Jake Syersak, Μια περίπου πληγή

pic by Saynt Molly

I

«σολασταλγία η [solastaljía]: νεολογισμός ο οποίος εκφράζει την ψυχική ή την υπαρξιακή δυσφορία που προκαλεί η περιβαλλοντική αλλαγή˙

είναι συχνά απότοκος της υπερθέρμανσης του πλανήτη ή μιας φυσικής καταστροφής.»

Τις περισσότερες ημέρες τριγυρίζω και σκέφτομαι ότι κρατώ αυτή τη λέξη, όχι τόσο σαν νερό όσο σαν τα σχεδιαγράμματα αυτής, σε τρεμάμενες χούφτες

στα χείλη ενός άντρα που πνίγεται.

Εδώ τόσο το μυαλό όσο κι η καρδιά γίνονται ποτπουρί.

Δεν έχω λύσεις. Τις περισσότερες ημέρες κάνω ό,τι κάνουν οι άλλοι: κάθομαι, πονώ & εκπλήσσομαι

με την κάθε συναισθηματική συντριβή που μας περικλείει:

τα αρώματα του τσαγιού μασάλα, ένα ανθοδοχείο γεμάτο ανθάκια γυψοφίλης, η μικρή προσποίηση των φτερών ενός αγγέλου πάνω από τους ώμους ενός μανιώδους καπνιστή.

Είναι ένα δώρο –να αναρωτιέσαι πόσο οπτική είναι η επιβίωση. Ή δεν είναι.

Πώς η θεωρία της πτήσης

τριγυρίζει στο μυαλό μιας γαλάζιας κίσσας μολονότι εκείνη δεν την κατανοεί, για παράδειγμα –αν και το κατακάθι των ομοιωμάτων παραμένει

άθικτο. Πόσο παράξενο

που οποιοδήποτε σώμα, μιλώντας άπταιστα για το δικό του έργο ζωής, μπορεί να νιώσει ότι έχει διαχωριστεί από τον εαυτό του

& στη συνέχεια, με έναν ελιγμό, επανενώνεται, σαν κάποιο είδος πριονιδιού, ας πούμε, από τη σκλήθρα που βυζαίνει:

σαν τη γλωσσολογία του καιρού, να ξελύνεται

& να γίνεται αυτό το φτερωτό κεφάλι-του-θανάτου-με-φτερά. Το ωστόσο-λεξιλόγιο εγώ,

σαν φεγγάρι ασπροπίνακας,

ξεθωριάζω εντός.

Επιλέγω να, που σημαίνει: Νιώθω κομμάτι αυτού: που μας περιβάλλει, τόσο

γαλαζωπά,

τόσο τρανσγαλαζωπά.

ΙΙ

Όμως τα μάτια μας είναι απλά ο ουρανός όλων των ανθρώπων ταυτόχρονα. Τα κρανία μας, ατμοσφαιρικά. Ανυψώνονται, γίνονται αβαρή.

Σαν το άνθισμα ενός αραχνίδιου, ιστός με ιστό, εγκαρσίως ενός λιβαδιού με πόα.

«Φεγγάρι που μοιάζει με οργανισμό»

Είναι εξίσου ανέφικτο, έτσι δεν είναι;

–ο τρόπος που η μουσική σημειογραφία, με τη σωστή μαεστρία, καταφέρνει να ανυψώσει το σύνολο των μυστηριωδώς ενεργοποιούμενων εσωτερικών του πιάνου,

με τα δάχτυλα μονάχα.

Πόσο εφικτό θα ήταν, λοιπόν, αναρωτιέμαι, για μια πληγή να γλείψει με τη γλώσσα μέχρι κάτω, μέχρι μια βαθύτερη απόχρωση του κόκκινου;

Να γαϊδουραγκαθώσει, να φουντώσει, για να ανοίξει τα πρισματικά όμοιά της;

Το μυαλό μου μοιάζει με ανθισμένο κρεμμύδι –η αφυπνίζουσα ερημιά τού μέσα-στο-οποίο

ένα νευρικό σύστημα έξυπνα σφίγγει τριγύρω,

δίνοντας χώρο στο περιβάλλον του

να πιάσει στεριά.

Όμως όταν οι ειδικοί λένε ότι μέχρι το 2050 θα υπάρχουν στους ωκεανούς περισσότερα πλαστικά από ψάρια,

η ραχοκοκαλιά μου ακονίζεται και γίνεται σχεδόν αλπικό, σχεδόν παραληρηματικό άκρο

& διασχίζει το νερό,

με έναν αέρα οπισθοδρόμησης, κατά μία επιφωνηματική έννοια.

ΙΙΙ

Οστά, επιπλέοντα, γίνονται μπαλόνια. Η περιτύλιξη: Σύννεφων: Δρεπανιών: Σιταροχώραφων.

Πού βρίσκομαι;

–Κατά μήκος της μπράιγ από λοβούς αντίρρινων παρακολουθώ μια μέλισσα να γλείφει τη γύρη στα πόδια της˙ αργά & σταθερά τριχώνει, γίνεται φανάρι.

Η μνήμη επίσης ανηφορίζει την άβυσσό της. Μαθαίνοντας το στράγγισμα του θανάτου.

Σαν την κυκλοφορία του φεγγαρόφωτος μέσα στο περίγραμμα του τριαντάφυλλου: μέσα στα ληθαργικά ασπράδια των ματιών: μέσα στα καλυμμένα με ασπιρίνη σύννεφα.

–βρες με εκεί, στον κήπο της μητέρας μου,

η μπουγάδα στο σχοινί πλαταγίζει στον αέρα σαν τα υπερβολικά χαλαρά οστά (Θυμήσου τη ραχοκοκαλιά του ελαφιού που βρήκες, εκεί έξω στο δάσος, η σάρκα έλιωνε ακόμα

από τις αντηχήσεις των σπονδύλων

του ενθουσιασμού σου; Παράξενο λουλούδι, Ασφαλισμένη γη.) –& η αδερφή μου,

–βρίσκεται εκεί, αφαιρεί όλο χαρά τις αποξηραμένες κορώνες από τους μίσχους των αντίρρινων, των οποίων οι ξεβλάσταροι, ξεχασιάρηδες λοβοί, όταν αποξηραθούν,

μοιάζουν με οικεία στο τούλι κρανία. Τα μάτια τους ήταν αυτά του ουρανού. Πες ό,τι θέλεις.

–ήταν του ουρανού.

Φτάνει μόνο να πάρεις μια ανάσα, από το σκουλήκι προς τα πάνω, σε αυτό που μοιάζει περισσότερο σαν θύσανος, μυστηριώδες

για να το συνειδητοποιήσεις,

να αγγίξεις αυτό που η λέξη κήπος σού έχει κρατήσει, μεταξύ

ουσιαστικού & ρήματος:

Τι χολερικό βουκολικό. Τι μέσα-στο-οποίο της ερημιάς. Τι ολάνθιστος πνεύμονας, στο χρώμα του βερμιγιόν, μια εξαίρετη άρνηση

να εξαφανιστεί.

Αναπνοή. Εκπνοή. Χαλάρωσε. Απλά εννοώ ότι υπάρχει απόλαυση, ακόμα, στο να μαθαίνεις να αγαπάς

το εξαφανισμένο ζώο που προβλέπεις ότι θα είσαι.

Διότι η μόνη

νεκρή εικόνα

είναι η ολοκληρωμένη εικόνα.

IV

Αν πω ότι αυτός ο πλανήτης πεθαίνει & δεν υπάρχει ποίηση που να μπορεί να κατοικήσει μέσα σε όλο αυτό, εννοώ μονάχα τον τρόπο που ένα απόν τριαντάφυλλο αναδύεται,

πάνω από την ευωδιά του ροδόνερου, όπως και να έχει, σαν την ανάμνηση, ή την αίσθηση,

το «ας πούμε» του ρυτιδιασμένου και ομιλούντος μυός

κάποιου ανέμου: Αυτό που μας περιβάλλει, μόνο και μόνο για να μας εγκαταλείψει: σαν προς την άκρη της γλώσσας μου μια απάντηση να γεύεται

αυτό που ψάχνει κάτι μέσα σε τούτη την ανθοδέσμη

θα ακυρώσει αυτό που ένα ερείπιο συνυφαίνει για να σχηματίσει τα λουλούδια της.

–αυτό το ερωτευόμαστε-εξιδανικευμένες-εκδοχές-των εαυτών μας. Σαν τη ροή σάρκας δια μέσου, για παράδειγμα, ενός τατουάζ που απεικονίζει ένα λουλούδι.

Οι ασαφείς ορισμοί μάς βολεύουν, μας μαγεύουν, μας διαβαίνουν & μας σφυρηλατούν, για να μας μετατρέψουν σε είσοδο,

στη συνέχεια.

Για να πω την αλήθεια, πιστεύω ότι εδώ έξω

είμαστε σπασμένοι σαν τη βροχή, όχι σπασμένοι σαν ένα οστό. Ιδού η ομολογία μου: Δεν μιλώ κεραυνούς

Όχι, δεν μιλώ κεραυνούς.

Δεν μιλώ κεραυνούς.

Κι όμως,

όταν κλείνω τα μάτια, είμαι το ποτάμι που διασχίζει το κρανίο ενός τριζονιού: επιβραδύνει και γίνεται ουρανός & κρανίο, εξαφανίζεται στην αδράνεια: στο παρομοίως.

Δεν θα πω ψέματα, όποτε δεν ονειρεύομαι αυτόν τον κόσμο ενοποιημένο,

διαλύομαι.

Σαν το χρώμα μιας πρόγνωσης. Κάποιο αποφλοιωμένο γεώδες.

Είναι αλήθεια αυτό που λένε: κάθε φορά που το κρανίο συστέλλεται, το όνειρο διογκώνεται, ή αλλιώς

το σώμα αφαιρεί. Το ξέρουμε αυτό.

Όσο βέβαιο είναι ότι μια ξηρασία κατευνάζει τον κάκτο σαγκουάρο ώστε εκείνος να παχύνει με γεμάτο ζήλο ζελέ, άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι ακολουθεί ο μουσώνας, το άνοιγμα του ουρανού

–το ξέρουμε αυτό. Καθώς εμείς, εκ περιτροπής, κυκλώνουμε το εκτεθειμένο νεύρο του.

Όπως το όμορφο ολίσθημα,

τα χείλη απαιτούν να πουν, «Ο γλωσσικός ουρανός απέκτησε μια νέα πυκνότητα, αυτή μιας προσφάτως ανοιγμένης κρέμας καρύδα».

& γνωρίζοντας τις αποστάσεις τόσο απρεπώς

ακριβώς επειδή έτσι πρέπει.

***

Ο Jake Syersak είναι ποιητής, μεταφραστής και επιμελητής. Έχει γράψει τις ποιητικές συλλογές Mantic Compost (Trembling Pillow Press, υπό έκδοση), Vortex(t) (COAST|noCOAST, 2020) και Yield Architecture (Burnside Review Press, 2018). Έχει μεταφράσει την ποιητική συλλογή Proximal Morocco (World Poetry Books, υπό έκδοση) και το υβριδικό μυθιστόρημα Agadir (Diálogos Press, 2020) του Mohammad Khaïr-Eddine. Είναι επιμελητής στον μικρό εκδοτικό Radioactive Cloud. Τα ποιήματα που παρουσιάζονται εδώ προέρχονται από τη συλλογή Mantic Compost.

Μετάφραση από τα αγγλικά: Jazra Khaleed

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s