ένα έτσι, τέσσερα ποιήματα

Ο χρόνος είναι ο πόλεμος, λέει ο σοφός.
Ο χρόνος είναι η ευλογία, λέει ο πιστός.
Ο χρόνος είναι η προσευχή, λέει ο κανένας.
Ο χρόνος είναι το φως, λέει μια όμορφη, νεαρή κοπέλα.
Ο χρόνος είναι ο επόμενος στίχος, λέει ο ποιητής.
Ο χρόνος είναι ένας ξένος, λέει ο άντρας πριν γίνει παιδί.
Ο χρόνος είναι η χρήση του, λέει ένα ζώο πριν αποκοιμηθεί.
Ο χρόνος είναι το οξυγόνο, λέει ο φυλακισμένος.
Ο χρόνος είναι η σιωπή, λέει ο ερωτευμένος.
Ο χρόνος είναι μια ευχή, λέει ο πεθαμένος.
Ο χρόνος είναι ο Θεός, λέει ο διάολος.
Ο χρόνος είναι μια βλακεία, λέει ο χώρος.
Ο χρόνος είμαι γω, λέω εγώ.
Ο χρόνος είσαι εσύ, λες εσύ όταν είσαι εγώ.
Ο χρόνος, ο χρόνος, ο χρόνος, επαναλαμβάνει ο χρόνος.


Ήταν ένας άνθρωπος
που πλέον ήταν ένας άνθρωπος που πλέον ήταν δεν ήταν
άνθρωπος που πλέον δεν ήταν κι ούτε θα γινόταν ποτέ
ξανά ένας άνθρωπος που πλέον ούτε άνθρωπος
ούτε κανένας πλέον κανείς άνθρωπος πλέον
κανείς ένας άνθρωπος που δεν ήταν κανείς
πλέον άνθρωπος ήταν δεν ήταν
κανένας ούτε πλέον ούτε πλέον
που άνθρωπος ένας ήταν
δεν ήταν κανείς ούτε
άνθρωπος
ούτε κανένας πλέον
δεν ήταν κι ούτε θα γινόταν
ποτέ ξανά πλέον άνθρωπος ένας
πλέον κανείς ούτε πλέον ούτε κανένας
ούτε ένας ποτέ ξανά δεν ήταν ένας άνθρωπος
ούτε κανένας πλέον ούτε πλέον ούτε άνθρωπος
πλέον κανείς ήταν δεν ήταν ούτε πλέον ποτέ πλέον
κανείς ούτε ένας ούτε κανένας κανείς κι ούτε θα γινόταν
ξανά άνθρωπος πλέον κανείς κι ούτε πλέον ούτε ένας ήταν
δεν ήταν κανείς άνθρωπος.


Η τρέλα είναι πάντα ένα σπίτι
με αναμμένες όλες τις συσκευές
το ρεύμα να τρέχει στη διαπασών
τις βρύσες ανοιχτές
τα ρολόγια κολλημένα στην πιο κοινή ώρα
γατιά, σκυλιά να λυσσάνε
το μπαλκόνι να κρέμεται στην άβυσσο
άφθαρτοι τοίχοι, γυαλισμένα τζάμια
ευθυγραμμισμένα έπιπλα, στρωμένα κρεβάτια
τακτοποιημένοι λογαριασμοί
το κλειδί στην πόρτα˙
ένας ολόκληρος κόσμος
να περιμένει να μπει μέσα
να ζήσει κι αυτός, να φάει, να γαμήσει
να χέσει, να δει τις ειδήσεις
να πει τα νέα του
να κάνει σχέδια για το μέλλον
να αναβιώσει το παρελθόν
να σε πιάσει απ’ το λαιμό
να σε πετάξει στο δρόμο
να πας στο διάολο, να φύγεις
να μείνεις μόνος, μακριά από όλους
φοβισμένος, ήσυχος
πεινασμένος, κουρέλι, μόνος
ελεύθερος, βρωμιάρης, άρρωστος
κι ευτυχισμένος.


Όταν η πόλη αποκτά τις διαστάσεις
μιας τελείας
αρκεί ένα μονάχα γράμμα
για να μάθεις
αν είσαι ο ποιητής ή
το ποίημα.

Από την έκδοση ένα έτσι, Εκδόσεις Αγαύη, Αγρίνιο 2020.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s