Παυλίνα Μάρβιν, Το πλανόδιο Μπονζάι

Τριγύριζε το μικρό Mπονζάι. Αποφασισμένο στην αρχή, αφοσιωμένο. Ρωτούσε πάντοτε: «Εγώ Μπονζάι, εσείς;». Δεν του απαντούσαν πάντοτε. Κάποτε, το μπέρδεψαν με μποστάνι. Άλλοτε, ερωτεύτηκε μια ρώσικη νουβέλα. «Είμαι Μπονζάι, το υπέρμικρο διήγημα», της είπε. «Ω, ναι, εξαίρετα τα μπαλέτα μπολσόι! Τί ευγενής η πρόθεσή σας! Μα, λυπάμαι, είστε τόσο μικροκαμωμένο, που στέκεται αδύνατον να σας μάθω να χορεύετε. Τόσο μικρόσωμο που είστε, πόσο θα σας ταλαιπωρήσουν οι διασκελισμοί..». Σιωπηλό έφυγε εκείνο. Στο λιγότερο χιόνι, ίσως μ’ αναγνωρίσουν, σκέφτηκε, και τρύπωσε στην πατατούκα ενός ταξιδιώτη.
Σε μια υπόγεια παρισινή βιβλιοθήκη, γεμάτη στριμωγμένους, καταραμένους ενδεκασύλλαβους, «είμαι Mπονζάι», αποτόλμησε ξανά, «το υπέρμικρο διήγημα». «Μπονσουάρ!» αποκρίθηκε τρεκλίζοντας ο πιο μεθυσμένος όλων και κακάσκημος σαν γαλατικό σκυλί, «μπονσουάρ!», επανέλαβε καχύποπτα, εκσφενδονίζοντας αυτή τη φορά μια μεγάλη ποσότητα ξερατών πάνω στο ανυποψίαστο είδος, εκκεντρικά προσκαλώντας το να συμποσιαστεί. «Μιαν άλλη φορά», ψέλισσε το μικρό Μπονζάι προσπαθώντας μάταια να ερμηνεύσει τις παραφορές. «Τώρα, καλύτερα να γυρίσω σπίτι. Μπονσουάρ.», προσέθεσε πικρά, και πήρε το οτομοτρίς. Συνέχεια ανάγνωσης «Παυλίνα Μάρβιν, Το πλανόδιο Μπονζάι»
Advertisements

ο Μίλτος και το Kοντραμπάσο

Τη νύχτα της 4ης Αυγούστου βρέθηκα στο προαύλιο του δημοτικού σχολείου της Άνω Σύρου για να παρακολουθήσω το σχήμα με το ιδιόρρυθμα χαριτωμένο όνομα «ο Μιχάλης Σιγανίδης και οι φίλοι του Μίλτου Σαχτούρη» να δίνει μία μουσική παράσταση στηριγμένη σε «ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη αλλά και σε κείμενα των Ομάρ Καγιάμ, Ανδρέα Εμπειρίκου, Σάμιουελ Μπέκετ, Λέοντα Κουκουλά καθώς και σε στίχους του ίδιου του συνθέτη». Η βραδιά ήταν ενδιαφέρουσα και εξίσου ενδιαφέροντες υπήρξαν οι διάλογοι που την ακολούθησαν. Το μισό ακροατήριο είχε εξακριβωμένα προσέλθει για να ακούσει τον Αλκίνοο Ιωαννίδη να τραγουδά τον Βόσπορο και την αγορά του Αλ Χαλίλι (μη φανταστεί κανείς πως δεν μου αρέσουν αυτά) μα εκείνος συμμετείχε στην ιστορία εναλλάσσοντας οικεία και παράξενα πνευστά, απαγγέλλοντας, και τραγουδώντας –πλην όμως όχι τα γνωστά– χορωδιακά ή σόλο. Ο κοντραμπασίστας Σιγανίδης με το ταιριαστό παρουσιαστικό και το όργανο με τα πολλά πρόσωπα, ενίσχυε κατά καιρούς το παράδοξο της παράστασης, με φράσεις όπως «Μας συγχωρείτε, έχουμε έντεκα μήνες να παίξουμε» και «Θα το πάρουμε από την αρχή, είμαστε ξεκούρδιστοι». Παραταύτα, ελάχιστοι αποχώρησαν, εδώδιμα δεν προσγειώθηκαν επί σκηνής, ένα δίχρονο μωρό φώναξε δις ενθουσιασμένο «κι άλλο, κι άλλο!». Συνέχεια ανάγνωσης «ο Μίλτος και το Kοντραμπάσο»

Seamus Heaney, Δύο ποιήματα

Διάλειμμα στη μέση της μέρας

Κάθησα όλο το πρωί στο αναρρωτήριο του κολλεγίου
Μετρώντας τα κουδούνια να σημαίνουν το τέλος των μαθημάτων.
Στις δύο, οι γείτονες με έφεραν με το αυτοκίνητο στο σπίτι.

Στο κατώφλι συνάντησα τον πατέρα μου να κλαίει –
Πάντα συναντούσε κηδείες στο διάβα του–
Και τον Big Jim Evans να λέει πως ήταν σκληρό το χτύπημα.

Το μωρό γουργούριζε, γελούσε και τράνταζε την κούνια του
Όταν μπήκα μέσα, και με έφεραν σε δύσκολη θέση
Οι γέροι που σηκώθηκαν για να μου σφίξουν το χέρι

Και να μου πουν ότι «λυπούνται για το πρόβλημά μου».
Κάποιοι ψίθυροι πληροφόρησαν τους ξένους ότι εγώ ήμουν ο μεγαλύτερος,
Που πάει σχολείο, καθώς η μητέρα μου κρατούσε το χέρι μου

Στο δικό της και έβγαζε οργισμένους, αδάκρυτους στεναγμούς.
Στις δεκα έφτασε το ασθενοφόρο
Με το πτώμα, που το είχαν πλύνει και σαβανώσει οι νοσοκόμες.

Το άλλο πρωί, ανέβηκα στο δωμάτιο. Γλαδιόλες
Και κεριά γλύκαιναν το νεκροκρέβατο, τον είδα
Για πρώτη φορά σε έξι εβδομάδες. Πιο χλωμός τώρα,

Με μια πρησμένη μελανιά στον αριστερό του κρόταφο,
Κείτονταν στο κουτί του, μακρύ τέσσερα πόδια, όπως στο κρεβατάκι του.
Χωρίς φανταχτερές ουλές, ο προφυλακτήρας τον χτύπησε μια κι έξω.

Ένα φέρετρο τεσσάρων πoδών, ένα πόδι για κάθε του χρόνο.

Συνέχεια ανάγνωσης «Seamus Heaney, Δύο ποιήματα»

Δύο διαλογικά

Anne Carson

XXI. ΕΓΚΑΥΜΑ ΜΝΗΜΗΣ


Ο Ηρακλής κι ο Γηρυώνης είχαν πάει στο βιντεοκλάμπ.

——————————–__

Πανσέληνος στέλνει σύννεφα γοργά να προσπερνάνε σπεύδοντας κρύο ουρανό. Όταν επέστρεψαν

μαλώνανε.

Δεν σε ταράζει η φωτογραφία είναι που δεν καταλαβαίνεις τι θα πει φωτογραφία.

Φωτογραφία ίσον ταραχή, είπε ο Γηρυώνης.

Φωτογραφία ίσον τρόπος να παίζεις με αντιληπτικούς συσχετισμούς.

Μα ακριβώς.

Αλλά δεν χρειάζεσαι μηχανή για να σ’ το πει αυτό. Για σκέψου τ΄αστέρια. Συνέχεια ανάγνωσης «Δύο διαλογικά»

Tάσος Καπερνάρος, Εκ του Καπνικού

-έξω απ’ το πακέτο-

Ερωτικός παροξυσμός ενός θηλυκού σιγαρέττου

Από τούτη τη φυλακή βγάλε με.
Από το θάλαμο με τα είκοσι νεκρά στρατιωτάκια
μακριά μακριά οδήγησέ με.
Άβολο κι άκομψο το πακέτο τσιγάρων
κι ούτε μια χαραμάδα που να μπαίνει αέρας.
Αγαπημένο χέρι στα χέρια σου πάρε με
και τους δρόμους
τους δρόμους με τον θόρυβο και τα πολλά καυσαέρια
τους δρόμους με τα περιπολικά που σου παγώνουν το αίμα
τους δρόμους με τα χιλιάδες πατημένα αποτσίγαρα
φέρε στο βλέμμα μου.
Άναψέ με μετά.
Σφίξε απαλά το κορμί μου.
Μύρισε βαθειά την ανάσα μου.
Φίλησέ με παντού.
Οι χυμοί μου θα γίνουν ατμός με τη φλόγα σου.
Σαν καπνός ψηλά θα χυθούνε.
Δάγκωσέ με,
με μανία δάγκωσέ μου το στήθος
–το φίλτρο που έχεις στο στόμα σου.
Να σπαράξω, να σπαράξω στα χείλη σου
να δω το κορμί να ματώνει Συνέχεια ανάγνωσης «Tάσος Καπερνάρος, Εκ του Καπνικού»

Σταμάτης Πολενάκης, Τέσσερα ποιήματα

ΜΟΙΡΑ

Χιλιάδες ήλιοι φωτίζουν τον κόσμο
αλλά δεν υπάρχει παρά μόνο μία κοινή νύχτα
μέσα στην οποία υποφέρουμε όλοι: η κατασκότεινη νύχτα
του Νικολάι Σταυρόγκιν

Συνέχεια ανάγνωσης «Σταμάτης Πολενάκης, Τέσσερα ποιήματα»

Πέτρος Στεφανέας, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΤΣΙΡΚΟ

Η φωνή στο τσίρκο
Υπόσχεται νέες μοναδικές εμπειρίες

Θα περάσετε στιγμές μεγάλης αγωνίας
Όλες οι γραβάτες να λύνονται στην είσοδο
Θα καλυφθούν οι αντιλογίες και οι αστοχίες σας
Τυχόν ανησυχίες θα αποκρυβούν
Ο τροχός ανατρέπει τα δεδομένα

Θέ μου
σταμάτησέ την αυτή τη φωνή

Κινδυνεύω
να δεχθώ
την πρόσκληση

Συνέχεια ανάγνωσης «Πέτρος Στεφανέας, Τρία ποιήματα»