Μάρθα Φύλλου, Δύο ποιήματα

ΑΤΙΤΛΟ

Μ’ αρέσει να κοιτάω
τα δωμάτια όταν
είναι άδεια από εμάς.
Αν είχα όμως δικό
μου σπίτι,
θα ’τρωγα και τα πόμολα.

ΥΠΕΡ ΑΝΑΠΑΥΣΗΣ

Στην πίστη μας
υπάρχει μια πρακτική
ξεχωριστή από κάθε άλλη.
Κάθε απόγευμα Σαββάτου
η μαμά θα ’λεγε
να γράψουμε τα ονόματα.
Τους νεκρούς μας.
Πάνω τους θα στέκει
ένας σταυρός.
Οδηγίες για σχέδια
δεν έχει.
Έτσι θυμόμαστε τους νεκρούς μας εμείς.
Τους μετράμε.
Πρώτα γράφω με σειρά όσους έφυγαν.
Αλλά κυρίως όσους η απώλεια μάς ξεπέρασε.
Κ’ μετά;
Μετά γράφεις καθαρά
κ’ κάπου βρίσκεις τ’ όνομα σου,
μαθαίνεις τους θανάτους έτσι.
Πρόσεξε μην ξεχάσεις κανένα.
Ή μπερδέψεις τους ζωντανούς με τους
νεκρούς μας, παιδί μου.
Καμιά φορά κοντοστέκομαι να δω τα μνημόσυνα, ή
πόσο ήθελα να φάω
κείνο το ψωμί
πρόσφορο στις ελλείψεις.
Πόσοι είναι;
Ποιον δε βάλαμε;
Αν είναι πολλοί θα κουραστεί
ο παπάς να τους διαβάσει.
Σάμπως εκείνος τους πηγαίνει Εκεί,
λες και δεν ’φυγαν ήδη πάνω στους ψαλμούς του.
Κ’ άμα σκαλίζεις τα ονόματα,
ποιος θα μπορέσει να τα διαβάσει.
Αφού κάνεις όμορφα τα γράμματα,
κάν’ τα κ’ γι’ αυτούς.
Στ’ αλήθεια τρέμουν
τα δάχτυλα κάθε φορά
που μετρώ.
Δεν ξέρω κ’ άλλο τρόπο.
Εκείνη δεν έγραφε
κανένα όνομα.
Εγώ θυμόμουν για να ξεχάσει εκείνη.
Φρόντιζα τα ονόματα για να επιμελείται τις πλάκες.
Τώρα που το σκέφτομαι,
τι απ-αίσια πρακτική.
Αφού στο τέλος θα μετρήσουμε τους εαυτούς μας.
Άντε, ας μαζέψουμε τα χαρτιά απ’ την καρέκλα.
Δε χρειάζεται να θυμάσαι πια.
Στους μέτρησα όλους.

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s