥΧΤΑ

η νύχτα είναι σκοτεινή

μέσα της κρύβονται
λυκάνθρωποι
μάγισσες
βρικόλακες
φαντάσματα
ζόμπι
γιγάντιες γλιτσιασμένες αράχνες
κανίβαλοι
κι άλλα τέρατα που δε μου ’ρχονται αυτή τη στιγμή στο μυαλό

αυτός είν’ ο λόγος
που
τη νύχτα
κλειδαμπαρώνω την πόρτα και τα παράθυρα του σπιτιού
τραβάω τα σκεπάσματα μέχρι πάνω στο κεφάλι
και κρύβομαι από κάτω τους
το φως μένει πάντοτε αναμμένο

πριν πάω για ύπνο
κοιτάζω πάντα κάτω απ’ το κρεβάτι
και μέσα στην ντουλάπα
και σε χαράδρες
σαν αυτές πίσω απ’ τον μπιντέ και το πλυντήριο
επειδή τα τέρατα προτιμούν
να κρύβονται σε τέτοιου είδους μέρη

και τότε
κάτω απ’ τα σκεπάσματα
απαγγέλλω με φωνή χαμηλή ξόρκια
που δημιουργούν μια ενεργειακή ασπίδα γύρω απ’ το κρεβάτι
αόρατη
όμως υπαρκτή

αν πλησιάσει κάνα τέρας
πιάνει φωτιά η γούνα του και το βάζει ουρλιάζοντας στα πόδια
είναι μια πανίσχυρη αντιτερατική ασπίδα
μου την έμαθε ένας μάγος

ξέρω ότι μια μέρα
θα εμφανιστεί ένα τέρας

μέγας βασιλέας των τεράτων
που θα ’χει τη δύναμη

να διαπεράσει την ασπίδα
θα με κάνει μια χαψιά

χωρίς να προλάβω να βγάλω
ούτε αχ ούτε ωχ

ΚΑΜΗΛΟΠΑΡΔΑΛΕΙΣ

έκανε τόση ζέστη
ούτε η παραμικρή υποψία ύπνου
στριφογύριζα στο κρεβάτι
το σεντόνι είχε γίνει ιδρωμένο σχοινί

σηκώθηκα γυμνός
και πήγα στο ανοιχτό
παράθυρο

αυτό που είδα
αν το περιγράψω
κανείς δε θα το πιστέψει
κι όμως το είδα

καμηλοπαρδάλεις
καμηλοπαρδάλεις κίτρινες
σ’ έναν κήπο γεμάτο δέντρα
δέντρα γεμάτα αχλάδια

οι καμηλοπαρδάλεις με τα μυώδη χείλη τους
άρπαζαν τ’ αχλάδια
και τα ’τρωγαν

κατέβηκα κάτω
χρησιμοποιώντας το σεντόνι

οι καμηλοπαρδάλεις χαρήκαν που με είδαν
μια απ’ αυτές με ρώτησε, δεν κοιμάσαι;
εγώ της είπα, κάνει πολλή ζέστη
εκείνη μου είπε, θες έν’ αχλάδι;
εγώ απάντησα, ευχαρίστως
εκείνη μου ’δωσε ένα
κρατώντας το ανάμεσα στα δόντια, απ’ το κοτσάνι

ήταν φρέσκο και ζουμερό
το ’φαγα όλο, ακόμα και τη φλούδα
ήταν ό,τι χρειαζόμουν

ύστερα οι καμηλοπαρδάλεις άρχισαν να χορεύουν
γύρω μου
οι μακριοί λαιμοί τους λικνίζονταν κι
εκείνες χαμογελούσαν στο σιωπηλό φεγγάρι

ξάπλωσα στο υγρό γρασίδι
κι οι καμηλοπαρδάλεις συνέχισαν να χορεύουν
μόνο για μένα
μόνο για μένα
μέχρι που τελικά με πήρε ο ύπνος

Μετάφραση από τα ιταλικά: Peter Constantine

Περισσότερα ποιήματα του Guido Catalano μπορείτε να διαβάσετε στο εικοστό δεύτερο τεύχος του Τεφλόν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s