Roger McGough, Άλλα τέσσερα

Πίτα

εγώ ήθελα μια ζωή
εσύ ήθελες κάτι άλλο
δεν μπορούσαμε να ᾽χουμε την πίτα ολόκληρη
κι έτσι φάγαμε οέναςτονάλλο.

Πρώτη Μέρα στο Σχολείο

Χιλιαδεσμυριαδεσιλιάδες μίλια μακριά από το σπίτι
Περιμένω το κουδόυνι να χτυπήσει. (Να χτυπήσει πού;)
Γιατί όλα είναι τόσο μεγάλα, τ’ άλλα παιδιά;
Τόσο φασαριόζικα; Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι στο σπίτι
Να γεννηθήκαν πρέπει με στολή
Να ζήσαν όλη τη ζωή τους σε παιδικές χαρές
Να ξόδεψαν τα χρόνια τους εφευρίσκοντας παιχνίδια
Που δεν μ’ αφήνουν να παίξω. Παιχνίδια
Σκληρά, που σε καταπίνουν.

Και τα κάγκελα,
Παντού γύρω, κάγκελα.
Είναι για να κρατάνε μακριά τους λύκους και τα τέρατα;
Τα πράματα που σκοτώνουνε και τρώνε παιδιά;
Τα πράματα απ’ τα οποία δεν παίρνεις γλυκά;
Ίσως νάναι για να μας εμποδίζουνε να βγαίνουμε έξω.
Να το σκάμε από τα μασήματα. Μάσημα.
Πώς μοιάζει ένα μάσημα;
Ακούγεται σαν τσίχλα γλιστερό.
Τα φυλάνε μέσα στις αίθουσες δαδασκαλίας.
Αίθουσες γεμάτες δάδες και σκαλιά. Για φαντάσου.

Μακάρι να μπορούσα να θυμηθώ τ’ ονομά μου
Η μαμά είπε ότι θα ήταν χρήσιμο.
Όπως οι γαλότσες. Στις λακκούβες.
Γαλαζογαλότσες. Μακάρι νάταν εκείνη εδώ.
Νομίζω ότι τ’ όνομά μου είναι ραμμένο κάπου
Ίσως η δασκάλα μού το διαβάσει.
Δα-σκάλα. Αυτή που φτιάχνει τις σκάλες.

Συνέχεια ανάγνωσης «Roger McGough, Άλλα τέσσερα»

Roger McGough, Τέσσερα ποιήματα

Λευκή απεργία

Λόγω αύξησης
του κόστους εκτύπωσης
αυτό το ποίημα θάναι μικρότερο
του κανονικού.

Έναντι στις συνεχείς
οικονομικές κρίσεις, απεργίες,
στην ανεργία και τον Φ.Π.Α.
δεν προσφέρει λύσεις.

Επιπλέον, λόγω
μιας πρόσφατης λευκής απεργίας
εκ μέρους του ποιητή
δεν έχει ούτε ρίμα.

Χορτοφάγοι

Οι χορτοφάγοι είναι σκληροί, απερίσκεπτοι άνθρωποι.
Όλοι ξέρουν ότι ένα καρότο ουρλιάζει όταν τρίβεται.
Ότι ένα ροδάκινο ματώνει όταν κόβεται.
Πιστεύεις ότι το πορτοκάλι δεν αισθάνεται
τους αντίχειρες να ξεριζώνουν τη σάρκα του;
Ότι οι ντομάτες χύνουν τα μυαλά τους ανώδυνα;
Οι πατάτες, βράζονται με δέρμα ζωντανό,
της γης οι μικροί αστακοί.
Μη μου πεις ότι δεν πονάει
όταν τα μπιζέλια σχίζονται από το όσχεο,
όταν το δέρμα κόβουν απ’ τους βλαστούς
όταν το λάχανο τεμαχίζεται, όταν τα κρεμμύδια αποκεφαλίζονται.

Πετάχτε το μυστρί,
ρίχτε κάτω την αξίνα.
Όχι άλλο θέρος φονικό
Ελευθερώστε τον λαό!

Συνέχεια ανάγνωσης «Roger McGough, Τέσσερα ποιήματα»

Λιμερικοπρό(σ)κληση: ο γέροντας από τη Μομπάσα

Ήταν ένας γέροντας από τη Μομπάσα
κι ένας διάκος από τη Μαλακάσα.
—-Συναντηθήκαν σε χαμάμ,
—-παντρεύτηκαν στο Άμστερνταμ
και ράψαν ασορτί ροζ ράσα.
Ιωάννης Πολίτης Συνέχεια ανάγνωσης «Λιμερικοπρό(σ)κληση: ο γέροντας από τη Μομπάσα»

Λιμερικοπρό(σ)κληση: ο μπάτσος από το Τιμπουκτού

Ήταν ένας μπάτσος από το Τιμπουκτού,
περιπολούσε μ’ ένα μαύρο Σουμπαρού.

—-Μέγας καργιόλης και ρεμάλι,


—-τον έτρεμε όλο το Μάλι,

πήδαγε και την κόρη του Αρχηγού.
Ιωάννης Πολίτης
Ήταν ένας μπάτσος από το Τιμπουκτού
αντίκρυ στο μετρό με μια αφράτη ζουζουνιάρα μπουζουξού

—-σε μυστική αποστολή προσποιούταν τον τουρίστα


—-αυτή μόλις είχε παραλάβει πτυχίο μανικιουρίστα

ήταν έρωτας απο την πρώτη ματιά σα διαφήμιση ΝΟΥΝΟΥ.
Αναστάσιος Γριβοκωστόπουλος
Ήταν ένας μπάτσος από το Τιμπουκτού
που προτιμούσε να εργάζεται ως φτερού
—-έλεγε: θα ’ρθουν ωραίες μέρες
—-θα γίνουν πούπουλα οι σφαίρες
να γαργαλάν το στήθος κάθε άτακτου νεαρού.
Ειρήνη Συνοδινού Συνέχεια ανάγνωσης «Λιμερικοπρό(σ)κληση: ο μπάτσος από το Τιμπουκτού»

Λίμερικ ελευθέρας βοσκής

Ήταν ένας κβαντικός κρυπτογράφος από τη Γροιλανδία
τα bit αναποδογυρνούσε φορώντας μαύρο μανδύα
—-Στην Κοπεγχάγη τον ξέβρασε το κύμα
—-μπουκάλια ανακύκλωνε για χρήμα
Εκλεψε κωδικούς καρτών κι έφυγε με σχεδία.
Πασχάλης Κρετίνος
Ήταν ενας δέσποτας απ’ το Βατικανό
που καθε φραγκοδίφραγκο μετρούσε και λεπτό
—-μα απο τα πολλά χαρμάνια στα λιβάνια
—-είδε τον χριστό φαντάρο και τους μαθητές αλάνια
ώσπου έφυγε στην Φλόριντα μ’ ένα μωαμεθανό.
Αναστάσιος Γριβοκωστόπουλος
Ήταν μια μικρούλα στον Ιανό
που εξυπηρετούσε στο λεπτό
—-έτριβε τους πελάτες στα κρυφά
—-κι εκείνοι λέγαν τι χαρά
κι αγόραζαν βιβλία σωρό.
Ήταν ένας πελάτης στη Πρωτοπορία
που κοιτούσε τα ράφια ποίησης με μανία
—-με τα ποιήματα ερχότανε σε στύση
—-και τώρα σ’ ένα δερματόδετο είχε χύσει
και ζητούσε στη τιμή μια κάποια ευκαιρία. Συνέχεια ανάγνωσης «Λίμερικ ελευθέρας βοσκής»