Dino Campana, Έξι πεζοποιήματα

Ο Ιταλός ποιητής Dino Campana έγραψε τα πεζοποιήματα που ακολουθούν σε έναν παροξυσμό δημιουργικότητας και τρέλας στις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς διάνυε την τρίτη δεκαετία της ζωής του. Γεννημένος στη Φλωρεντία το 1885, ανήκε στην ίδια γενιά με τον Κωστή Παλαμά και τον Κώστα Βάρναλη. Ωστόσο, η πρωτοποριακή ποίησή του με τα απρόβλεπτα μοτίβα σκέψης και τους απροσδόκητους ρυθμούς της, σε μια εποχή όπου οι σύγχρονοί του έγραφαν αυστηρά έμμετρη και ομοιοκατάληκτη ποίηση, τον κατέστησαν έναν από τους πιο ευρηματικούς και σημαντικούς Ιταλούς ποιητές του 20ού αιώνα. Ο Campana πέρασε εκείνη τη δεκαετία της ζωής του ταξιδεύοντας, συχνά συλλαμβανόταν και νοσηλευόταν σε ψυχιατρικές κλινικές λόγω της ασταθούς συμπεριφοράς του. Αργότερα διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια. Δούλεψε ως σιδηρουργός, πορτιέρης σε κλαμπ στο Μπουένος Άιρες, εργάτης στους σιδηρόδρομους, ναύτης. Το 1918, σε ηλικία τριάντα τριών ετών, εγκλείστηκε στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Castelpulci της Φλωρεντίας όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Πέθανε το 1932.

***

Ο άνθρωπος που ήμουν πήρε ασυνείδητα τον δρόμο προς τον βάρβαρο πύργο, τον μυθικό φύλακα των εφηβικών μου ονείρων. Ανηφόρισε στη σιωπή των αρχαίων καλντεριμιών κατά μήκος των τειχών των εκκλησιών και των μοναστηριών: κανείς δεν άκουσε τα βήματά του. Μια μικρή έρημη πλατεία, στριμωγμένα χαμόσπιτα, σιωπηλά παράθυρα: στη μια πλευρά ο πύργος άξαφνα φωτίζεται από μια αστραπή, τεράστιος οκτακόρυφος κόκκινος ατάραχος ψυχρός. Ένα σιντριβάνι του 16ου αιώνα σώπαινε ξηρό, η λατινική επιγραφή ραγισμένη στη μέση. Ένας δρόμος πλακόστρωτος και έρημος έστριβε προς την πόλη.

Τον τάραξε μια πόρτα που άνοιξε απότομα. Γερόντια, γειρτές σκελετωμένες μορφές σιωπηλές, στριμωγμένοι σκούνταγαν ο ένας τον άλλον με μυτερούς αγκώνες, τρομακτικοί στο έντονο φως. Το γενειοφόρο πρόσωπο ενός μοναχού εμφανίστηκε από το άνοιγμα μιας πόρτας και εκείνοι αρχίσαν νευρικά να υποκλίνονται δουλοπρεπώς, ύστερα απομακρυνθήκαν σύροντας τα πόδια τους, μουρμουρίζοντας, ισιώνοντας σιγά σιγά τις πλάτες τους, έσερναν τις σκιές τους μία μία κατά μήκος των ξεφλουδισμένων κόκκινων τοίχων, όμοιοι με σκιές. Μια γυναίκα με λικνιστικό βήμα και βλακώδες γέλιο τούς ακολούθησε κλείνοντας την πομπή.

Έσερναν τις σκιές τους κατά μήκος των ξεφλουδισμένων κόκκινων τοίχων: εκείνος τους ακολούθησε, σαν αυτόματο. Είπε στη γυναίκα μια λέξη που κατακρημνίστηκε στη σιωπή του μεσημεριού: ένας γέροντας γύρισε και τον κοίταξε με βλέμμα παρανοϊκό φλογερό και άδειο. Και η γυναίκα συνέχισε να μειδιά στην ξηρασία του μεσημεριού, ανόητη και μόνη στο καταστροφικό φως.

Σε ένα μεγάλο σκονισμένο δωμάτιο στροβιλίζονταν τα απορρίμματα της κοινωνίας. Εγώ μετά από δύο μήνες στο κελί, ανυπόμονος να δω ξανά ανθρώπους, αναχαιτίστηκα σαν από εχθρικά κύματα. Περπατούσαν γρήγορα σαν τρελοί, όλοι τους απορροφημένοι από το ένα και μοναδικό νόημα της ζωής τους: την ενοχή τους. Γκριζωποί μοναχοί με γαλήνια πρόσωπα, υπέρ το δέον γαλήνια, κάθονταν: παρακολουθούσαν. Σε μια γωνιά ένα σπασμωδικό κεφάλι, μια κοκκινωπή γενειάδα, ένα σκελετωμένο πρόσωπο σημαδεμένο από έναν φοβερό και μάταιο αγώνα. Ήταν ο Ρώσος, βιολιστής και ζωγράφος. Σκυμμένος πάνω από την άκρη της σόμπας έγραφε μανιωδώς.

Ο Ρώσος είχε καταδικαστεί. Δεκαεννέα μήνες υπό κράτηση, λιμοκτονούσε, συνεχώς υπό επιτήρηση, έπρεπε να ομολογήσει, ομολόγησε. Μες στη λάσπη και το βάσανο! Οι μοναχοί με γαλήνια απόλαυση και οι εγκληματίες με βουβούς μορφασμούς υπαινίσσονταν ότι είχε αποκαλύψει στάλα στάλα, με μια λέξη, με μια χειρονομία, με ένα φρενήρες νυχτερινό κλάμα, το μυστικό του. Τον έβλεπα να σκεπάζει τα αυτιά του για να μην ακούει τη βοή του αδιάκοπου ποδοβολητού, μια βοή σαν αυτή ενός χείμαρρου που παρασέρνει πέτρες στο πέρασμά του.

Ήταν οι πρώτες μέρες του ξυπνήματος της άνοιξης στη Φλάνδρα. Από τον κοιτώνα (τον κοιτώνα των πραγματικά τρελών όπου με είχαν κλείσει) κοίταζα πέρα από το χοντρό τζάμι, πέρα από τις σιδερένιες μπάρες το γείσωμα που δέσποζε στο ηλιοβασίλεμα. Χρυσή σκόνη σκέπασε το λιβάδι και, πέρα μακριά, γοτθικοί πύργοι κομμάτιαζαν τη σιωπηλή γραμμή της πόλης. Έτσι, κάθε βράδυ πέφτοντας για ύπνο χαιρετούσα την άνοιξη από τη φυλακή μου. Ένα από εκείνα τα βράδια το έμαθα: είχαν σκοτώσει τον Ρώσο. Η χρυσή σκόνη που αγκάλιαζε την πόλη φάνηκε ξαφνικά να μετουσιώνεται σε αιματηρή θυσία. Πότε τον σκότωσαν; Ήταν σαν οι αιμάτινες αντανακλάσεις του ηλιοβασιλέματος να μου μετέφεραν τους χαιρετισμούς του. Έκλεισα τα μάτια, για αρκετή ώρα καμιά σκέψη δεν βασάνισε το μυαλό μου: εκείνο το βράδυ δεν ήθελα τίποτε άλλο. Σκοτάδι είχε σκεπάσει τα πάντα. Στον κοιτώνα υπήρχε μόνο η δυσωδία και η αθόρυβη αναπνοή των τρελών που κοιμόντουσαν πίσω από τις χίμαιρές τους. Με το κεφάλι χωμένο στο μαξιλάρι, παρακολουθούσα τις μικρές νυχτοπεταλούδες να χοροπηδούν γύρω από το θαμπό ψυχρό φως της ηλεκτρικής λάμπας. Μια οξεία γλυκύτητα, η γλυκύτητα του μαρτυρίου, του μαρτυρίου του, έκανε το σώμα μου να ριγεί. Μανιωδώς, σκυμμένο πάνω από την άκρη της σόμπας, το γενειοφόρο κεφάλι έγραφε. Ο στυλογράφος έτρεχε τσίριζε σπασμωδικά. Γιατί αγωνιζόταν να σώσει τους ανθρώπους; Το πορτρέτο ενός εγκληματία, ανόητου, αυστηρού, φορά κομψά ρούχα και κρατά το κεφάλι ψηλά με αξιοπρέπεια ζώου· ένα άλλο πορτρέτο, ένα χαμόγελο, η εικόνα ενός χαμόγελου που ζωγράφισε από μνήμης, το κεφάλι ενός κοριτσιού, της Βεατρίκης των Έστε. Στη συνέχεια, τα κεφάλια Ρώσων χωρικών, όλα γενειοφόρα, κεφάλια, κεφάλια, κι άλλα κεφάλια.

Ο στυλογράφος έτρεχε τσίριζε σπασμωδικά: επειδή αγωνιζόταν να σώσει τους ανθρώπους;

Εισαγωγή & Μετάφραση: Peter Constantine

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s